Στις πόλεις της Σουηδίας, ανεξαρτήτως μεγέθους, εδώ και τρεις δεκαετίες, οι άνθρωποι εμβάθυναν τη γνώση τους στις νέες τεχνολογίες και τις εφαρμογές τους,  όσον αφορά την οικιστική ανάπτυξη, την οποία συνέδεαν άρρηκτα με την προστασία του περιβάλλοντος.  Αυτό είναι ένας τρόπος να σκέφτεσαι, να σχεδιάζεις και κατ’ επέκταση να ζεις, δίχως να καταληστεύεις το μέλλον των επόμενων γενεών, αλλά και να εξασφαλίζεις ποιότητα ζωής και για το παρόν.

Σε αντίθεση με τα όσα γίνονται στη Σουηδία και τα οποία ξεκινούν από τους ίδιους τους πολίτες, στην Ελλάδα ο σχεδιασμός της ζωής και της ανάπτυξης είναι αντικείμενο των εκάστοτε κυβερνήσεων, αυτοδιοικήσεων κλπ.

Βέβαια οι κυβερνήσεις και οι αυτοδιοικήσεις, μήτρες και φορείς  ανάπτυξης της διαφθοράς και πολλών άλλων δεινών, πάντα καταλήγουν να κατηγορούν τους πολίτες για έλλειψη συνείδησης και κακή νοοτροπία. Δύο ελαττώματα, εξαιρετικά κακά για την κοινωνία και τη χώρα, πολύ  χρήσιμα και αποτελεσματικά όμως, για τη διαδικασία αναρρίχησης στην εξουσία και διατήρησης τους, άχρηστων μεν  φιλόδοξων δε, διοικούντων και διαχειριστών.

Αξίζει μία σύγκριση των αποτελεσμάτων των νοοτροπιών και συμπεριφορών της βάσης στις δύο χώρες. Στην προσπάθεια μας να καταλάβουμε, γιατί ενώ στα πεδία που οι κανόνες του διακρατικού οικονομικού οργανισμού που και οι δύο χώρες συμμετέχουμε είναι ίδιοι, τα παραγόμενα αποτελέσματα είναι δραματικά αντίθετα.

Λόγω του αίσχους που κορυφώνεται στην Αττική με την «δοκιμαστική» λειτουργία του ΧΥΤΑ Γραμματικού και την σχεδόν παράλληλη εγκατάσταση ενός βιολογικού καθαρισμού δευτεροβάθμιας επεξεργασίας, λίγο πιο νότια στη Ραφήνα, μπορούμε να συγκρίνουμε τις επιλογές της μίας χώρας (εκεί που οι πολίτες συνδέουν την ανάπτυξη τους με την προστασία του περιβάλλοντος και εκεί που η ανάπτυξη καθορίζεται και σχεδιάζεται από «ειδικούς» για τους πολίτες.  Πριν ξεκινήσουμε, ας σημειώσουμε, πως στη Σουηδία και γενικότερα στις Σκανδιναβικές χώρες υπάρχει μία δημοκρατική παράδοση πολλών δεκαετιών –εκατονταετιών σε κάποιες περιπτώσεις- που στην Ελλάδα έχουν εκλείψει από 2500 χρόνια πριν. Μόνο ελάχιστα χρόνια  στη νεώτερη Ιστορία μας μπορούν να θεωρηθούν ως περίοδοι που αναπτύχθηκε το έμβρυο της δημοκρατικής παράδοσης (και που δε μεγάλωσε ποτέ)

Ας πούμε λοιπόν πως στην περίπτωση του Γραμματικού, ετίθετο το ερώτημα περί εγκατάστασης του ή μη, στους κατοίκους της περιοχής αρχικά και τους υπόλοιπους κατοίκους της Αττικής κατόπιν. Σίγουρα η διαβούλευση αυτή θα αναδείκνυε μεγάλες διαφορές. Όλες με την πρώτη αντίδραση, δίχως περαιτέρω σκέψη. Όλοι θα αντιδρούσαν στην εγκατάσταση χωματερής στο σπίτι τους. Οι υπόλοιπο απλά θα συμφωνούσαν. Το ίδιο άκριτα.

