ΑΓΑΜΩ: Διάγω βίον  άγαμον ή το ακριβώς αντίθετον. Δηλ. αγαπώ και γαμώ ταυτοχρόνως, ήτοι διάγω βίον  ανθόσπαρτον.
ΑΓΧΩΝΑΚΙ: Παγωτό χωνάκι ως επιδόρπιο σε βαρύ γεύμα, όπου γνωρίζει ο φάγων ότι θα επιφέρει αγχώδη δυσπεψίαν και όμως από λαιμαργία το τρώγει! Τι να πει κανείς....


ΑΔΕΙΟΥΧΟΣ ΤΣΕΠΟΥΧΟΣ: Ο εμβαίνων εις περίοδον επαγγελματικής άδειας με τσέπες άδειες. Οπερ σημαίνει ότι έχει ελεύθερο χρόνο, αλλά δεν έχει τα απαιτούμενα λεπτά και χρήματα για να τον απολαύσει. Διότι, ως γνωστόν, στην εποχή μας ακόμα και τα ελεύθερα αγαθά της φύσης έχουν μετατραπεί σε οικονομικά, πόσο μάλλον τα καθαρόαιμα οικονομικά, όπως δωμάτια ξενοδοχείων, φαγητό, ρούχα, κλπ. Συνεπώς ο αδειούχος τσεπούχος ενδέχεται να πέσει σε κατάθλιψη κατά τις διακοπές του ή να αναβάλει τις διακοπές του με διάφορες δικαιολογίες (του τύπου: Η Αθήνα είναι μιά χαρά τον Αύγουστο, Πού να τρέχεις τώρα μες την κάψα, Θα έχει πολλές τσούχτρες φέτος, Ο ήλιος είναι πια επικίνδυνος, κλπ.)
Μία ιδιαίτερη κατηγορία είναι ο «γκαζωμένος αδειούχος τσεπούχος» ο οποίος καταλήγει να μην παίρνει καν άδεια και συνεχίζει, προς μεγάλη ικανοποίηση των εργοδοτών του, να εργάζεται αόκνως, πιστός στο παραδοσιακό μεσαιωνικό πρότυπο.

ΑΣΤΡΕΜΩΝ: Διττή έννοια: α) Ο τα άστρα τρέμων. Ο πάσχων από αστροφοβία. Ισως από νεαράν ηλικία παρακολουθούσε τρομακτικά σύριαλ επιστημονικής φαντασίας ή απλώς, φοβάται την πτώσιν αστέρων (πιπταστρέμων).
β) Ο εις τα άστρα τρέμων. Ο τρέμων από κρύον εις το χειμέριον αστρικόν φως. (Αστεγος, έξωθεν διανυκτερεύων ένεκα απωλείας κλειδιών ή έξω τριγυρνών κλειδωθείς εκτός οικίας από την σύζυγο συνήθως, λόγω διαφορών.)

ΑΣΤΡΟΜΑΧΟΣ: Ο ευρισκόμενος στη γη πολεμών τα πεφταστέρια. Χωρίς τους αστρομάχους η γη μας θα ήταν γεμάτη από θραύσματα διαττόντων αστέρων. Χάρις στους αστρομάχους οι διάττοντες αντιμετωπίζονται εγκαίρως πριν προσγειωθούν και κάνουν ζημιές. Οι αστρομάχοι, αγνώστων λοιπών στοιχείων, είναι αόρατοι, συνήθως ανεβασμένοι σε βουνοκορφές, όπου με την κοφτερή λάμα του σπαθιού των αποκρούουν τις επιθέσεις αστεροειδών που εμβαίνουν εις την γήινην ατμόσφαιρα με ταχύτητα. Ο προσεκτικός νυκτερινός ορειβάτης ίσως ακούσει, τις ασέληνες ιδίως νύκτες, μακρινήν κλαγγή σπαθιών.

