Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια, κάποιος μας τα κλέβει μυστικά
χρόνια που περνούν, που δε θα ξαναρθούν
κι εκείνο που βλέπω να μένει τελικά 

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες τα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν, που δε θα ξαναρθούν
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά»

Στις 7 Φεβρουαρίου του 2017, έφευγε από τη ζωή ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ένας μοναδικός καλλιτέχνης που δεν ανήκε σε ρεύματα ή σε είδη. Δεν περιοριζόταν από μουσικά στεγανά. Έκανε πάντα αυτό που του άρεσε, αδιαφορώντας για τις τάσεις και τις μόδες της εποχής. «Έκανα πάντα του κεφαλιού μου. Αδιαφορώντας για τον κόσμο [...] Δηλαδή, έλεγα αυτό θα κάνω και όσοι πιστοί προσέλθετε. [...] δεν με ενδιέφερε η μόδα. Δεν με ενδιέφερε η μόδα στο ντύσιμο, δεν με ενδιέφερε στα μαλλιά. Το ίδιο και στα τραγούδια. Το έκανα για πάρτη μου. Που λέει και ο Μπόρχες κάπου, ο μέγας Μπόρχες ο συγγραφέας, “γράφω για μένα, για μερικούς φίλους μου, και για να απαλύνω την ροή του χρόνου”»

Για να απαλύνει τη ροή του χρόνου … Λένε πως ο άνθρωπος είναι το μοναδικό πλάσμα που έχει συνείδηση του βέβαιου θανάτου του. Οι περισσότεροι άνθρωποι, βέβαια, ζουν σαν να μην πρόκειται να πεθάνουν ποτέ. Υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, όμως, που αυτή η γνώση αποτελεί φάρο για όλη τους τη ζωή. Αυτούς τους ανθρώπους θα τους αναγνωρίσεις από τη διάχυτη μελαγχολία που αποπνέουν. Μια μελαγχολία όμως που ξέρουν πάντα να τη διαλύουν την κατάλληλη στιγμή με τη σωστή δόση χιούμορ, αυτή τη μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου με την οποία μπορεί να ρίχνει λίγη χρυσόσκονη πάνω στη δραματικότητα της ύπαρξής του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Λουκιανός. Με τη σωστή δόση μελαγχολίας και χιούμορ ήξερε να αντιμετωπίζει το χρόνο, αυτόν τον αενάως κινούμενο άγνωστο που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.

A 941917 1443506629 1476.jpeg

Σε μια συναυλία που έδωσε στο Λυκαβηττό το 1997 και ενώ η μπάντα έπαιζε τα «Θερινά σινεμά», ένα από τα αριστουργήματα του Λουκιανού για τη χαμένη νιότη μας, ο Λουκιανός διάβασε ένα κείμενο που έκανε πολλούς να δακρύσουν. Με ένα κείμενο 100 λέξεων έκανε έναν απολογισμό ζωής.

«Νέα Κυψέλη, Λαχανά 85, 15 Ιουλίου 1943, το σπίτι, ο κήπος, τα καλοκαίρια, η γειτονιά, η κυρα-Μαίρη, η κυρα-Αντιγόνη, η Καίτη, η Παλάσα, ο Χρήστος, ο Παντελής, ο Μαρίνος, ο Γεράσιμος, ο Νίκος, ο Σωτήρης, η Αγγελικούλα, η Ρηνούλα, η Ρένα, η Δήμητρα, η κυρα-Λαμπρινή, η Δελβίνου, η Οστρόβου, η κυρα-Αφροδίτη, ο κυρ Αντώνης, η Ούλεν, ο φούρνος, ο Μιχαλάκης, το Σχέδιο Μάρσαλ, η Ιόνιος Σχολή, το γεφυράκι, ο Γιάννης και ο Πέτρος, η πλατεία, το «Αττικόν», του Κασίμη, η βάνα, η Μαίρη, το βουνό, ο Κορολόγος, ο Προφήτης Ηλίας, τα μεσημέρια, το πλυσταριό, οι Κόκκινοι Δαίμονες, του Τσούκνικα, η κυρία Ευγενία, ο κυρ Αργύρης, η Βεατρίκη, το πιάνο, το Ωδείο Αθηνών, η Πειραιώς, η Ομόνοια, τα Χαυτεία, η Βερανζέρου, οι λούστροι, το Λαύριο, η ωραία Ζίτσα, το «Green Park», το «Άλσος», το «Rex», οδός Κυψέλης, ο Άγνωστος Στρατιώτης, ο Βασιλικός Κήπος, οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός, το Δέλτα, η Αεροπορία, ο Ζέφυρος, ο Μπάτης, το Έδεμ, ο Άλιμος, η ΤΑΕ, η Νέα Υόρκη, 726 St. Peter Street, το Preservation Hall, η Preservation Hall Jazz Band, η Νέα Ορλεάνη, η Media Luz, η Βουλιαγμένη, το The Fucking Fifties, το Texas, τo «Flowers», το Ψυχικό, η Νέα Κυψέλη»

