Δε φοβήθηκε ο Παύλος .. πάλεψε σαν παλικάρι και χτυπήθηκε άνανδρα από τα χέρια ενός μαχαιροβγάλτη. Αν μπορούσαμε, όλοι μας, να νικήσουμε το φόβο όπως το έκανε ο Παύλος, δε θα υπήρχαν φασίστες γύρω μας, δε θα υπήρχαν εκμεταλλευτές, δε θα υπήρχαν δούλοι

 

Μεσάνυχτα της 17ης προς 18ης Σεπτέμβρη … Ο Παύλος Φύσσας πέφτει νεκρός μαχαιρωμένος από το χρυσαυγίτη Γ.Ρουπακιά, μετά από οργανωμένη επίθεση εναντίον του Φύσσα και της παρέας του από τάγμα εφόδου του πυρήνα Νίκαιας της Χρυσής Αυγής. Η δολοφονία αυτή ξεγυμνώνει τη ναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής αποκαλύπτοντας πλέον και στον πιο ανυποψίαστο την εγκληματική της φύση. Αμέσως ξεσηκώνεται ένα τεράστιο κύμα αντιδράσεων εναντίον της ναζιστικής συμμορίας και αναγκάζει ακόμη και την κυβέρνηση Σαμαρά να πάρει μέτρα εναντίον της, βλέποντας πως οι ναζί δεν της αφήνουν άλλα περιθώρια ανοχής.

Ο Παύλος Φύσσας πλέον αποτελεί ένα παγκόσμιο σύμβολο του αντιφασιστικού αγώνα. Τιμώντας τη μνήμη του, θα θυμίσουμε τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Θα θυμίσουμε, επίσης, την προκλητική ολιγωρία της αστυνομίας, αλλά και την απαράδεκτη στάση των κυρίαρχων ΜΜ"Ε " εκείνες τις κρίσιμες ημέρες

 

tsiforosGro

 

Λες έχω αμπέλια και χωράφια και σπίτια και γης. Κουράδες έχεις.

Κανένας άνθρωπος δεν έχει γη. Η γης έχει εμάς και σπάει κέφι μαζί μας, άσε που την ενοχλάμε κάθε λίγο σαν κοτόψειρες.

Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα.

Πήρες παρασήματα και χειροκροτήματα και ζήτω και έρχεται αδερφάκι μου ένα τόσο δα μικρόβιο από συνάχι και σε κάνει μια πτωματάρα χωρίς να το καταλάβεις.

Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο: «κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα», και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ.

Κάνεις τον δυνατό κι έτσι και πιάσει μια παγωνιά τρέμεις σαν παλιόσκυλο και από την άλλη μεριά, μια μολόχα, ένα χορταράκι ασήμαντο, κάθεται όλη νύχτα και τρώει τους αέρηδες και το χιονιά και το πρωί είναι φρέσκο και δεν τού ‘γινε τίποτα.

Πούν’ η δύναμή σου ρε φιόγκο κάτου από τούτο εδώ το Σύμπαν που μας πλακώνει με το βάρος του; Πούναι τα μεγαλεία σου και το τουπέ σου; Μια ανάποδη να πάρουνε τα πράματα, στα λεφτά, στα πολιτικά, στην υγεία, στα όλα που την βασίζεις, πας, ξεγράφτηκες και μήτε που θέλουνε να σε θυμούνται οι άλλοι. Πέθανες και περάσανε πενήντα χρόνια και μήτε κανένας ξέρει αν υπήρξες και αν έκανες και σε φοβηθήκανε και σε λογαριάσανε.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ- Το απόλυτο μηδέν - Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ

 

Θεωρούμε σίγουρο πως αν ο Μάνος Χατζιδάκις μπορούσε να διαβάσει αυτά που τώρα δα γράφουμε γι’ αυτόν, θα γελούσε ειρωνικά. «Έπρεπε να έρθει η επέτειος του θανάτου μου για να τα γράψετε;» σαν να τον ακούμε να καγχάζει, γνωρίζοντας πως ο ίδιος απεχθανόταν τις επετείους και την αναμνησιολογία. «Αυτά μόνο μπορέσατε ή θέλατε να καταλάβετε από όσα εννοούσα;» συνεχίζουμε να τον ακούμε, θυμωμένο αυτή τη φορά. Και δε θα είχε άδικο. Όμως εμείς θα γράψουμε. Όχι για τη μουσική του, αλλά γι αυτόν τον ίδιο, για το ελεύθερο και σοφό πνεύμα του. Θα γράψουμε γι αυτόν, όχι για να τον τιμήσουμε, αλλά για μας τους ίδιους. Για να μας δοθεί ακόμη μια φορά η ευκαιρία να σκύψουμε πάνω στα λόγια του και να ρουφήξουμε λίγη από τη σοφία τους. Και αν μπορέσουμε από τη θέση μας να μεταδώσουμε αυτή τη σοφία και σε κάποιους άλλους, θα έχουμε κι εμείς φανεί, έστω και λίγο, χρήσιμοι