ΑΥΡΙΑΝΘΡΩΠΟΣ: Θυμίζει αγριάνθρωπο ο άνθρωπος του αύριο. Γνήσιος απόγονος του σημερινού homo sapiens, ο αυριάνθρωπος θα κληθεί να γράψει λαμπρές σελίδες déjà vu πλήρεις ηθών και εθίμων της παλιάς καλής λίθινης εποχής. Απαισιόδοξη εκδοχή της ανθρώπινης εξέλιξης, που δυστυχώς θέλγει αρκετούς ηγέτες του κόσμου μας, οι οποίοι αγωνίζονται συστηματικά και φιλότιμα να φέρουν το μέλλον αυτό μιάν ώρα αρχίτερα.

ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ (ή ΧΑΝΟΣ): Ο ακουσίως και ακαριαίως τα πάντα θαυμάζων με συνοδεία επιφωνημάτων (ουάου). Ο α.θ. στον καιρό μας είναι το βασικό υποκείμενο της ευτυχίας της αγοράς, ήτοι της ευτυχίας της κατανάλωσης, ήτοι της μιάς και μόνης ευτυχίας, κατά τη νεοφιλελεύθερη άποψη. Ολα τα σφάζει, όλα τα καταναλώνει: Πακέτα διακοπών, τραπεζικά δάνεια, παντός είδους κάρτες, αυτοκίνητα, κινητά, ακίνητα, κλπ. Και κάθε φορά με δάκρυα συγκίνησης υμνεί το χορηγό του για τα εξαιρετικά προϊόντα που αφειδώς του προσφέρει.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗΤΗΣ: Ο ακουσίως εκτίων τις παραθαλάσσιες διακοπές του ως ποινή. Σύνηθες φαινόμενο στη νεοελληνική έρημο των λουτροπόλεων, όπου ζεύγη συνταξιούχων ή και μονήρεις τοιούτοι λούονται για λόγους υγείας επί συγκεκριμένο αριθμό ημερών. Η ακριβής παρακολούθηση των μονότονα διερχομένων ημερών και η εναγώνια αναμονή του τέλους των διακοπών ανέτως μπορούν να παρομοιασθούν με αυτές ενός βαρυποινίτη, που μετρά τις μέρες της ποινής του χαράζοντας καθημερινά τον τοίχο του κελλιού του.

ΘΑΛΑΣΣΤΡΙΝΗ: Νοητική κατασκευή εμπεριέχουσα το στοιχείον το θαλασσινόν όσον και το αστρικόν τοιούτον, μη συναντωμένη εις αυτήν τη γη συχνά. Ως συμπεπυκνωμένη σκεπτομορφή πάραυτα μπορεί να απαντηθεί αποκλειστικώς τις υγρές νυχτιές του Οκτωβρίου σε αμμώδεις παραλίες νοτίων θαλασσών, ενδεδυμένη μακρύ ημιδιάφανον φόρεμα ψιλολαμπυρίζον εις το θαμπό σκοτάδι. Συνεσταλμένη ύπαρξις εις το ακροθαλάσσι βαδίζουσα ανάλαφρα, επίτηδες, έτσι ώστε η πρωινή παλίρροια να σβήσει τα ούτως ή άλλως χλωμά ίχνη της.

ΘΑΛΑΤΣΟΥΛΑ: Γυναίκα ελευθερίων ηθών που εκδίδεται πλησίον της θαλάσσης. Η συνάντηση μιάς θαλατσούλας με έναν (προαναφερθέντα) θαλασσινήτη ενδέχεται να είναι όχι εκρηκτική βεβαίως, πάραυτα αμοιβαία επικερδής.

ΚΟΥΡΑΔΑΝΑΞ: Σύνθετη λέξη, εκ του «κουράδα» και «άναξ» (= βασιλεύς, διά τους νεώτερους άσχετους). Υποδηλώνει τη διαχρονικήν αχρηστεία του θεσμού της βασιλείας. Η κουράδα, ως έννοια, δηλώνει τον άχρηστο, μαλθακό, παρηκμασμένο, σεσηπότα. Αν στα παραπάνω προσθέσομε την απέχθεια του ενήλικου δυτικού πολιτισμού εις τα ανθρώπινα περιττώματα, η έννοια «κουραδάναξ» αποβαίνει λίαν περιεκτική, γλαφυρή και... εύοσμη.

ΜΑΡΙΒΛΕΝΑ: Χαριτωμένη διασκευή του ονόματος «Μαριλένα». Η βλεννώδης Μαριλένα. Ο νοών νοείτω.

