Από το “Εγχειρίδιο βλακείας” του Διονύση Χαριτόπουλου αντιγράφουμε ορισμένα αποσπάσματα. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική.

Ο γελοίος δεν μαζεύεται. Αν είχε κάποιος τη δυνατότητα να παρατηρήσει καταλεπτώς την καθημερινή ζωή ενός ευφυούς ανθρώπου, οι πιθανότητες να διαπιστώσει τη νοημοσύνη του είναι ελάχιστες. Με τον συνηθισμένο τρόπο ντύνεται, τρώει, οδηγεί, περπατάει, συζητάει, τα πίνει με τους φίλους του. Αντιθέτως, ο γελοίος δεν εννοεί να περάσει απαρατήρητος, δεν το επιτρέπει στον εαυτό του. Το νούμερο θορυβεί, κάνει τα λεφτά του ψιλά για να φαίνονται πολλά. Επιζητεί το «θεαθήναι», «τα μάτια του κόσμου», σαν να βρίσκεται διαρκώς επί σκηνής: η κίνηση, το ύφος, ο τόνος της φωνής, το κόρδωμα απευθύνονται πάντα σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο του πραγματικού, στη σύμπασα κοινωνία.

 

adonis03… Η μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του τον χαντακώνει και γίνεται φαιδρός, γραφικός, καβαλημένος, δήθεν, ψώνιο, θέατρο, καλάμι, μασκαράς, νούμερο και πιο βαριά (αν το παρακάνει) ξεφτίλας, ρεζίλης, ρεντίκολο, καραγκιόζης, σούργελο, ρόμπα … Ο χρυσός κανόνας των παλιών «τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από αυτό που δικαιούσαι» δεν ισχύει για το ψώνιο που ζει εν αναμονή του θριάμβου του και φαντασιώνεται για τον εαυτό του όσα δεν είναι και όσα δεν δύναται. Και όσο πιο υπερβολική είναι η φανταστική εικόνα που προβάλλει προς τους άλλους τόσο περισσότερο διψάει για επιβεβαίωση και αναγνώριση. Βέβαια, ό,τι και να πεις για τον εαυτό σου, ο άλλος σε βλέπει και επειδή ο κομπασμός και η αμετροέπεια εκτός από βλακεία είναι και απρέπεια, τον γελοίο και μαλάκα να τον πεις δεν είναι λάθος.

 

adonis

 

Αλίμονο” , έγραφε ο Βάρναλης, “ στον αυτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, .. στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών”. Μακάριος, θα προσθέταμε εμείς, είναι ο πολίτης που έχει την ευτυχία να τον κυβερνά ο Μητσοτάκης και να του βρίσκει επενδυτές ο Άδωνις