Τελικά, όπως φαίνεται, υπάρχουν πολλά ΟΧΙ. Υπάρχει το «δεν γίνεται να μην πω ΟΧΙ» του Ιωάννη Μεταξά που συνέχισε να κρατά στις φυλακές και στα ξερονήσια εκατοντάδες Έλληνες κομμουνιστές για να τους παραδώσει στους Γερμανούς εισβολείς ώστε να τους χρησιμοποιούν αυτοί ως ομήρους και αναλώσιμο είδος για εκτελέσεις-αντίποινα. Αυτή είναι, φαίνεται, η αντίληψη που έχει ένας φασίστας περί εθνικής εθνότητας. Υπάρχει το αυθόρμητο, υπερήφανο και αδιαπραγμάτευτο ΟΧΙ του ελληνικού λαού που ανέβηκε στα βουνά της Πίνδου με κύριο όπλο το αίσθημα πως επρόκειτο για έναν δίκαιο αγώνα. Υπάρχει το ΟΧΙ του Άρη Βελουχιώτη και του ΕΑΜ που δεν μπορούσαν να ανεχθούν την υποδούλωση του ελληνικού λαού στους Γερμανούς κατακτητές, την ώρα που οι «αφεντάδες» του, η πολιτική ηγεσία μαζί με το βασιλιά είχαν φύγει τρέχοντας στο Κάιρο για να γλιτώσουν και να οργανώσουν από εκεί τις δολοπλοκίες τους προκειμένου να επιστρέψουν στην εξουσία μόλις αποχωρήσουν οι Γερμανοί.

Υπάρχουν, επίσης, πολλοί τρόποι να δει κανείς το ΟΧΙ. Άλλοι το είδαν ως έναν αγώνα για ελευθερία και εθνική αξιοπρέπεια. Άλλοι το είδαν ως μάχη εναντίον του φασισμού και του ναζισμού. Άλλοι, όπως η σημερινή υπουργός Παιδείας, το είδαν κάπως αλλιώς, ως ευκαιρία να μιλήσουν για το λαϊκισμό, τον ατομικισμό και την αποξένωση του ανθρώπου (!). Άλλοι, όπως η υφυπουργός Εργασίας, το είδαν ως ευκαιρία να μιλήσουν για τα καλά του εθελοντισμού (!). Πάλι καλά που δεν μίλησε και για το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Είναι δυνατόν ένας υπουργός Παιδείας στο διάγγελμά του για την 28η Οκτωβρίου να μην αναφέρεται καθόλου στο φασισμό και το ναζισμό, τα δύο εγκληματικά κινήματα που αιματοκύλισαν τον κόσμο προκαλώντας το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Μπορούμε να φανταστούμε έναν υπουργό κάποιας από τις συμμαχικές χώρες που πολέμησαν ενάντια στον Άξονα, να μην κάνει ειδική αναφορά στο φασισμό και στο ναζισμό; Θα μπορούσαμε να φανταστούμε κάποιον υπουργό από τις Βαλτικές χώρες και από την Ουγγαρία του Όρμπαν, χώρες συνεργάτες των Γερμανών Ναζί. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τους φασίστες του Σαλβίνι και τους Έλληνες χρυσαυγίτες. Δεν περιμέναμε όμως ποτέ, ότι υπουργοί μιας ελληνικής κυβέρνησης θα έβγαζαν διαγγέλματα για τον μεγάλο πόλεμο χωρίς να αναφέρονται στο φασισμό και το ναζισμό.

 

Ούτε χαζοχαρούμενες ή χαζοχαρούμενοι παρουσιαστές σε κουτσομπολίστικες εκπομπές δεν θα εκτόξευαν τέτοιες ανόητες και αποϊδεολογικοποιημένες αερολογίες. Είναι όμως απλά ανοησίες που ελέχθησαν επιπόλαια και χωρίς σκέψη; Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για άγνοια ή και αφέλεια από ανθρώπους που επιδεικνύουν τόσο βαριά βιογραφικά και που καμώνονται πως είναι υπέρ της αριστείας; Πολύ φοβούμαστε πως δεν πρόκειται περί ιστορικής άγνοιας, αλλά για το θράσος των πολιτικών απογόνων αυτών που δεν τιμωρήθηκαν όταν έπρεπε, αν η Ελλάδα, μετά την απελευθέρωσή της από τους ναζί, έκανε ό,τι έκαναν όλες οι άλλες χώρες. Να τιμωρήσουν, δηλαδή, τους συνεργάτες των ναζί με τον πιο παραδειγματικό τρόπο, ξεπλένοντας από τη μια την ντροπή τους και καθαρίζοντας από την άλλη τη χώρα τους. Στην Ελλάδα, αντίθετα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, οι συνεργάτες των ναζί όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά συμμετείχαν ισότιμα στη στελέχωση του νέου «εθνικόφρονος» κράτους. Έγιναν δεσμοφύλακες, αστυνομικοί, αξιωματικοί, βουλευτές, υπουργοί ενός κράτους που στα λόγια μπορεί να ήταν εθνικόφρον, αλλά στην πράξη αποτελούνταν από συνεργάτες των ναζί και από υποχείρια των Άγγλων και των Αμερικανών. Αυτή η ατιμωρησία είναι που δίνει το δικαίωμα ακόμη και σήμερα στους πολιτικούς τους απογόνους, που βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο μέσα στη Νέα Δημοκρατία και παριστάνουν τους δημοκράτες, να σηκώνουν με αναίδεια το κεφάλι και να προσβάλλουν συνεχώς την αλήθεια και την ιστορία.