Βγήκε από το supermarket γεμάτος ψώνια. Έξω από την πόρτα, μια γυναίκα ζητιάνευε κι αυτός έσκυψε το κεφάλι και έκανε πως ούτε την έβλεπε ούτε την άκουγε. Ήξερε καλά πως δε θα του έλειπαν τα 20 λεπτά που ζητούσε. Και όμως, είχε συνηθίσει να βλέπει τη δυστυχία με τόση απάθεια που τον τρόμαζε. Βαρέθηκε ακόμη και να βάλει το χέρι στην τσέπη. Καθησύχασε τον εαυτό του πως η γυναίκα δε φαινόταν και σε τόσο μεγάλη ανάγκη και φεύγοντας έριξε μια τελευταία, λοξή απ΄ τη ντροπή του, ματιά στη γυναίκα. Τουλάχιστον ντρέπεσαι, είπε στον εαυτό του ειρωνικά. Κάτι είναι κι αυτό. Πάμε τώρα να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα. Τι ακριβώς να γιορτάσουμε, αναρωτήθηκε; Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι στίχοι του Δεληβοριά:

«Χριστούγεννα, δεν περιμένω όμως τίποτα πια
Τον Άι Βασίλη απλώς τον λέγαν μπαμπά
Κι είν' ένας πρώην Έλλην αριστερός, ένας θνητός
Με τ' όνειρό του δίχως στέγη καμιά»

 

 

Στα δελτία ειδήσεων άκουσε για άλλη μια φορά για την τραγική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι Έλληνες, όχι εξαιτίας της οικονομικής ανέχειάς τους, όχι. Άλλωστε αυτή έχει παρέλθει οριστικά. Τον διαβεβαίωνε γι αυτό ο ΣΚΑΙ με τα ρεπορτάζ του που έδειχναν πως φέτος κινείται πολύ καλά η αγορά. Για άλλο πράγμα αγωνιούσαν οι συμπατριώτες του. Ήταν που δεν άντεχαν άλλους μετανάστες και γι αυτό έβγαιναν στο δρόμο, φωνάζοντας και απειλώντας. Αύριο μάλλον θα μείνουν ήσυχοι, σκέφτηκε. Θα γιορτάσουν τα παραδοσιακά ελληνικά Χριστούγεννα, τα Χριστούγεννα της αγάπης, που κινδυνεύουν με αλλοίωση από αλλότριους θεούς. Κάποιοι από αυτούς μπορεί και να βάλουν να παίξει και το τραγούδι του Lennon, ανάμεσα στα τόσα άλλα εύθυμα χριστουγεννιάτικα

“And so this is Christmas, for weak and for strong
For rich and the poor ones, the world is so wrong
And so happy Christmas, for black and for white
For yellow and red ones, let's stop all the fight”

 

 

 Έτσι σκυμμένος από τις σκέψεις, άργησε να συνειδητοποιήσει πως φέτος οι δρόμοι ήταν φωτισμένοι, πιο πολύ από κάθε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια. Είχε φροντίσει γι αυτό η Coca-Cola, η Protergia, η Motor Oil και άλλα ευαγή ιδρύματα. Αν μπορούσαν μάλιστα, να έριχναν και σκιές εκεί που κοιμούνταν οι άστεγοι, θα ήταν ακόμη καλύτερα.

Και όμως, συνέχισε τις σκέψεις του, ο άνθρωπος φαίνεται πως έχει ανάγκη τους συμβολισμούς. Ακόμη και στην πιο δύσκολη φάση της ζωής του, βρίσκει τον τρόπο να ξεγελά τις αγωνίες και τους φόβους του. Στο μυαλό του καρφώθηκαν οι τελευταίοι στίχοι από την «Παραμονή Χριστουγέννων» του Τάσου Λειβαδίτη.

 

«Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.

Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο.

Πιο μακριά η σιωπή.

Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.

Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά

σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.

Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη

χώσε τα χέρια σου.

— Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κι η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι»

 

Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, αναφώνησε και αυτός και μακάρι , είπε, να αρκούσαν οι ευχές μόνο!