Αν το ερώτημα ετίθετο στη Σουηδία και στους κατοίκους μίας πόλης που κοντά της θα προχωρούσαν στην εγκατάσταση μίας μονάδας διαχείρισης απορριμμάτων (εκεί η λέξη ΧΥΤΑ είναι σχεδόν ξεχασμένη), τι θα γινόταν;

Για να πλησιάσουμε την απάντηση σε μία τόσο θεωρητική ερώτηση, ας δούμε και ας συνδυάσουμε πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη σκανδιναβική χώρα. Τα αναζητήσαμε και τα βρήκαμε στον παγκοσμιοποιημένο ιστό, το World  Wide Web (www βεβαίως) και βγάλαμε τα συμπεράσματα μας.

Πρώτα πρώτα, θα εξεταζόταν στην φανταστική αυτή διαβούλευση, το κομμάτι της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Με δεδομένη την κλίμακα ανάπτυξης των τεχνολογιών/τεχνικών διαχείρισης απορριμμάτων θα προέκυπτε η πρώτη αξιολόγηση.

Classifying

http://www.umeva.se

Βάσει της κλίμακας περιβαλλοντικής αξιολόγησης, ο ΧΥΤΑ βρίσκεται στο τελευταίο σκαλί. Δεν χρειάζεται πολλά περισσότερα για να πει κανείς πως πρόκειται για μία κακή ιδέα. Μόνη λύση θα αποτελούσε η σμίκρυνση του χαμηλού σκαλιού και η μεγέθυνση των ανωτέρω. Υπάρχει λοιπόν τέτοια πρόβλεψη για την περίπτωση μας; Όχι. Άρα όσο η πρόταση δεν συνδυάζεται με προτάσεις που περπατούν στα ψηλότερα σκαλιά της κλίμακας, αυτή απορρίπτεται. Στην Ελλάδα όμως δεν αποφασίζουν οι πολίτες. Αποφασίσουν οι διοικητές τους, οι οποίοι εύκολα ξεγελούν τους διοικούμενους προκειμένου να βρίσκονται στη θέση του διοικητή στο διηνεκές. Με άλλο πρόσωπο αλλά με την ίδια εξουσιαστική νοοτροπία.

Κάποιος θα μιλούσε για τα Τοπικά Σχέδια Διαχείρισης Απορριμμάτων που προώθησε πρόπερσι η Περιφέρεια, ώστε να αναπτυχθούν και τα παραπάνω σκαλιά. Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς για την αναποτελεσματικότητα τους.. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Η σκάλα των απορριμμάτων στην Ελλάδα (και ιδιαίτερα στην Αττική) έχει μόνο ένα σκαλί. Το τελευταίο. Έτσι επέλεξαν οι διοικήσεις και οι κεφαλαιούχοι επενδυτές, αυτό μας επιβλήθηκε.

Επιστρέφουμε στη Σουηδία. Στην εκεί διαβούλευση θα εξεταζόταν μετά μία άλλη παράμετρος. Το οικονομικό όφελος που προκύπτει για τον πολίτη από τη λειτουργία του εκεί υποθετικού «ΧΥΤΑ Γραμματικού».

Ο τομέας των αποβλήτων στη Σουηδία θεωρείται πηγή εσόδων αφού είναι άρρηκτα δεμενος με την εξεύρεση και αξιοποίηση οικονομικών πόρων υπέρ των πολιτών.   Αυτό έχει επικρατήσει ως διαπίστωση της αποτελεσματικότητας ενός συστήματος που αναθέτει ευθύνες σύμφωνα με τις ικανότητες και την εμπειρία.

Πιο συγκεκριμένα, η κυβέρνηση ή η διευρυμένη  (περιφερειακή) τοπική αυτοδιοίκηση ορίζει τους δημόσιους εκείνους οργανισμούς ή τα ερευνητικά ινστιτούτα τα οποία προγραμματίζουν την εφαρμογή του σχεδίου διαχείρισης απορριμμάτων,  σύμφωνα με την σουηδική νομοθεσία.

