Η Δάφνη που ονειροπολούσε και μετεωριζόταν με τον νου της μεταξύ του ρευστού του Σύμπαντος και του νερού της θάλασσας, κάποια στιγμή αποφάσισε να πατήσει στη γη. Και  όχι μόνο να πατήσει αλλά να ριζώσει.

Όσο και να το ήθελε, από τη μία ο έρωτας της για την ελευθερία και το συνεχές κυνήγι πλανητών τε και απλανών, δεν της επέτρεπε να το αποφασίσει και βέβαια ούτε να το υλοποιήσει. Περίμενε κι αυτή ένα θαύμα, όπως περιμένουν όλοι οι άνθρωποι. Οι αδύναμοι και άβουλοι ή απλά ετερόφωτοι άνθρωποι. Η Δάφνη όμως δεν ήταν άνθρωπος. Η Δάφνη ήταν και είναι η Δάφνη, η Νύμφη που χιλιάδες χρόνια τώρα υποφέρει από τη γλυκιά πληγή της Ύπαρξης.

-Τι έχεις Δάφνη; Τη ρωτάνε οι φίλοι της, θεοί, ημίθεοι αλλά και άνθρωποι γιατί η Δάφνη τιμά και ανθρώπους με την παρέα της.

-Ύπαρξη… απαντά με παράπονο και ξεφυσάει γλυκά, τόσο που να σκορπίσει στα ρουθούνια αυτού που την ρώτησε, τη μυρωμένη εκπνοή της. Λες και το κάνει επίτηδες!

Όλοι το ξέρουμε και τη ρωτάμε συνεχώς τη Δάφνη, την ίδια και την ίδια ερώτηση

-Τι έχεις Δάφνη;

Και εκείνη διαρκώς εκπνέει μπροστά μας το μύρο της, σαν ένα δώρο για εμάς και μία ανακούφιση για εκείνη

Τελευταία μάθαμε φήμες πως η Δάφνη τελικά ρίζωσε. Ακόμα και οι πιο ευκολόπιστοι ήθελαν να δουν τη Δάφνη ριζωμένη/ Να δουν την ίδια αλλά και τον τόπο που είχε ριζώσει. Τον τόπο, τον πλανήτη, τον γαλαξία που διάλεξε η Δάφνη για να μυρώνει.

Ψάξαμε πολύ αλλά τελικά τη βρήκαμε. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο, απλά ακολουθήσαμε το μύρο που χάριζε κάθε φορά που λαχάνιαζε και ξαπόσταινε, αναπνέοντας δυνατά για να μυρώσει το κάθε Σύμπαν που διέσχιζε. Την βρήκα πρώτος εγώ και χάρηκα γι’ αυτό ακόμα πιο πολύ. Χάρηκα ακόμα πιο πολύ γιατί ήξερα από τους παλιούς πως αν βρεις τη Δάφνη ριζωμένη, η πνοή που θα σου στείλει θα σε μυρώσει αλλά θα σε κάνει να βγάλεις κι εσύ ρίζες εκεί, δίπλα της. Εκεί που έχει γραφτεί, κάθε φορά που θα εκπνέι η Δάφνη θα εισπνέεις εσύ. Εκεί που αναπνέεις αιώνια την πνοή της Δάφνης.

Τι και αν δεν θα μπορείς να κουνηθείς πια στη ζωή σου; Και γιατί να κουνηθείς πια;

Αφού τώρα θα τα έχεις όλα