kmarousi

 

"Για τη Marfin δεν μιλάτε όμως". Αυτή την καραμέλα πιπιλάνε χρόνια τώρα, όσοι δεν μπορούν να χωνέψουν την αδιανόητη γι’ αυτούς  συσπείρωση του αντιφασιστικού κόσμου που προκάλεσε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Μ’ αυτή την καραμέλα γέμισε πάλι το διαδίκτυο όλες αυτές τις μέρες που ακολούθησαν την καταδίκη της Χρυσής Αυγής από ανθρώπους που φάνηκε πως δε χάρηκαν και πολύ με την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου.  

Αν πάντως κάποιος πρέπει να μιλήσει για τους νεκρούς της Marfin, ο πρώτος και αρμοδιότερος είναι η Αστυνομία που δεν κατάφερε ποτέ να εντοπίσει τους ενόχους. Ο δεύτερος που πρέπει να μιλήσει, είναι η διεύθυνση της Τράπεζας που είχε κλειδώσει τις πόρτες εξαφανίζοντας κάθε ελπίδα διαφυγής των υπαλλήλων της. Άλλωστε, στη δίκη που έγινε, τρία στελέχη της Marfin, ο διευθύνων σύμβουλος, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του καταστήματος κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, οι δύο πρώτοι 22 ετών (θα εκτίσουν 10 χρόνια με αναστολή) και η διευθύντρια του καταστήματος πέντε ετών και ενός μήνα.

Όσοι πιπιλάνε την καραμέλα της Marfin κάνουν σαν να μην αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Μίας εκ προμελέτης δολοφονίας από τη μία και ενός εμπρησμού κτιρίου από την άλλη, στον οποίο εμπρησμό είχαν την ατυχία να παγιδευτούν, από εγκληματική παράλειψη της Τράπεζας, τρεις συνάνθρωποί μας και να βρουν φριχτό θάνατο.

Αναμφισβήτητα, η ελαφρότητα με την οποία κάθε χουλιγκάνος εκτοξεύει πέτρες και μολότωφ, καθιστά θέμα χρόνου και τύχης την ύπαρξη νεκρών. Την ίδια όμως - ίσως και μεγαλύτερη - ελαφρότητα επιδεικνύουν και οι ένστολοι αστυνομικοί πετώντας κροτίδες και δακρυγόνα στα τυφλά, αδιαφορώντας πλήρως για το πιθανό ενδεχόμενο θανάτων.

Όπως τον Ιανουάριο του 1991, στην πυρκαγιά που κατέστρεψε το κατάστημα «Κάπα Μαρούσης» και προκάλεσε το θάνατο τεσσάρων ανθρώπων. Μια πυρκαγιά η οποία, όπως οι περισσότερες μαρτυρίες συγκλίνουν, προκλήθηκε από τα δακρυγόνα της αστυνομίας. Ας θυμηθούμε όμως τα γεγονότα, που θυμίζουν εκπληκτικά τα αντίστοιχα της Marfin

 

Είναι 10 Ιανουαρίου του 1991, μία ημέρα μετά τη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα στην Πάτρα από μέλη της Νέας Δημοκρατίας και στην Αθήνα γίνεται μεγάλη διαδήλωση διαμαρτυρίας, η οποία καταλήγει σε πολύωρες συγκρούσεις διαδηλωτών με τα ΜΑΤ.

 

temponeras

Ο Νίκος Τεμπονέρας

 

Σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία : Από τα εκατοντάδες δακρυγόνα που ρίχτηκαν, κάποιο προκάλεσε πυρκαγιά στο βιβλιοχαρτοπωλείο «Λιβάς» και στο κτίριο Κ. Μαρούσης.

Νεκρά από ασφυξία ανασύρθηκαν τέσσερα άτομα. Η υπηρεσιακή ΕΔΕ έκλεισε την υπόθεση, κάνοντας λόγο για «εμπρησμό του κτιρίου από αναρχικούς», παρά την ύπαρξη πολλών επώνυμων μαρτύρων για την αιτία της πυρκαγιάς.

Έξι χρόνια αργότερα, με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, η πυρκαγιά χαρακτηρίστηκε βομβιστική ενέργεια και αποδόθηκε είτε σε ρίψη βόμβας μολότοφ από τους αναρχικούς, είτε σε ρίψη δακρυγόνων με ειδικά τουφέκια από τους αστυνομικούς.

 

Αλλά και ο ίδιος ο επιχειρηματίας Δ. Μαρούσης  αμφισβητεί την εκδοχή της αστυνομίας. Σε συνέντευξή του στο Βήμα , ο επιχειρηματίας  αφηγείται  

 

«Η κατάσταση ήταν έκρυθμη. Οι διαδηλωτές βρίσκονταν στη γωνία Πανεπιστημίου και Θεμιστοκλέους. Μία διμοιρία των ΜΑΤ ήταν στα Χαυτεία και άλλη μία στη γωνία Θεμιστοκλέους και Γαμβέττα. Ξεκινούν συμπλοκές και το κτίριο παίρνει φωτιά. Εγώ είχα φύγει μισή ώρα πριν. … Περνώντας από ένα κατάστημα με ηλεκτρικά είδα στις τηλεοράσεις το μαγαζί μου να παίρνει φωτιά και να καίγεται …

Το πόρισμα της Πυροσβεστικής είπε ότι η φωτιά προκλήθηκε από τις μολότοφ. Όταν όμως πήγα στο μαγαζί την επομένη, μέτρησα μέσα έξι χρησιμοποιημένες φιάλες δακρυγόνου. Έγραφαν “εύφλεκτο”» διηγείται, όμως σταματά εκεί. «Δεν θέλω να πω παραπάνω γι΄ αυτά» λέει.