Εκτύπωση
Κατηγορία: Πρόσωπα

sepulveda

 

Υπάρχουν άνθρωποι που ο χαμός τους δεν κοστίζει μόνο στους δικούς τους ανθρώπους, αλλά κάνει όλο τον κόσμο φτωχότερο. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Λουίς Σεπούλβεδα, ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος, ο σκηνοθέτης, μα -πάνω από όλα τα άλλα- ο αγωνιστής. Κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε. Όλο του το έργο είναι σημαδεμένο από την κοινωνική και πολιτική του στράτευση. Όταν ερωτάται γι΄ αυτό, ο Σεπούλβεδα απαντά:

«Σε όλες μου τις ιστορίες είναι παρούσα η πραγματικότητα, εκείνο που μου αρέσει και εκείνο που πιστεύω πως πρέπει να αλλάξει: δεν είμαι ουδέτερος διότι στην ιδέα μου για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας, η ουδετερότητα δεν υπάρχει. Η ουδετερότητα είναι το καταφύγιο του δειλού κι εγώ δεν είμαι, ούτε υπήρξα και δεν θα είμαι ποτέ ουδέτερος »

Ο ίδιος, σε σχέση με άλλους του συντρόφους, είχε σταθεί τυχερός. Γλίτωσε το θάνατο, αλλά έγραψε γι όλους αυτούς που δεν τα κατάφεραν και χάθηκαν στον αγώνα τους για ένα πιο δίκαιο κόσμο. Έγραψε για όλους αυτούς που λείπουν:

« Κι αν μας λείπουν, δεν είναι επειδή έτσι το θέλησε η τύχη ή τα καμώματα ενός πληγωμένου θεού. Μας λείπουν γιατί τόλμησαν να προτείνουν μια ζωή καλύτερη απ’ την αγελαία. Μας λείπουν γιατί είπαν πως ψωμί θα υπάρξει ή για όλους ή για κανέναν. Μας λείπουν γιατί άναψαν ένα φως μες στο σκοτάδι – έντονο ή χλωμό δεν έχει σημασία, γιατί η λάμψη του μας οδηγεί. Μας λείπουν γιατί στο μισοσκότεινο δωμάτιο ζύγωσαν το κρεβάτι του παιδιού, το χάιδεψαν, άφησαν στο μέτωπό του το αστεράκι του ήσυχου ύπνου, κι όταν βγήκαν από κει και πέρασαν στη δράση, το έκαναν ξέροντας πόσο πολλά είχαν να χάσουν, και το έκαναν με την αποφασιστικότητα αυτού που ξέρει ότι έχει δίκιο.

 

Όταν τους έπιασαν, όταν άρχισαν να μας λείπουν, οι μάρτυρες που δεν είχαν δει τίποτα, ψιθύρισαν: “Κάτι θα ‘χουν κάνει για να τους πιάσουν έτσι”, κι είχαν δίκιο, γιατί δεν έκαναν απλώς κάτι, αλλά πολλά: ονειρεύτηκαν πως μπορεί να ζήσει κανείς όρθιος· ονειρεύτηκαν πως η μοίρα του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι πάντα κάτεργο· ονειρεύτηκαν πως μπορούν να γίνουν ευτυχισμένοι όλοι οι άνθρωποι· ονειρεύτηκαν να θεσπίσουν έναν δίκαιο νόμο, μπροστά στον οποίο θα είμαστε όλοι ίσοι. Και τόλμησαν να θελήσουν να πραγματώσουν τα όνειρά τους, γιατί αυτοί που μας λείπουν, χωρίς τυμπανοκρουσίες ή ματαιοδοξίες, άγγιξαν την υπέρτατη διάσταση στην οποία μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος, και γι’ αυτό ακριβώς μας λείπουν: γιατί ήταν επαναστάτες.

Ανδρώθηκαν τη χειρότερη εποχή κι έκαναν ό,τι μπορούσαν να την κάνουν να είναι η καλύτερη. Ανακάλυψαν ότι η Ιστορία ήταν μια απάτη, κι έγιναν σοφοί για να την ξαναγράψουν με την καλλιγραφία της αξιοπρέπειας. Ήταν προορισμένοι να θριαμβεύσουν, και προτίμησαν να είναι μοναχικοί. Πέταξαν από πάνω τους το πετσί της πατρίδας κι έγιναν μέλη της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας.

Αυτοί που μας λείπουν, δεν έχουν αγάλματα στα πάρκα, αλλά ζουν ακέραιοι στη μνήμη μας. Είχαν μακριά μαλλιά, φορούσαν παντελόνια “καμπάνα”, γερά παπούτσια για μεγάλες πορείες και μάλλινα πουλόβερ για τις νύχτες δράσης και προπαγάνδας, κάπνιζαν βαριά τσιγάρα, έπιναν κόκκινο κρασί, τραγουδούσαν τραγούδια του Λέο Δαν και των Ιντρακούντος, οι άντρες αγαπούσαν -δίκην κοινού μυστικού- την Τζάνις Τζόπλιν και οι γυναίκες ανακήρυσσαν τον Σάντρο ως το πιο αρσενικό των αρσενικών. Κάπου κάπου κάπνιζαν κάνα πουράκι, κάπου κάπου τους καιγόταν το ψητό. Μιλούσαν για τα πάντα για να ανακαλύψουν ξανά την αξία των λέξεων, κι όταν άρχισαν να μας λείπουν, η σιωπή τους μπροστά στους δήμιους ήταν τα λόγια τους που μας κληροδότησαν.

Από αυτούς τους ανθρώπους μας έχουν μείνει κάποιες φωτογραφίες που δεν θέλουν να είναι αντικείμενα μιας θρηνωδίας. Αυτό που θέλουν, είναι να τις πάει κανείς στην αυλή του σπιτιού, κι εκεί, τη στιγμή που κάποιος ή κάποια θα πει: “Τι λέτε; Πίνουμε κάνα μάτε;” και τα βλέμματα αρχίσουν να ψάχνονται μέσα στη γλυκιά και σιωπηρή συνεννόηση των δικαίων, εκείνες κι εκείνοι, αυτοί που τόσο μας λείπουν, θα βγουν από την εικόνα τους και θα υψωθούν στην υπέρμετρη των συνωμοσιών, στη θεμελιώδη συνωμοσία κατά του ψεύδους που επιχειρεί να διαγράψει το παρελθόν με χρηματισμούς.

Ας μάθουμε να ζούμε μ’ αυτούς που μας λείπουν, επειδή αποτελούν κομμάτι μας, επειδή ξέρουμε γιατί μας λείπουν, κι επειδή την απουσία τους την αναπληρώνουμε με καμάρι»

Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος, τραγουδούν οι Inti - Illimani. Μένει να αποδειχτεί και μέχρι τότε θα ελπίζουμε