Άλλη μια περίοδος των περιβόητων Πανελληνίων Εξετάσεων φτάνει στο τέλος της. Ένας θεσμός που αποδεικνύει και αυτός, με το δικό του τρόπο, το αδιέξοδα της κοινωνίας που έχουμε οικοδομήσει, ολοκληρώνεται για τους μαθητές με τρόπο τραυματικό. Για μια ακόμη φορά επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό στα μαθήματα της Θετικής Κατεύθυνσης καθώς είδαμε να επιλέγονται θέματα ιδιαίτερης δυσκολίας που έκαναν μαθητές οι οποίοι είχαν κοπιάσει κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, να νιώθουν άχρηστοι και να βγαίνουν από τις σχολικές αίθουσες με δάκρυα στα μάτια.

Ξέρουμε όλοι πως αυτές οι εξετάσεις είναι ένας διαγωνισμός, όπου δεν μετράει η απόλυτη δική σου επίδοση, αλλά το πόσο καλά θα τα πας σε σχέση με τους υπόλοιπους (όπως είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια, προκλητική ελαφρότητα αλλά και περισσό θράσος μια καθηγήτρια φροντιστηρίου που σχολίαζε τα θέματα της Χημείας «μη στενοχωριέσαι αν δεν έγραψες καλά, σημασία έχει αν έγραψες καλύτερα από το διπλανό σου»). Αυτό, όμως, δεν αφαιρεί το δικαίωμα από τους μαθητές να απαιτούν να επιλέγονται θέματα που θα μπορούν να βαθμολογούν δίκαια την προσπάθεια που κατέβαλλαν κατά τη διάρκεια της χρονιάς.

 

Και εδώ δεν εννοούμε να χαριστούμε ή να χαϊδέψουμε τα παιδιά. Όταν πάνω από το 50% βαθμολογείται κάτω από τη βάση (και αυτό συμβαίνει μόνο στη Θετική κατεύθυνση), το πρόβλημα σίγουρα δεν βρίσκεται μόνο στα παιδιά, μάλλον δε βρίσκεται καθόλου στα παιδιά. Οι πρώτοι που θα πρέπει να κοιταχτούν είναι τα μέλη της επιτροπής που επιλέγει τα θέματα. Απορούμε και διερωτώμαστε αν αυτοί οι άνθρωποι έχουν επαφή με την πραγματικότητα. Αν γνωρίζουν το σχολικό βιβλίο που μοιράζεται στα παιδιά, αν γνωρίζουν το πώς γίνεται μάθημα στα δημόσια σχολεία, αν γνωρίζουν ακόμη και αυτές τις ίδιες τις οδηγίες που κάθε χρόνο στέλνει το υπουργείο Παιδείας σχετικά με τη διδασκαλία αυτών των μαθημάτων και τους γνωστικούς στόχους

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, η οποία κάθε χρόνο γίνεται με το μάθημα των Μαθηματικών. Εκεί οι μαθητές έχουν αποδεχθεί μοιρολατρικά τη μεγάλη δυσκολία που θα συναντήσουν και τη σημαντική πιθανότητα μιας πανωλεθρίας παρά τη μεγάλη προσπάθεια που μπορεί να έχουν καταβάλλει κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς. Έτσι και η φετινή δυσκολία των θεμάτων πέρασε στα ψιλά

Ύστερα ήρθε η Φυσική. Εκεί, είδαμε για πολλοστή φορά να επιλέγονται θέματα που δεν έχουν καμία αντιστοιχία με το επίπεδο της δουλειάς που γίνεται στα σχολεία αλλά και με το σχολικό βιβλίο. Είδαμε θέματα που σε καμία περίπτωση δεν ελέγχουν το εύρος της γνώσης ή της κριτικής ικανότητας παρά μόνο επιβραβεύουν όσους μπορούν να μαθαίνουν αυτοματισμούς. Είδαμε θέματα που δεν μπορούν να δώσουν μια δίκαιη βαθμολόγηση και να καταδικάζουν τα περισσότερα παιδιά σε πολύ χαμηλή βαθμολογία, σε πολλές περιπτώσεις αναντίστοιχη της προσπάθειάς τους.

