Αυτές τις μέρες διαβάζουμε πολλές ερμηνείες σχετικά με τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών. Άλλοι επικαλούνται οικονομικούς λόγους αναφέροντας πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε την υποστήριξη της μεσαίας τάξης, άλλοι μιλούν για «εθνικούς» λόγους επικαλούμενοι τη συμφωνία των Πρεσπών για σύνθετη ονομασία της γειτονικής χώρας και μάλλον λίγοι είναι αυτοί που μιλούν για τους ανθρώπους που έχασε μια για πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ μετά το χειρισμό του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου. Για έναν από αυτούς τους ανθρώπους θα διαβάσουμε τώρα

«Ψήφισε τρεις τέσσερις φορές αριστερά, κι ας του φαινόταν να `ναι κωμωδία όλα αυτά». Οι στίχοι αυτοί στριφογύριζαν συνεχώς στο μυαλό του όλη τη μέρα . Και δεν ήταν ούτε τρεις ούτε τέσσερεις οι φορές που είχε ψηφίσει Αριστερά. Μπορεί να ήταν και δεκατρείς ή δεκατέσσερεις, ίσως και περισσότερες. Δεν τις μέτρησε ποτέ. Άλλωστε, μέχρι το 2015, δεν είχε ποτέ πιστέψει ότι ένα κόμμα της Αριστεράς θα μπορούσε να κερδίσει τις εκλογές. Ψήφιζε, όμως, με συνέπεια, με αφοσίωση, με ανιδιοτέλεια. Δεν υπέκυψε ποτέ του στο δίλημμα να ψηφίσει το ΠΑΣΟΚ για να μην έρθει η Δεξιά. Στα μάτια του τα δύο αυτά κόμματα ήταν ίδια ή σχεδόν ίδια. Ψήφιζε με βάση τη συνείδησή του και κάθε βράδυ των εκλογών περίμενε τα αποτελέσματα έχοντας μια μικρή ελπίδα πως τα πράγματα μπορεί να άλλαζαν έστω και λίγο και η Αριστερά να έβγαινε με ενισχυμένο ποσοστό, ώστε να μπορούσε να επηρεάσει λίγο περισσότερο τα πράγματα προς το καλό των φτωχών και των εργαζομένων. Μέχρι εκεί έφταναν οι προσδοκίες του

Ώσπου ήρθαν τα Μνημόνια και οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις του 2010. Βούτηξε σ΄αυτές με λαχτάρα και ελπίδα. Είχε χρόνια να πάει σε διαδήλωση. Πίστευε πως ήταν μια μάταιη εθιμοτυπική παρέλαση. Είχε παρακολουθήσει από μακριά τις μεγάλες διαδηλώσεις του 2008 με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Δεν τις θεώρησε κάτι περισσότερο από μια νεανική εξέγερση. Συνήθιζε να λέει πως αν σε μια εξέγερση βλέπεις μόνο άντρες ή μόνο νέους, δεν πρόκειται για κάτι που μπορεί να πάει μακριά. Όμως, τώρα, αυτές οι διαδηλώσεις ήταν αλλιώς. Έβλεπε κόσμο όλων των ηλικιών, άντρες και γυναίκες, εξεγερμένο, θαρραλέο και αποφασισμένο και άρχισε να σκέφτεται πως ίσως είχε έρθει επιτέλους η μεγάλη ευκαιρία. Έβλεπε τις μνημονιακές κυβερνήσεις να πέφτουν η μία μετά την άλλη κάτω από την πίεση του λαού και σκεφτόταν μήπως είχε έρθει η σειρά της Αριστεράς. Δεν έκανε λάθος στην εκτίμηση αυτή. Είχε έρθει πράγματι η σειρά της Αριστεράς και το 2015 έγινε κυβέρνηση.

Με συγκίνηση παρακολούθησε την επίσκεψη της πρώτης αριστερής κυβέρνησης στην Καισαριανή. Με κατανόηση αντιμετώπισε τη συμμαχία με τον Καμμένο και πρώην Πασόκους, γιατί καταλάβαινε πως μια μάχη χρειαζόταν συμμάχους. Με περηφάνια έβλεπε τις επιθέσεις που δεχόταν από το ευρωπαϊκό κατεστημένο. Με ψυχραιμία υποδέχθηκε τα capital controls, αποδεχόμενος ότι αυτό ήταν το πρώτο πλήγμα που δεχόταν ο λαός στη μάχη που ξεκινούσε. Με ενθουσιασμό άκουσε την προκήρυξη του δημοψηφίσματος από τον πρωθυπουργό. Με δέος συμμετείχε στη μεγαλειώδη συγκέντρωση για το ΟΧΙ στην πλατεία Συντάγματος. Με πανηγυρισμούς υποδέχθηκε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Το ίδιο βράδυ άκουγε τον πρωθυπουργό του να λέει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν σηματοδοτεί ρήξη με την Ευρώπη και αποτελεί απλώς ένα διαπραγμευτικό χαρτί. Το επόμενο πρωϊ μάθαινε την αποπομπή του μη ελεγχόμενου Βαρουφάκη. Το μεσημέρι ήξερε πως όλα είχαν τελειώσει. Οι ελπίδες του για μια κυβέρνηση της Αριστεράς που θα πάλευε, είχαν διαψευστεί πανηγυρικά και πολύ σύντομα.

Τώρα, γυρνάει ανέστιος και απαισιόδοξος. Παρόλα αυτά ψήφισε και ας είχαν αρχίσει να του φαίνονται κωμωδία όλα αυτά. Δεν ψήφισε, όμως, τον ΣΥΡΙΖΑ. Ήξερε πως ο Μητσοτάκης έρχεται με βήμα γοργό σέρνοντας από πίσω του κυνικούς νεοφιλελεύθερους, επικίνδυνους εθνικιστές και θρησκόληπτους σκοταδιστές. Ήξερε πως τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα από πριν. Θα ήθελε να μην εκλεγεί η Νέα Δημοκρατία και βαθιά, μέσα του, έλπιζε να νικήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Όχι όμως με τη βοήθειά του πια, όχι στο όνομά του