Οι οργανισμοί αυτοί όποιοι με τη σειρά τους υποχρεώνουν δήμους, κοινότητες και περιφέρειες σε αναθεώρηση ή θέσπιση νομοθετημάτων ή οδηγιών για την επίτευξη των διαφόρων στόχων που έχουν οριστεί.  Η μη υπακοή και μη επίτευξη στόχων επιφέρει πρόστιμα υπό μορφή φορολογίας για κάθε δήμο και ακολούθως για κάθε πολίτη.

Αν λοιπόν ο ΧΥΤΑ Γραμματικού ετίθετο στον έλεγχο του κατά πόσο παράγει οικονομικό όφελος για τον πολίτη, θα αποτύγχανε παταγωδώς αφού αυτό δεν υπάρχει ούτε ως ιδέα στα Τοπικά Σχέδια Διαχείρισης Απορριμμάτων της Περιφέρειας, των οποίων μέρος είναι και ο ΧΥΤΑ. Αντίθετα, όπως και τόσα χρόνια στη Φυλή, προβλέπεται η πληρωμή από τους δημότες τέλος εισόδου στον ΧΥΤΑ, για τα απορριμματοφόρα και παράλληλα (σε ότι ανακυκλώνεται στα Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών, δηλαδή ελάχιστες ποσότητες) είσπραξη του τέλους ανακύκλωσης από τον ιδιώτη που διαχειρίζεται το ΚΔΑΥ). Το τέλος ανακύκλωσης το πληρώνουν όλοι οι καταναλωτές, με τις αγορές προϊόντων, για την ανάπτυξη της ανακύκλωσης,  αλλά μέσω των τοπικών σχεδίων της Περιφέρειας, αυτό καταλήγει στην τσέπη του εργολάβου του ΚΔΑΥ. Τελικά δηλαδή, για τον πολίτη δεν υπάρχει ούτε περιβαλλοντικό, ούτε οικονομικό όφελος.

Εδώ μπαίνει φαρδιά πλατιά η σφραγίδα «ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ» πάνω στο χαρτί που έχει τίτλο «ΕΓΚΡΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΧΥΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ». Αυτό θα γινόταν  σε μία υγιή διαβούλευση. Αλλά είπαμε. Οι διαβουλεύσεις στην Ελλάδα είναι «για τα μάτια»

Το ΚΕΛ βορείων Μεσογείων

Ο ΧΥΤΑ (ΧΥΤΥ τον λένε για να ρίξουν σκόνη στα μάτια αλλά η αλήθεια είναι μία) Γραμματικού δεν θα εγκρινόταν ποτέ σε μία δημοκρατική και πολιτισμένη χώρα. Θα είχαν αναζητηθεί λύσεις και τρόποι (όχι τόποι για να προλάβω τους αυτοματοποιημένους φανατικούς) που θα προστάτευαν το περιβάλλον και θα επιτύγχαναν όφελος για τον πολίτη. Βέβαια η περίπτωση της εγκατάστασης ΧΥΤΑ πάνω σε ρέμα που οδηγεί στον Νότιο Ευβοϊκό θα αποτελούσε λόγο αλλαγής και τόπου, αλλά στην Ελλάδα του «Κάνω ότι γουστάρω» και αυτό ακόμα είναι υπό αίρεση.

Ας περάσουμε τώρα στα υγρά απόβλητα, που η εγκατάσταση επεξεργασίας τους χωροθετήθηκε λίγο πιο νότια από το Γραμματικό, με αποδέκτη τον ίδιο κόλπο, τον νότιο Ευβοϊκό. Χωροθετήθηκε και προκρίθηκε από την ίδια περιφερειακή αρχή με τη συνέργεια πειθήνιων και πρόθυμων (άβουλων) οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης Α βαθμού. Όπως άλλωστε και ο ΧΥΤΑ στο Γραμματικό, αλλά ας μην επεκταθούμε γιατί θα πελαγοδρομήσουμε αδίκως.