 

 

Σκόρπιες λέξεις, σκόρπια ονόματα, σκόρπιες τοποθεσίες. Μια ανασκόπηση της μέχρι τότε ζωής του. Mόλις πενήντα χρονών και, όμως, ήδη ένιωθε το βάρος του παρελθόντος χρόνου και η μελαγχολία απλωνόταν διάχυτη σε κάθε λέξη. Η μελαγχολία για το πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος, η μελαγχολία γι’ αυτά που πέρασαν, η μελαγχολία γι’ αυτά που δε θα ξαναρθούν, η μελαγχολία γι’ αυτά που δεν προλάβαμε να κάνουμε, η μελαγχολία για τα ματαιωμένα σχέδια. Η μελαγχολία, σε τελική ανάλυση, για το αναπόδραστο του θανάτου. Αλήθεια, πόσες φορές δεν έχουμε νιώσει ότι όταν έπρεπε δεν ήμασταν εκεί; Ότι όταν έπρεπε δεν πήγαμε σε μια συναυλία, σε μια θεατρική παράσταση, σε ένα ταξίδι των ονείρων μας; Ότι όταν έπρεπε δε σταθήκαμε δίπλα σε κάποιον που μας χρειαζόταν; Ότι όταν έπρεπε δεν λέγαμε το σ’ αγαπώ; Ότι πάντα κατόπιν εορτής μετανιώνουμε για αποφάσεις που δεν πήραμε όταν έπρεπε; Και ότι δυστυχώς πρέπει να έρθουν θάνατοι για να μας υπενθυμίσουν ότι η ζωή είναι μία και τρέχει χωρίς να μας περιμένει, ενώ εμείς καθόμαστε και αναλωνόμαστε σε μικρότητες και υπολογισμούς. Ο Λουκιανός τα ήξερε όλα αυτά και γι’αυτό τραγουδούσε για «ένα γουρούνι λιγότερο»

«Έχει αμάξι, έχει σπίτι, 
όλα τα `χει κι όμως πλήττει
και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή.

Ξέρει κόλπα, έχει θέσεις, 
μετοχές και καταθέσεις
και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή.

Γι’ αυτό σου λέω μη μου λες εμένα
για όλα αυτά τα μεγαλεία, τα παλάτια, τα λεφτά.
Γι’ αυτό σου λέω εγώ είμαι μια χαρά
να κλαις τον άλλονε λοιπόν το φουκαρά.

Εγώ, κορίτσι μου γλυκό, έχω εσένα
αντί γι’ αυτά τα μεγαλεία, τα παλάτια, τα λεφτά.
Εγώ κορίτσι μου είμαι μια χαρά
να κλαις τον άλλονε λοιπόν, τον φουκαρά».