ΜΕΛΛΟΝΑΥΤΗΣ: Ο ναύτης του μέλλοντος, δηλαδή τή απουσία θαλασσινών επαγγελμάτων ένεκα ρομποτοποίησης των πάντων, ο αστροναύτης. Εναλλακτικώς, αφηνόμενοι στη μαγεία των δύο λέξεων, θα μπορούσαμε να υποθέσομε το ναύτη όπου ταξιδεύει στο μέλλον επιβαίνων του πλοίου του, που είναι ταυτοχρόνως και μηχανή του χρόνου. Who knows?...

ΜΙΖΕΡΗΜΟΣ: Ασαφής η ετυμολογία της λέξης. Δύο εκδοχαί: 1. Μίζα + Ερημος: Όχι βεβαίως η γνωστή μίζα του αυτοκινήτου, αλλά η προμήθεια, η κάτωθεν της τραπέζης δόσις χρημάτων, ήτοι το λάδωμα. Ερημος, η γνωστή έρημος, ήτοι η γνωστή νεοελληνική ηθικοπολιτικοκοινωνική Ερημος. 2. Μιζέρια + Ερημος : Δεν χρήζει επεξήγησης, πιστεύω, το τελικόν νόημα το αυτό, αναφερόμεθα πάντα στη γνωστή νεοελληνικήν Ερημο.

ΟΜΙΧΛΙΔΗ: Τόσον μεγάλη χλιδή, πολυτέλεια, που ένας πέπλος ομίχλης καλύπτει το τοπίον με τους χλιδηζομένους, αντικειμενικώς μεν αποτελούμενος εκ νεφελώματος νικοτίνης ή άλλων ναρκωτικών ουσιών, υποκειμενικώς δε απλώς επειδή εθόλωσεν το μάτι μας, ημών, των μη συμμετεχόντων εις το πάρτυ.
ΟΡΧΙΔΕΑ: (Ουχί το φυτόν). Εκ του «όρχις» και «ιδέα». Μία μάλλον ατυχής ιδέα. Υποτιμητική έκφραση διά το τμήμα των ανδρικών γεννητικών οργάνων ακατανόητη διά τον γράφοντα (όσο και η παλαιοτέρα «μουνί καλλιγραφία».) Αποβαίνει σαφώς προσβλητική τόσον διά τον όρχιν όσον και για την ιδέα, παρεκτός εάν ο χρήστης έχει άλλες προθέσεις…

ΠΑΡΑΒΥΣΣΟΣ: Νέα μεταθρησκευτική εκδοχή της εννοίας του παραδείσου, ένεκα που η παλαιά τοιαύτη εφθάρη ανεπανόρθωτα με την πρόοδον των ηθών και την άνοδον του μορφωτικού υψιπέδου των μαζών. Κατ’αυτήν συνυπάρχει το αβυσσαλέον στοιχείον του αγνώστου & του χάους με το παραδοσιακόν φολκλορικόν στοιχείον της αιώνιας ζωής και ευτυχίτσας. ( Φεύ! Τα πάντα αναθεωρούνται πλέον…Βαδίζομεν στο Αγνωστο με βάρκα…. Πάει και η βάρκα!….Χμμμ. Καιρός μάλλον να μάθομε να βαδίζομε επί των υδάτων! Τι λέτε; )

ΠΑΣΠΑΤΕΜΠΟΣ: Ο κολοκυθόσπορος (πασατέμπος) σε θερινό σινεμά, συνδυαζόμενος με ερωτικές θωπείες επί της συνοδού κυρίας. Φρόνιμον είναι ο ήχος του διασπωμένου και αποφλοιουμένου πασατέμπου να καλύπτει τους ενδεχομένους στεναγμούς της πασπατευομένης.

