Θεωρούμε σίγουρο πως αν ο Μάνος Χατζιδάκις μπορούσε να διαβάσει αυτά που τώρα δα γράφουμε γι’ αυτόν, θα γελούσε ειρωνικά. «Έπρεπε να έρθει η επέτειος του θανάτου μου για να τα γράψετε;» σαν να τον ακούμε να καγχάζει, γνωρίζοντας πως ο ίδιος απεχθανόταν τις επετείους και την αναμνησιολογία. «Αυτά μόνο μπορέσατε ή θέλατε να καταλάβετε από όσα εννοούσα;» συνεχίζουμε να τον ακούμε, θυμωμένο αυτή τη φορά. Και δε θα είχε άδικο. Όμως εμείς θα γράψουμε. Όχι για τη μουσική του, αλλά γι αυτόν τον ίδιο, για το ελεύθερο και σοφό πνεύμα του. Θα γράψουμε γι αυτόν, όχι για να τον τιμήσουμε, αλλά για μας τους ίδιους. Για να μας δοθεί ακόμη μια φορά η ευκαιρία να σκύψουμε πάνω στα λόγια του και να ρουφήξουμε λίγη από τη σοφία τους. Και αν μπορέσουμε από τη θέση μας να μεταδώσουμε αυτή τη σοφία και σε κάποιους άλλους, θα έχουμε κι εμείς φανεί, έστω και λίγο, χρήσιμοι

Ο Μάνος Χατζιδάκις λέγεται πως ήταν δεξιός. Μάλλον οι δεξιοί τον τοποθετούσαν αυθαίρετα στη δική τους πλευρά, χωρίς ο ίδιος να ενδιαφέρεται να τους διαψεύσει ή να τους επιβεβαιώσει. Στην πραγματικότητα, οι αξίες του συνέπιπταν με τις βαθιές ανθρωπιστικές αξίες της αριστεράς αν και πολλές φορές ο συγκρουσιακός και συνθηματικός λόγος της τον έβρισκαν αντίθετο. Ο ίδιος είχε δηλώσει σχετικά με αυτό “Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει”. Είναι γνωστό, επίσης, πως είχε υπάρξει μέλος της ΕΠΟΝ. Αλλά και ποιος δεξιός θα μπορούσε, μετά την αθώωση του αστυνομικού Μελίστα για τη δολοφονία του 15χρονου Καλτεζά στα Εξάρχεια το 1985, να είχε κάνει τις παρακάτω δηλώσεις ;

«Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς».

Μπορούμε να φανταστούμε και τις δηλώσεις που θα έκανε ο Χατζιδάκις, εάν ζούσε, στην περίπτωση της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, επίσης 15χρονου, επίσης στα Εξάρχεια, επίσης από αστυνομικό. Μπορούμε, επίσης, να φανταστούμε τη λοιδωρία που θα υφίστατο από τον υμνητή του «νόμου και της τάξης» Μάκη Βορίδη, από την comme il faut «διανοοούμενη» Σώτη Τριανταφύλλου, από τον μετανοήσαντα Σαούλ Γρηγόρη Ψαριανό.

Δε συζητάμε, βέβαια, για την αντιμετώπιση που θα είχε από τους φασίστες της «Χρυσής Αυγής», της «Ελληνικής Λύσης», της «Νέας Δεξιάς» και όλων αυτών των μορφωμάτων που έδωσαν στέγη στα φασιστοειδή στοιχεία της κοινωνίας μας, που πάντα υπήρχαν όμως δεν είχαν επίσημο εκφραστή. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν από τους πρώτους που είδε τα ναζιστικά φίδια να βγαίνουν από τα αυγά τους και έκρουσε πολύ νωρίς τον κώδωνα του κινδύνου

«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δεν συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση-εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξή του, όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του.»