 

 

Ο Λουκιανός, γενικά, ήταν διαφορετικός από τους περισσότερους συναδέλφους του, που έχουν αναγάγει ως μέγιστο στόχο την προάσπιση των λεγόμενων πνευματικών τους δικαιωμάτων. «… δεν είμαι κατά του να παίρνει ο κόσμος τσάμπα την μουσική, να μην παίρνω δηλαδή δικαιώματα. Εγώ γράφω για τον κόσμο. Δεν γράφω για τον Μάτσα, δεν γράφω για τον Λαμπρόπουλο. Καλά κάνουν και παθαίνουν αυτή τη ζημιά γιατί τον καιρό που το cd κόστιζε ας πούμε 1 ευρώ το πουλούσανε 17. Να τους τιμωρήσει ο Θεός. Ήμουν και υπέρ της πειρατείας της κασέτας κλπ. Η μουσική να φτάσει στον κόσμο. Αυτός είναι ο προορισμός της. Να φύγουν από τη μέση όλοι. Πώς θα ζήσω; Θα κάνω πέντε συναυλίες θα βγάλω χρήματα από εκεί. Δεν με ενδιαφέρει. Αρκεί να περνάνε τα τραγούδια στον κόσμο»

Αλλά και ο τρόπος που αντιλαμβανόταν την αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο ήταν διαφορετικός. Ο Λουκιανός ήθελε να βγάλει τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα και να τις μεταφέρει σε φυσικούς χώρους. Απόδειξη αποτελεί η συναυλία που έδωσε στην παραλία της Βουλιαγμένης τον Ιούλιο του 1983, μία ιστορική συναυλία που παρακολούθησαν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι σε ένα παρεΐστικο κλίμα, υπό το φως του φεγγαριού. Πολλοί την αποκάλεσαν “ελληνικό Woodstock”

«Ήταν μία ευτυχισμένη στιγμή, ήταν ο κόσμος σε ένα άλλο μήκος κύματος, είχε μία άλλη ξενοιασιά, μια άλλη ανάγκη. Αυτό που προσέφερε, πέρα από όλα τα άλλα, είναι ότι ήταν μία πρώτη πρόταση για να σταματήσουν οι συναυλίες να γίνονται στα γήπεδα, που ήταν ένας πολύ σκληρός χώρος για μουσική, για να ψάξουμε άλλους χώρους, έχω την εντύπωση πως η Βουλιαγμένη οδήγησε στο να γίνονται πια συναυλίες στα ποτάμια, στα κάστρα, στους λόφους»

Στον «ύμνο των μαύρων σκυλιών» ο Λουκιανός βγάζει τις κόκκινες κάρτες του σε ό,τι τον απωθεί

«Όχι λέμε στις κότες, 
όχι και στους ξενέρωτους
όχι στους κυριλέ

Όχι στους τεχνοκράτες, 
όχι και στις κυρίες τους
όχι στους λογικούς

Όχι λέμε στην πρέζα, 
όχι και στην εξάρτηση
όχι στα σκληρά

Όχι λέμε στους βλάκες, 
όχι γαμώ τους άσχετους
όχι στους χαζούς

Όχι παιδιά στις ψόφιες, 
όχι και στους κρυόκωλους
όχι στους σοβαρούς»

 

 

Ακόμη και για το θάνατό του έγραψε τραγούδι. Στην «κούφια η ώρα», ο Λουκιανός δίνει οδηγίες και για τη διαχείριση του θανάτου του από τους δικούς του ανθρώπους

«Aν ποτέ πεθάνω αν λέμε, αν / κάψτε ένα πιάνο κι ένα μπουφάν.
Καίτε ένα αμάξι κάθε δειλινό/ θέλω και τάξη, θέλω και χαμό.
Δε θέλω φιέστες ούτε φωνές/ τρεις μαζορέτες μ’ άσπρες στολές, ξανθούλες.
Και κάποια μπάντα στο πουθενά/ να παίζει "τα θερινά σινεμά".
Θέλω ένα πάρτι μες στο γκαζόν/ κάποια Τετάρτη ίσως μ’ άπειρα γκαρσόν.
Θα `χει ποτά για όλους πιείτε ένα τζιν/ δύο βότκες και δε θέλω μαύρα μόρτες θέλω μπλου-τζιν»