DollyBoss

Η Ξένια Κουναλάκη έγραφε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ πριν αρκετά χρόνια, πως το κιτς* στην πολιτική είναι παραδοσιακά ταυτισμένο με τα απολυταρχικά καθεστώτα. Διανοητές όπως ο Herman Broch, o T. Adorno ή o C. Greenberg  ασχολήθηκαν με το ναζιστικό κιτς.  Ο Κούντερα καυτηρίασε την εκδοχή του φαινομένου σε μία κομμουνιστική, παρηκμασμένη παραλλαγή, στην «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι». Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που οι περιστοιχίζοντες τον Reagan, νεοφιλελεύθεροι opinion makers, «αγάπησαν» τότε  τον Κούντερα  (δεκαετία 1980).

Οι θατσερορηγκανικοί  νεοσυντηρητικοί αγκάλιασαν τον Κούντερα, επειδή αποκαλούσε τα καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης «έναν κόσμο χαμογελαστών ηλιθίων καθ' οδόν προς το γκουλάγκ, το οποίο πίστεψαν ότι είναι η ουτοπία».  Φυσικά η αγάπη τους για τον Μίλαν Κούντερα περιοριζόταν σε ένα δύο βιβλία (την «αβάσταχτη» και το «Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης») και μερικούς αφορισμούς. Το «Αστείο» ή περισσότερο ακόμη η «Αθανασία», ήταν μάλλον δυσνόητα για το αμερικάνικο πιο πολύ. αναγνωστικό κοινό.

Σήμερα, ένα ιδιότυπο (sui generis) kitsch κατακλύζει και τη χώρα μας, οπού όλα φτάνουν με τη σχετική καθυστέρηση. Καθυστερούν αλλά φτάνουν. Φροντίζουν γι’ αυτό τα πεφωτισμένα μυαλά των ανθρώπων που επιλέγουμε, για  να για να «διοικήσουν», για να διακοσμήσουν το στερέωμα των celebrities (sic) της καθημερινότητας μας.

Magkas

klaring

Βασικοί εκφραστές του νεοελληνικού kitsch δεν είναι πια ο «χρυσοδάκτυλος» Γιώργος Μάγκας με τη σύζυγο του, ή ο νεώτερος ομότεχνος του Lord of the Klarings ή ακόμη ο πύργος του Eiffel των Φιλιατρών.

Βασικοί και κύριοι εκφραστές και φορείς του νεοελληνικού kitsch είναι οι ίδιοι οι νεοφιλελέδες της εξουσίας, όπως η Μαρέβα –σύζυγος Κυριάκου- Μητσοτάκη ή η Μαρίνα –σύζυγος Πατούλη. Προσοχή! Πατούλης είναι ιδιότητα δεν είναι απλά ένα όνομα).  

Το ζεύγος Μάγκα αντικαταστάθηκε στη σκηνή από το ζεύγος Πατούλη και οι λοιποί Lords of the Klarings αντικαταστάθηκαν από τον δήμαρχο Ραφήνας (και Πικερμίου λένε κάποιοι) και μία πλειάδα λευκοντυμένων ανδρών και γυναικών.

Μπoρεί να πει κανείς πως kitsch είναι οι απλουστευτικοί διαχωρισμοί, με διακριτούς Κακούς και Καλούς, για να μην υπάρχουν συγχύσεις- μεταξύ των συμμετεχόντων στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και των υπολοίπων, που ανήκουν στον «Αξονα του Κακού»**.

Είναι η ηρωοποίηση ανθρώπων, που πληρούν τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις -κοινώς συνδράμουν τον πόλεμο- και η διαπόμπευση όσων υπονομεύουν την εξουσία που παλεύει για το «καλό» (της). Το κιτς εν προκειμένω προβάλει τα πρόσωπα της εξουσίας με το λευκό και το φωτεινό χρυσό. Στους υπόλοιπους χαρίζονται τα υπόλοιπα χρώματα. Μία σημειολογία της ασχήμιας, δηλαδή.