Ο Μάνος Χατζιδάκις λέγεται πως ήταν δεξιός. Μάλλον οι δεξιοί τον τοποθετούσαν αυθαίρετα στη δική τους πλευρά, χωρίς ο ίδιος να ενδιαφέρεται να τους διαψεύσει ή να τους επιβεβαιώσει. Στην πραγματικότητα, οι αξίες του συνέπιπταν με τις βαθιές ανθρωπιστικές αξίες της αριστεράς αν και πολλές φορές ο συγκρουσιακός και συνθηματικός λόγος της τον έβρισκαν αντίθετο. Ο ίδιος είχε δηλώσει σχετικά με αυτό “Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει”. Είναι γνωστό, επίσης, πως είχε υπάρξει μέλος της ΕΠΟΝ. Αλλά και ποιος δεξιός θα μπορούσε, μετά την αθώωση του αστυνομικού Μελίστα για τη δολοφονία του 15χρονου Καλτεζά στα Εξάρχεια το 1985, να είχε κάνει τις παρακάτω δηλώσεις ;

 

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια, κάποιος μας τα κλέβει μυστικά
χρόνια που περνούν, που δε θα ξαναρθούν
κι εκείνο που βλέπω να μένει τελικά 

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες τα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν, που δε θα ξαναρθούν
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά»

Στις 7 Φεβρουαρίου του 2017, έφευγε από τη ζωή ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ένας μοναδικός καλλιτέχνης που δεν ανήκε σε ρεύματα ή σε είδη. Δεν περιοριζόταν από μουσικά στεγανά. Έκανε πάντα αυτό που του άρεσε, αδιαφορώντας για τις τάσεις και τις μόδες της εποχής. «Έκανα πάντα του κεφαλιού μου. Αδιαφορώντας για τον κόσμο [...] Δηλαδή, έλεγα αυτό θα κάνω και όσοι πιστοί προσέλθετε. [...] δεν με ενδιέφερε η μόδα. Δεν με ενδιέφερε η μόδα στο ντύσιμο, δεν με ενδιέφερε στα μαλλιά. Το ίδιο και στα τραγούδια. Το έκανα για πάρτη μου. Που λέει και ο Μπόρχες κάπου, ο μέγας Μπόρχες ο συγγραφέας, “γράφω για μένα, για μερικούς φίλους μου, και για να απαλύνω την ροή του χρόνου”»

Για να απαλύνει τη ροή του χρόνου … Λένε πως ο άνθρωπος είναι το μοναδικό πλάσμα που έχει συνείδηση του βέβαιου θανάτου του. Οι περισσότεροι άνθρωποι, βέβαια, ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ. Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, όμως, που αυτή η γνώση αποτελεί φάρο για όλη τους τη ζωή. Αυτούς τους ανθρώπους θα τους αναγνωρίσεις από τη διάχυτη μελαγχολία που αποπνέουν. Μια μελαγχολία όμως που ξέρουν πάντα να τη διαλύουν την κατάλληλη στιγμή με τη σωστή δόση χιούμορ, αυτή τη μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου με την οποία μπορεί να ρίχνει λίγη χρυσόσκονη πάνω στη δραματικότητα της ύπαρξής του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Λουκιανός. Με τη σωστή δόση μελαγχολίας και χιούμορ ήξερε να αντιμετωπίζει το χρόνο, αυτόν τον αενάως κινούμενο άγνωστο που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.