Ως εγκατάσταση διαχείρισης αποβλήτων, το ΚΕΛ Βορείων Μεσογείων θα έπρεπε να περάσει από την ίδια διαδικασία αξιολόγησης όπως το ΧΥΤΑ Γραμματικού.

Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που συνετάχθη για την εγκατάσταση (εγκατάσταση «προχωρημένης» δευτεροβάθμιας επεξεργασίας με μεμβράνες), κρίνει πως ο καθαρισμός αυτού του βαθμού είναι αρκετός.

Στη σχετική διαβούλευση είχε παρατηρηθεί πως η δευτεροβάθμια επεξεργασία από μόνη της δεν αρκεί, στο πνεύμα της αειφόρου ανάπτυξης, δηλαδή της  ανάπτυξης που καλύπτει τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες.

Στο πνεύμα αυτό, οι πολίτες στη Σουηδία απαίτησαν και πέτυχαν την τριτοβάθμια επεξεργασία του ήδη επεξεργασμένου σε δεύτερο βαθμό, νερού. Πέτυχαν δηλαδή την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων με την μικρή κοστολογικά προσθήκη, ενός βαθμού επεξεργασίας. Στη Σουηδία, που είναι μία χώρα με καθαρά νερά, οι πολίτες αξίωσαν πως και το επεξεργασμένο νερό των βιολογικών καθαρισμών τους, θα πρέπει να είναι τέτοιας ποιότητας που να μπορούν ακόμα και να το πιουν. Πράγματι, σήμερα στους νιπτήρες των σουηδικών σπιτιών το επεξεργασμένο νερό με το οποίο τροφοδοτούνται, πίνεται!

Το ίδιο απαίτησαν και πέτυχαν και για το νερό που διοχετεύεται στα ποτάμια και τις λίμνες τους, ακόμα ακόμη και στη θάλασσα!.

Στο ΚΕΛ Βορείων Μεσογείων, άλλες περιβαλλοντικές παράμετροι που αγνοήθηκαν επιδεικτικά είναι και ο σχεδιασμός των διελεύσεων των αγωγών λυμάτων, οι οποίοι κόβουν κάθετα το Μέγα Ρέμα Ραφήνας ή και συμβάλλοντα σε αυτό ρέματα. Αυτή η κατάσταση στη σκανδιναβική χώρα θα ήταν απαράδεκτη, σύμφωνα και με τη σχετική οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα γλυκά νερά. Αγωγοί που μεταφέρουν ρύπους δεν μπορούν να διέρχονται από ρέματα και ποτάμια. Και αν δεν γίνεται αλλιώς, θα πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη αστοχιών και ειδικές διατάξεις προστασίας των χερσαίων και των υδάτινων συστημάτων.

Στη Σουηδία, με τη μακρά δημοκρατική παράδοση και τους συμμετέχοντες στα κοινά πολίτες που αποφασίζουν, διαθέτουν αναβαθμισμένα Κέντρα επεξεργασίας νερού, που παράγουν καθαρό νερό από τριτοβάθμια επεξεργασία. Στην Ελλάδα που αποφασίζουν οι «ειδικοί» με τη συνέργεια των «ει-δικών τους» η φωνή των πολιτών σβήνει, πνιγμένη από τον ήχο του κοπαδιού που επιβάλει την άποψη του τσοπάνη.

Το οικονομικό αποτέλεσμα για τους πολίτες

Το κόστος κατασκευής και λειτουργίας του ΚΕΛ θα βαρύνει βέβαια τους  Έλληνες πολίτες εκτός από τους  δημότες των βορείων Μεσογείων,  είτε μέσω του λογαριασμού ύδρευσης – αποχέτευσης είτε λόγω της άμεσης φορολογίας, από την οποία προέρχονται οι εθνικοί πόροι για την εθνική συμμετοχή στο έργο. Ακριβώς όπως και στα ΧΥΤΑ. Πληρώνουμε οι πολίτες για να μην έχουμε ούτε καθαρό περιβάλλον ούτε αειφορικές μεθόδους διαχείρισης των αποβλήτων. Πληρώνουμε γιατί πρέπει κάποιοι να εισπράξουν. Στο φως και το σκοτάδι.

