Ο Αριστείδης Γιαννόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Μηλιές του νομού Ηλείας.

Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια υπηρέτησε σαν στρατιωτικός γιατρός στο Πολεμικό Ναυτικό απ' όπου και αποστρατεύτηκε.

Εξακολουθεί να ασκεί την ιατρική από τη σκοπιά της Ομοιοπαθητικής Ιατρικής.

Ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία έδειξε από τα πρώτα εφηβικά χρόνια. Οι εμπειρίες του από κοινωνικές, ατομικές και συναισθηματικές συμπεριφορές αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνική δημιουργία ποιητική και πεζογραφική.

Επίσης η εικαστική τέχνη δεν τον άφησε αδιάφορο

Έχει εκδώσει ποιητική συλλογή με τον τίτλο Αυγηνός. Υπό έκδοση βρίσκεται μυθιστόρημα.

Έχει συμμετάσχει με έργα του σε συλλογικές εκθέσεις ζωγραφικής.

Κάποια ποιήματα από την ποιητική του συλλογή "Αυγηνός":

 

ΑΠΟΡΙΑ

Χόρτα ξερά, μαραμένα λουλούδια.
διαδρομές ξερικές
αυτοκτονικές μέρες
ένα συναίσθημα ψυχορραγεί.
Πως και έγινες μέρος του σκονισμένου τοπίου;
πως και δεν είδες πέρα από το θολό ορίζοντα;
Είχες παροπλίσει τα εφεδρικά μάτια
εκείνα τα μάτια
που εκπαιδεύτηκαν ή δεν εκπαιδεύτηκαν
να διαπερνούν την ομίχλη και να μεταφράζουν τα σκοτάδια.
 
ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ
 
Μιά σκέψη παλιά, παμπάλαιη,
όση κ' η ηλικία της άρνησης
άφησε τη σιγουριά της σιδηροτροχιάς
και σαν μεταιωρίτης,
αλήτης του διαστήματος,
γύριζε για χρόνους επωαστικούς,
ελεύθερη.
Κανένας δεν την είχε δεί
ούτε είχαν ακούσει να μιλάν γι' αυτήν.
'Οταν όμως διέσχισε
τ' αλλεπάλληλα μέτωπα των ορίων,
πήρε φωτιά
και τότε την είδαν πολλοί.
Θα μου πείς και τι έγινε;
Όπως όλα έτσι κι' αυτή έσβησε.
Ναι αλλά χάραξε στο μυαλό
την αστραπή
και την ευθεία γραμμή της φωτεινότητας.
 
ΠΑΡΟΔΙΚΟΤΗΤΑ
 
Σήμερα
που στέρεψαν όλες οι πηγές της θέλησης
ακόμα και η φύση στράφηκε εναντίον μας.
Ο καυτερός ήλιος, ο σκοτεινιασμένος ουρανός,
ο λυσσασμένος αέρας, ο ακλόνητος βράχος,
όλα χτυπούν με τα γυμνά τους μαστίγια
τη νεκρική μορφή μας, ανοίγουν πληγές,
μα δεν υπάρχει άλλο αίμα να τρέξει.
Σήμερα
η ανάστατη ατμόσφαιρα, η μονότονη βροχή
τα ξεραμένα δέντρα
συμμάχησαν με τα άδεια νοήματα.
Σήμερα ο πρώτος εαυτός καταδικάστηκε.
Σήμερα
Εξορίστηκε ο έρωτας, οι παιδικές φωνές σίγησαν,
τ' άγουρα λόγια με μιάς γέρασαν,
η επανάσταση παροπλίστηκε.
Έλα μη κλαίς.
Ποτέ κανένα σήμερα δεν κράτησε αιώνια.
 
ΤΟ ΧΡΕΟΣ
 
Λίγο πριν την πεντηκοστή μέρα
και όσο κρατούσε η ανάσταση,
το παραμελημένο χρέος χτύπησε τη πόρτα μου.
Με τη λαχτάρα ένωσης με το ποθητό
μάζεψα τις σκορπισμένες αισθήσεις
και πήγα να ξεπλύνω τις νωπές αφηρημάδες.
Καλημέρισα το μονοπάτι της καθημερινής λύτρωσης,
υποκλίθηκα στά βήματα που προηγήθηκαν,
μίλησα με τις πέτρες, το χώμα, τα γυμνά βράχια.
Έσκυψα πάνω από ένα λουλούδι άγριο,
και το ευχαρίστησα για το δωρεάν άρωμα,
σκούπισα τα παπούτσια μου να μη λερώνουν το χορτάρι.
Χάιδεψα το θυμάρι, τη κουμαριά, το φλουσκούνι,
τρυπήθηκα απο το πουρνάρι.
Άνοιξα όλη την ανάσα μου για να υποδεχτεί
την καθαρότητα του αέρα.
Φώναξα για όλα τ' άλλα θαύματα που σηνάντησα.
Λίγο πριν την πεντηκοστή μέρα
ένα χαμόγελο κλειστό από σαϊτιά πικρή
ανέβηκε στο ψηλότερο βάθρο και ξανάνθισε.
 
ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΗ ΠΑΓΙΔΑ
 
Όταν το σήμερα παντρεύτηκε με τη συνήθεια,
ξέχασε το δρόμο του προορισμού του,
του καλωσορίσματος δηλαδή του αυριανού.
Έτσι χωρίς δύναμη και στοιχειώδη οχύρωση
παραδόθηκε στις επιδρομικές ορέξεις
του χθεσινού.
 
 
ΤΥΦΛΗ ΕΞΟΔΟΣ
 
Την ώρα που οι άλλοι πέσαν για ύπνο
ένα ανήσυχο συναίσθημα λύθηκε
από τον πάσσαλο προορισμού,
άνοιξε το παράθυρο και πήδηξε έξω
στον ελεύθερο αέρα.
Χωρίς τις δέουσες προφυλάξεις
περπάτησε γυμνό και ξυπόλητο
και όταν τ' άστέρια άρχισαν να τραγουδάν
έπιασε το χορό.
Όσοι το είδαν
ή άκουσαν από αυτόπτες μάρτυρες
για μιά στιγμή μόνο αναρρίγησαν,
σαν και κάποια παλιά θύμηση
διαπέρασε σαν ρεύμα το σώμα τους.
Όμως στο τέλος
δεν άντεξαν τούτη την αποκοτιά.
Άρπαξαν τις πρόχειρες πέτρες
και το πετροβόλησαν.
Έτσι γίνεται, όταν κυκλοφορεί κανείς
χωρίς το λουρί της λογικής.
 

ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
 
Έλεγα ότι θα σε συναντούσα
στην άκρη του γκρεμού.
Μα όταν ήρθε η στιγμή
δεν μού δωσες το χέρι.
Προτίμησες τη σιγουριά του χαμού
από την αβεβαιότητα τού αύριο.
 

 

ΟΜΟΛΟΓΙΑ
 
Για την ιστορική αλήθεια
πρέπει να το πούμε.
Τα πουλιά πριν φύγουν
μας κάλεσαν να πετάξουμε μαζί.
Όμως τρομάξαμε από το πολύ ύψος,
το άγνωστο,
και την απεραντοσύνη του ορίζοντα.
Από τότε μας έμεινε η συνήθεια
να βλέπουμε χαμηλά
και να λέμε με υπεροπτική απολογία
σιγά μη πάμε με τα πουλιά
που έχουν τόσο δα μυαλό.

 

 

 DSC 00961