ΠΛΑΝΗΤΟΡΧΙΣ: Πλανητάρχης άρχων ως όρχις –ξανά αυτή η αδικαιολόγητος υποτίμησις των συνοδευτικών του ανδρικού μορίου, που, γιατί να το κρύψομεν άλλωστε, χωρίς αυτά το σχετικόν μόριον θα εχρησίμευεν αποκλειστικώς ως ουρήθρα. Σχεδόν όλοι οι αμερικανοί πρόεδροι συγκέντρωσαν εις το παρελθόν τα προσόντα που τους κατέτασσαν εις την κατηγορίαν των πλανητόρχεων. Ο γράφων πιστεύει πάραυτα εις την αδιαμφισβήτητη πρωτειά του Γεωργίου Μπους του νεώτερου (*όταν εγράφη το λεκσικόν δεν είχεν ανέλθει ακόμη ο Ντόναλντ Τραμπ…)

ΠΟΡΔΙΕΡΟ: Πορτιέρης ο οποίος πέρδεται. Η πρόσληψίς ενδείκνυται σε νάιτ κλαμπς και νυχτομάγαζα, όπου το σύστημα επιλογής θαμώνων είναι λίαν αυστηρό. Η απελευθέρωσις αερίων του πορδιέρο ακριβώς την στιγμή της απαγόρευσης εισόδου σε κάποιον υποψήφιο θαμώνα διευκολύνει τα μάλλα το έργον του. Οι περί τα τοιαύτα νυκτερινά επαγγέλματα τυρβάζοντες λοιπόν, ας προσθέσουν εις τα βιογραφικά των την extra αυτήν δεξιότητα – την τόσον εξοβεληστέα και παρεξηγημένην εις άλλους χώρους...

ΠΡΟΛΕΤΑΓΡΙΟΣ: Ο σημερινός προλετάριος, ο οποίος εν μέσω νεοφιλελεύθερης καταιγίδας ακραίων στρεσσσογόνων φαινομένων στον εργάσιμο αλλά και ελεύθερο χρόνο του εξάπτει το νευρικό του σύστημα σε βαθμό αγριότητος – τη βοηθεία άφθονης χορηγούμενης νεςκαφεϊνης. Η προλεταγριότητα συχνά επισφραγίζεται με έγκλημα. Η κρατική απάντησις είναι η κλασσική συνταγή της γιαγιάς: ο εγκλεισμός και η τιμωρία. Η κατανόησις και η επιείκια εμφαίνονται διά το μεσαιωνικόν κράτος ως αδυναμίαι, διό και δεν επιδεικνύονται. Η τηλεόρασις και τα άλλα ΜΜΕ εξασφαλίζουν νυχθημερόν την κοινωνική συναίνεσιν εις τας κρατικάς μεθόδους, μέσω της δαιμονοποίησης των εκάστοτε προλεταγρίων. Ολα βαίνουν καλώς.

ΠΡΟΛΕΦΤΑΡΙΟΣ: Ο σύνχρονος προλετάριος ο οποίος ναι μεν δεν κατέχει μέσα παραγωγής, κατέχει όμως λεφτά τα οποία αποκτά εσαεί δανειζόμενος προς μεγίστην τέρπσιν των αφεντικών του αλλά και των τραπεζών, διότι κατ’αυτόν τον τρόπον τον έχουν σφιχτοδεμένον ως σαλάμι χωριάτικο. Ο προλετάριος τούτος τείνει να ενστερνιστεί σχεδόν 100% τις αξίες του καπιταλιστικού συστήματος, εφόσον το αντίθετον θα τον έφερνε σε δυσκωλότατην θέση. Η επερχομένη οικονομικοκοινωνική λαίλαπς θα ξαναβάλει τα πράγματα εις την θέση τους –καλώς ή κακώς…

ΠΤΥΧΙΟΣΑΥΡΟΣ: Ο επί έτη πολλά σούρνων μαθήματα & αναβάλλων την λήψιν του πτυχίου του, ούτως ώστε να παρομοιάζεται προς το εξαφανισθέν συμπαθές δίποδον ερπετόν.

ΧΑΛΚΟΓΕΛΟ: Χάλκινον χαμόγελο, κοκκαλωμένο, προκύπτων συνήθως εις τηλεοπτικές περσόνες εξ αμηχανίας ή εκ πλαστικών ενχειρήσεων προερχόμενον ή και εξ αμφοτέρων λόγων συνδυαζομένων ομού ασκαρδαμυκτί τουγκέδερ.