Ώσπου ήρθε και η Χημεία για να ολοκληρώσει το παζλ με διαφορετικό τρόπο. Εδώ επιλέχθηκαν θέματα που απαιτούσαν ιδιαίτερη κριτική ικανότητα. Κάτι που δεν είναι από μόνο του κακό, αρκεί τα παιδιά να έχουν προετοιμαστεί για τέτοιο ενδεχόμενο. Τόσο μέσα από το σχολικό τους βιβλίο, όσο και από το ίδιο τους το σχολείο. Κάτι τέτοιο, βέβαια, ποτέ δε συνέβη.

Όσοι παρακολουθούν τα πράγματα από κοντά, γνωρίζουν πως στην πραγματικότητα το δημόσιο σχολείο απαξιώνεται χρόνο με το χρόνο με δραματικό τρόπο. Οι λόγοι είναι πολλοί και δεν είναι της παρούσης. Μέχρι και τη Β’ Λυκείου, πάντως, τα παιδιά βρίσκονται μέσα σε μια απίστευτη ελαφρότητα και χαλαρότητα και ξαφνικά καλούνται στη Γ’ Λυκείου να δώσουν εξετάσεις κάτω από εξαιρετικά σκληρές συνθήκες. Στην πραγματικότητα, το δημόσιο σχολείο στη Γ΄ Λυκείου δεν λειτουργεί και τα παιδιά εναποθέτουν τις ελπίδες τους στα φροντιστήρια. Παράλληλα τα ιδιωτικά σχολεία, λειτουργώντας ως κράτος εν κράτει, ακολουθούν παράτυπα δικό τους πρόγραμμα σπουδών με εντατικές φροντιστηριακές ώρες πάνω στα μαθήματα που θα εξεταστούν πανελλαδικά (για τη μικρή μερίδα των μαθητών τους που θα δώσουν πανελλήνιες εξετάσεις, καθώς το μεγάλο ποσοστό αυτών είναι ήδη με το ένα πόδι στο εξωτερικό για σπουδές με την υψηλή χορηγία των κραταιών οικογενειών τους)

Πώς λοιπόν μπορεί κάποιος μαθητής να στηριχθεί στο δημόσιο σχολείο, όπως θα έπρεπε να συμβαίνει κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, όταν ακόμη και τα παιδιά που παρακολουθούν φροντιστηριακά μαθήματα δυσκολεύονται τόσο πολύ; Αναρωτιόμαστε ποια μπορεί να είναι τα αίτια της επιλογής τέτοιων θεμάτων. Είναι αποτέλεσμα ανικανότητας και άγνοιας της πραγματικότητας; Είναι αποτέλεσμα μιας ψευδοεπιστημονικής αντίληψης; Είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας από πλευράς των μελών της επιτροπής να αυτοεπιβεβαιωθούν και να αποδείξουν ότι μπορούν να βάζουν θέματα που «δεν κυκλοφορούν πουθενά»;

Όποιο και αν είναι πάντως το κίνητρο της επιλογής, το αποτέλεσμα είναι ξεκάθαρα αντιπαιδαγωγικό, αντικοινωνικό και βαθιά άδικο για πολλά παιδιά. Ποιος όμως μπορεί να ακούσει και να κατανοήσει τις φωνές διαμαρτυρίας, τόσο των μαθητών όσο και των δασκάλων τους; Των δασκάλων αυτών που μπορεί να είναι λίγοι, όμως υπάρχουν και κοιτούν τους μαθητές τους με συμπάθεια και κατανόηση και με μια κάποια ενοχή που δεν κατόρθωσαν να τους βοηθήσουν όπως θα ήθελαν