Στην σύγχρονη εποχή, της ανόδου του εθνικισμού, του απομονωτισμού, της μισαλλοδοξίας, του μίσους απέναντι σε όλα τα διαφορετικά, το κιτς είναι η χρήση συμβόλων, της σημαίας, της εκκλησιαστικής εικόνας, της παραδοσιακής φορεσιάς, του παραδοσιακού χορού ακόμη,  προς επίδειξη των κοινών καταβολών, όπως μας λένε πως έχουμε ανάγκη. Πιο πολύ και από την αλήθεια, λένε..  Επίδειξη καταβολών εθνικών, ιστορικών, θρησκευτικών και λοιπών, που στο μεγάλο μέρος τους, έχει κατασκευάσει μία πλαστή «εθνική ανάγκη»

Mareva1

Η κομψότατη (κατά Μ. Τριανταφυλλόπουλο) Μαρέβα

marinopatoulismarinopatoulis2

Ζευγάρι 24ων καρατίων, ακόμα και στο γυμναστήριο

 

Whites

Λευκή συμφωνία από το fan club του Boss Hogg, "Οι αναμορφωτές του Hazzard"

PatoulisDemons

 

O Αντόρνο θεωρούσε ότι εξ ορισμού η τέχνη είναι προκλητική, υποκειμενική και προσανατολισμένη ενάντια στην καταπιεστική, εξουσιαστική δομή. Το kitsch σερβίρεται με τον μανδύα τέχνης σε έναν απαθή πληθυσμό, εκπληρώνοντας τη λειτουργία της ψυχαγωγίας και του θεάματος.  Ακόμα και όταν προσγειώθηκε, πλήρως φωταγωγημένο  στον μικρό τόπο του δήμου της Ραφήνας (και βέβαια όπως λένε και του Πικερμίου), σερβιρίστηκε σαν «άποψη» των ισχυρών, των εκλεγμένων, σαν lifestyle, σαν εικόνα των εκλεκτών και των εκλεκτών τους. Απέσπασε το βλέμμα από τις ανοίκειες πράξεις, τις λαθροχειρίες και ενδεχομένως από τις αρπαχτές και το οδήγησε στη λάμψη, την ασχήμια που διαφημίζεται ως ομορφιά και τη φτήνια που πουλιέται τελικά ακριβά. Η παρηκμασμένη εικόνα μίας ή πολλών Dolly Parton και Boss Hogg, που δεν έπιασαν ποτέ τα πρωτότυπα, στην Ελλάδα αποτελούν πρότυπα και ακόμα χειρότερα, αποτελούν  αξίες.

Αυτοί είναι οι  καιροί. Φτήνια και λαμπερή ασχήμια πνίγουν την καθημερινότητα, χωρίς να αφήνουν χώρο για την ομορφιά. Για την ομορφιά που ποτέ δεν χρειάστηκε να φωνάξει, να κυνηγήσει τις αισθήσεις, αφού εκείνες, πρόθυμα και από μόνες τους βουλιάζουν μέσα της.


* Η λέξη kitsch προέρχεται από τα γερμανικά και ειδικότερα το ρήμα verkitschen, που σημαίνει «ευτελίζω».  

** Ξένια Κουναλάκη από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 28/7/2005

Η φωτογραφία με τους λευκοντυμένους, που έτρεχαν από μνημόσυνο σε γιορτή, παρέπεμπε ευθέως στον αναμορφωτή του Hazzard, στο serial “The Dukes of Hazzard”, τον Boss Hogg, που εμφανιζόταν σταθερά με το λευκό του κοστούμι, ένδειξη υπεροχής και εν μέρει, αγνότητας προθέσεων. Ή στον «Ουρανοκατέβατο» Μίμη Φωτόπουλο, που το λευκό του κοστούμι προσδιόριζε την ιδιότητα του ως φάντασμα, αλλά και τον έκανε να ξεχωρίζει από τους γύρω του, στην ασπρόμαυρη ταινία.

Η φωτογραφία με τους λευκοντυμένους «Άγγελους του Πατούλη» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια της εικόνας, σε έναν συνειρμό που συνδέεται στενά με τα ήθη που ήθελαν τη νύφη με τις παρανύμφους τις να προετοιμάζουν στον γυναικωνίτη, χωριστά τη «νύφη» για το σμίξιμο της με τον αιώνιο γαμπρό, τον οποίο προετοιμάζουν την ίδια ώρα οι φίλοι του. Και το kitsch ξεχειλίζει, από οθόνες και έντυπα. Ξεχειλίζει και καλύπτει τα πάντα γύρω του

Ακόμα μερικοί άμωμοι .... λευκοντυμένοι, αγνοί, άσπιλοι και άμωμοι

kkk