 

“Αλίμονο στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και  στους νόμους των Κλεφτών”

Κώστας Βάρναλης - Η αληθινή απολογία του Σωκράτη

Στις 16 Δεκεμβρίου 1974 πεθαίνει ο Κώστας Βάρναλης, ο ποιητής-λογοτέχνης-δημοσιογράφος που στράτευσε την τέχνη του στην υπηρεσία του Δίκαιου. Η γλώσσα του είναι λαϊκή, χωρίς φτιασίδια, χωρίς ίχνος διανοουμενισμού. Είναι σκληρή, σατιρική και βλάσφημη. Τσακίζει κόκκαλα, ταράζει συνειδήσεις, δε χαρίζεται σε κανέναν, ούτε καν στο λαό για χάρη του οποίου γράφει.

Ο Αριστείδης Γιαννόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Μηλιές του νομού Ηλείας.

Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια υπηρέτησε σαν στρατιωτικός γιατρός στο Πολεμικό Ναυτικό απ' όπου και αποστρατεύτηκε.

Εξακολουθεί να ασκεί την ιατρική από τη σκοπιά της Ομοιοπαθητικής Ιατρικής.

Ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία έδειξε από τα πρώτα εφηβικά χρόνια. Οι εμπειρίες του από κοινωνικές, ατομικές και συναισθηματικές συμπεριφορές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνική δημιουργία ποιητική και πεζογραφική.

16466608833 fa26633ef3 z

16879368127 47c122e7a4 z

16898969388 2b38fbed62 z

16899200480 fc3d53ff93 o

16899204790 e43b3f2c54 z

16900549359 5a49ed6b3b z

16900535079 3b762978cf o

16898989448 c70c9fcbc6 z

17086037621 9d165dfa12 z

17060791036 a7ab2a780c z

Γεννήθηκε στα Χανια της Κρήτης απο γονείς Μανιάτες. Ο πατέρας του ηταν Λιμενικος αξιωματικός τα δε παιδικά του χρόνια τα εζησε σε διάφορες παραθαλάσσιες πόλεις αφού λόγω της δουλειάς του πατέρα του επρεπε συχνά να μετακομίζουν.Ετσι η Καλαμάτα, η Κέρκυρα , η Χαλκίδα και ο Γερολιμένας ηταν οι πόλεις που πέρασε τα παιδικά του χρονια .Οντας εφηβος αυτή η περιήγηση κατέληξε στον Πειραιά οπου στα Μανιάτικα  εγκαταστάθηκε με τα δυο του αδέλφια και τους γονείς του . Μετά την ληξη του πολεμου το 1946, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και αργότερα το 1952 φοίτησε  στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, αφου ειχε ηδη εμπλακει με τον κινηματογράφο γυρίζοντας την πρωτη του ταινια ‘Το Στραβοξυλο’, υπήρξε δε  μαθητής του μεγάλου Δημήτρη Ροντήρη.

Ήταν ψηλός, φωτογενής, κομψός, αρρενωπός. Έγινε σύντομα γνωστός και αγαπητός σε πολλές θαυμάστριες. Θεωρήθηκε ο κατ’εξοχην ζεν πρεμιέ της εποχής της δεκαετιας του 50.

Με την ζωγραφική ξεκίνησε την ζωη του και με αυτην την εκλεισε. Χρησιμοποιούσε ολους τους τρόπους και τεχνικες της , λαδια, ακουαρέλες, μελάνια, μολύβια, κάρβουνο και χαρακτική για να αποτυπώσει την εμπνευση του. Το έργο του κρίθηκε εξπρεσιονιστικό με καθαρό όμως προσωπικό τόνο.

Υπήρξε επίσης πολύ γνωστός και ως σκιτσογράφος με συνεργασίες σε περιοδικά, εφημεριδες και άλλα έντυπα. Η επίδοσή του όμως στον κινηματογράφο υπήρξε πολυ επιτυχής και τον συνοδευε για το υπολοιπο της ζωης του.

Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 74 ετών και κηδεύθηκε στο κοιμητήριο της Αναστάσεως του Πειραιά.

"Τα πάντα είναι για μένα ερέθισμα. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μ’ ενδιαφέρει. Μισώ τις πυξίδες για τον εκνευριστικό προσανατολισμό τους. Ωστόσο παραδέχομαι  το μόνιμο στοιχείο των αρχών της τεχνικής στη ζωγραφική. Πιστεύω πως η τέχνη δεν είναι μια πεπαλαιωμένη αφαίρεση, χωρίς να συμφωνώ με του πληθωρικούς είτε τους ψυχοπαθείς"

– Μιχάλης Νικολινάκος