Ο νεοναζισμός δεν είναι οι άλλοι. Οι μισητοί δολοφόνοι, που βρίσκουν όμως κατανόηση από τις διωκτικές αρχές λόγω μιας περίεργης αλλά όχι και ανεξήγητης συγγενικής ομοιότητος. Που τους έχουν συνηθίσει οι αρχές και οι κυβερνήσεις σαν μια πολιτική προέκτασή τους ή σαν μια επιτρεπτή αντίθεση, δίχως ιδιαίτερη σημασία που να προκαλεί ανησυχία. (Τελευταία διάβασα πως στην Πάτρα, απέναντι στο αστυνομικό τμήμα άνοιξε τα γραφεία του ένα νεοναζιστικό κόμμα. Καμιά ανησυχία ούτε για τους φασίστες, ούτε για τους αστυνομικούς. Ούτε φυσικά για τους περιοίκους).

Βιώνουμε μέρα με τη μέρα περισσότερο το τμήμα του εαυτού μας – που ή φοβάται ή δεν σκέφτεται, επιδιώκοντας όσο γίνεται περισσότερα οφέλη. Ώσπου να βρεθεί ο κατάλληλος «αρχηγός» που θα ηγηθεί αυτό το κατάπτυστο περιεχόμενό μας. Και τότε θα ‘ναι αργά για ν’ αντιδράσουμε. Ο νεοναζισμός είμαστε εσείς κι εμείς – όπως στη γνωστή παράσταση του Πιραντέλο. Είμαστε εσείς, εμείς και τα παιδιά μας. Δεχόμαστε να ‘μαστε απάνθρωποι μπρος στους φορείς του AIDS, από άγνοια αλλά και τόσο «ανθρώπινοι» και συγκαταβατικοί μπροστά στα ανθρωποειδή ερπετά του φασισμού, πάλι από άγνοια, αλλά κι από φόβο κι από συνήθεια.

Και το Κακό ελλοχεύει χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία. Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο Θάνατος.

(Φεβρουάριος του 1993, λίγους μήνες πριν τον θάνατό του)

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις δε δίσταζε να βγαίνει μπροστά και να δίνει μάχες, πολλές φορές μόνος του. Μνημειώδης είναι η κόντρα του με την Αυριανή, τη χυδαία φυλλάδα της δεκαετίας του ’80 και του ’90, αυτής που εξέφραζε έναν βαθύτατο κοινωνικό φασισμό ο οποίος κρυβόταν μέσα στο ΠΑΣΟΚ καμουφλαρισμένος με το μανδύα του δήθεν πατριωτισμού, του δήθεν σοσιαλισμού και της δήθεν αντιπαλότητας με τη Δεξιά.

«… φυλλάδα που μολύνει τον ελλαδικό χώρο με αναίδεια, χυδαιότητα, τραμπουκισμό και κολακεία συμπολιτών μας (…) που κολακεύεται να πιστεύει σαν τον Καραγκιόζη ότι αυτή έριξε τον Καραμανλή. Ενώ το μόνο που κατάφερε ήταν να κατακρημνίσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (…) Που ισχυρίζεται ότι προστατεύει τη δημοκρατία όσο είναι δυνατόν να την προστατεύει ένα τρωκτικό της. Που αποκομίζει κέρδη κολακεύοντας την αγραμματοσύνη και την ασημαντότητα σαν άλλη Αγία Αθανασία του Αιγάλεω»

Η επίθεση που δέχτηκε ο Μάνος Χατζιδάκις από τη λαϊκίστικη φασίζουσα φυλλάδα ήταν χωρίς όρια και το εντυπωσιακό ήταν πως σε αυτή τη διαμάχη, εξέχοντα μέλη του ΠΑΣΟΚ πήραν το μέρος της εφημερίδας στο όνομα, δήθεν, της ελευθερίας του Τύπου

Ο «δεξιός» Μάνος Χατζιδάκις δε δίσταζε ποτέ να εκφράζει τη γνώμη του και αυτή η γνώμη του ενοχλούσε πολύ, κυρίως τους εμπόρους της πατρίδας και της θρησκείας