Θα πληρώσουμε και το εσωτερικό δίκτυο μόνοι μας και τις συνδέσεις. Θα πληρώνουμε την ενέργεια για τη λειτουργία του και το προσωπικό του. Θα πληρώνουμε εσαεί, δίχως καμία σχέση ανταποδοτικότητας ή έστω αναλογικότητας στην επιβάρυνση.

Η Σουηδία, που όπως είπαμε είναι χώρα αρκετά πλούσια σε υδάτινους πόρους έχει την τύχη να έχει πολύ καθαρό πόσιμο νερό. Οι υδάτινοί της πόροι χαρακτηρίζονται ως riksintresse δηλαδή ως πόροι που προστατεύονται λόγω εθνικού συμφέροντος! Το νερό του νιπτήρα, όπως είπαμε, είναι πόσιμο αλλά καθαρίζεται και φιλτράρεται συνεχώς. Η επεξεργασία του νερού δηλαδή,  έχει πολύ μεγάλο κόστος.

Οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας αποβλήτων που προέρχονται  είτε από νοικοκυριά είτε από εταιρίες, εργοστάσια, χωματερές, κτήρια δημοσίου,  είναι πάρα πολλές και άρτια εξοπλισμένες όσον αφορά και το προσωπικό αλλά και την τεχνολογία.

Το κόστος που αντιστοιχεί στα νοικοκυριά είναι ενταγμένο στη βασική φορολογία, ενώ των οργανισμών σε μία ειδική «ενισχυμένη» φορολογία» που περιλαμβάνεται στην ετήσια επιβάρυνση τους. Έτσι διατηρείται σε λογικότερα επίπεδα η φορολογία των νοικοκυριών που ούτως ή άλλως, συμβάλλουν λιγότερο στη ρύπανση. Αν κατά τον έλεγχο των εισαγωγών ακάθαρτου νερού εντοπιστεί πηγή πρόσθετης ρύπανσης, ο φόρος αυξάνεται ανάλογα.

Ο τομέας των αποβλήτων είναι πια πηγή «εσόδων» αφού είναι άρρηκτα δεμένος με την εξεύρεση και αξιοποίηση οικονομικών πόρων υπέρ των πολιτών.

Ο ρόλος της κλίμακας ιεράρχησης

Σύμφωνα με την οδηγία 2008/98/ΕΚ η οποία απαιτεί από κάθε κράτος-μέλος να θεσπίσει συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για την διαχείριση αποβλήτων του. 

Στο πνεύμα αυτό οι Σουηδοί έχουν αναπτύξει τα μοντέλα τους πάνω στην εφαρμογή της κλίμακας ιεράρχησης των μεθόδων επεξεργασίας που παρουσιάσαμε πιο πάνω και τα τηρούνε απαρέγκλιτα.

Ο πρώτος λόγος ανήκει στους πολίτες, οι οποίοι συμμετέχουν στις διαβουλεύσεις, οι οποίες είναι δημοκρατικές δίχως κοπάδια οργανωμένων συμφερόντων τα οποία χειραγωγούν τις γνωμοδοτήσεις κατά το συμφέρον των «ποιμένων» τους. Οι πολίτες αξιώνουν το καλύτερο, τόσο για το περιβάλλον τους, όσο και για την οικονομία τους. Αξιώνουν το καλύτερο για τη χώρα τους.

Στην Ελλάδα έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε για να φτάσουμε στο σημείο που οδήγησαν τη Σουηδία οι πολίτες της.  Είναι ένας αγώνας με τον χρόνο και τη συνείδηση, προκειμένου να φτάσουμε σε εκείνο το σημείο, πριν τα οργανωμένα συμφέροντα και η βλακεία μας, οδηγήσουν τη χώρα σε μία νέα οικονομική και μία μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική καταστροφή.