«Το ελληνικό, τώρα: από την ώρα που μας βοηθάει η Ελλάς να γίνουμε άνθρωποι, με μια παγκοσμιότητα, πολύ καλώς. Από την ώρα που μας δίδει μια φουστανέλα και μας εμποδίζει να υπάρχουμε με τους άλλους συνανθρώπους, είναι αντιδραστικό. Αν αυτό που λέμε ελληνικό είναι εμπόδιο στο να ενωθούμε με έναν μαύρο, είναι καταδικαστέο. Αν, αντιθέτως, αυτό είναι βοηθητικό για να ενωθούμε με τους άλλους, είναι υπέροχο … Η έννοια του ελληνικού για πολλούς ανθρώπους έχει διαφορετική όψη. Εγώ πιστεύω σ' εκείνη την ελληνικότητα που εξαφανίζει τις διαφορές»

Το ελεύθερο πνεύμα του δεν άφηνε τίποτε αναπάντητο. Εντύπωση είχε προκαλέσει η ανοιχτή επιστολή που έστειλε ο Μ.Χατζιδάκις στην Αυγή ως απάντηση στο μήνυμα του τότε προέδρου της Δημοκρατίας Χρήστου Σαρτζετάκη σε γιορτή για την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τον Ιούλιο του 1988.

Ο Χ. Σαρτζετάκης είχε δηλώσει, μεταξύ άλλων, πως «δεν πρέπει απλώς να ανήκει η Ελλάδα στους Έλληνες αλλά και οι Έλληνες στην Ελλάδα». Ο Μ. Χατζιδάκις απάντησε με την επιστολή αυτή:

«Αγαπητή Αυγή,

με την ευκαιρία της 14ης επετείου “αποκαταστάσεως” της Δημοκρατίας ακούσαμε από τον ελληνολάτρη γλωσσολόγο Πρόεδρο μας κ. Σαρτζετάκη και το εξής εξωφρενικό: Οι Έλληνες να ανήκουν στην Ελλάδα. Και βέβαια το εξωφρενικό είναι στο ότι κατά τον Πρόεδρο μας, οφείλουμε να ανήκουμε. Τι ιδέα!

Σε ποιάν Ελλάδα κύριε Πρόεδρε; Στην Ελλάδα της αυθαιρεσίας, του κρατικού ερασιτεχνισμού, του εξογκωμένου παρακράτους, της αναλγησίας και του εξευτελισμού του ανώνυμου πολίτη, του με επίσημο πρόγραμμα καταποντισμού της αξιοπρέπειάς του, του ευνουχισμού της νεότητάς του;

Στην Ελλάδα με την εξοντωτική φορολογία για να καλυφθεί η ανικανότητα του κράτους να ασκήσει οικονομική πολιτική; Στην Ελλάδα της κομπίνας και της αστυνομολατρείας, της ταύτισης έθνους και κάθε κυβερνήσεως, ώστε σαν ο πολίτης αντιδρά να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως αντεθνικός;

Στην Ελλάδα των Γούκων, των οπλοφορούντων Κουρήδων και Μιχαλόπουλων, των εμπρηστών, του ανεκδιήγητου κ. Τόμπρα, της ρυπαρότητας και της συνεχώς “αθώας” Αγίας Αθανασίας του Αιγάλεω;

Όχι κ. Πρόεδρε. Όσοι ξεφύγαμε από τις “στοργικές θωπείες” της μητρός Ελλάδος και μείναμε ελεύθεροι, θα διδάξουμε και τους άλλους να γίνουν ελεύθεροι και να μην ανήκουν πουθενά. Κάθε σοβαρός Έλληνας οφείλει ν’ αντιδράσει στην μεσαιωνικής προθέσεως – συγχωρέστε με – ρήση σας. Οι Έλληνες πολίτες δεν ανήκουν. Φροντίσατε να κάνετε την προεδρική σας θητεία πιο σεμνά και δίχως μεγαλοστομίες.

Γιατί η Ελλάδα σας κ. Πρόεδρε αρχίζει να μας αρρωσταίνει»

Αυτή η Ελλάδα αρρώσταινε τον Μάνο Χατζιδάκι που έβλεπε όλο και πιο πολύ πως συνηθίζαμε την εικόνα του τέρατος που γεννιόταν και μεγάλωνε δίπλα μας:

“ Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει [...] Η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά [...] Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πως πρέπει, του πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. Η μορφή του τέρατος είναι αποκρουστική.

Όταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε... γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε»