Ένα απόσπασμα από κάποιο παλιό βιβλίο ξεχασμένο από τον καιρό που βρήκα κάποτε τυχαία στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Ραφήνας πριν από καμιά δεκαριά χρόνια.

Οι σελίδες του βιβλίου παρέμεναν άκοπες, εξήντα χρόνια αφού είχε εκδοθεί.

Περίμενε από καιρό να βρεθεί κάποιος αναγνώστης.

Το βιβλίο είναι γραμμένο από τον Τάσο Ζάππα και έχει τίτλο "Της στεργιάς και της θάλασσας".

Εκδόθηκε από τις εκδόσεις "ΜΑΥΡΙΔΗΣ" το 1951.

 

 

Το κείμενο αναφέρεται σε αυτό που σήμερα κάποιοι βιάζονται να δαιμονοποιήσουν σήμερα και να τα αποστείλουν στο πυρ το εξώτερον.

Τα πεύκα της Ανατολικής Αττικής είναι ο μεγάλος ένοχος για όσα τραγικά συνέβησαν στις 23 Ιουλίου 2018 στον Νέον Βουτζά, την Καλλιτεχνούπολη, το Μάτι, τον Άγιο Ανδρέα, το Κόκκινο και το Μπλε Λιμανάκι;

 stergias2

 

Είναι δυνατόν να φταίει η Φύση για την απερισκεψία, την ανικανότητα, την έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου εκκένωσης της περιοχής;

Είναι δυνατόν να συνεχίζουμε τον στρουθοκαμηλισμό;

Είναι δυνατόν να παίζουν κάποιοι σήμερα την κολοκυθιά για το ποιος φταίει, αν είναι ο τοπικός Δήμος ή η Περιφέρεια αυτός που έπρεπε να δώσει έγκαιρα το σήμα της εκκένωσης της περιοχής;

Η ευθύνη ανήκει σίγουρα σε όλους.

Το Μάτι, όπως κακώς χτίστηκε μέσα, έγινε η παγίδα που παγίδευσε και οδήγησε σε φριχτό θάνατο περισσότερους από εκατό ανθρώπους.

Η τραγωδία είναι ανείπωτη.

Αλλά σίγουρα για ότι έγινε, για την κατάληξη που είχε η τραγωδία, κάποιοι φταίνε.

Και επειδή κανείς δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί θα τα ρίξουν όλα στα πεύκα, στον άνεμο, στους δρόμους που οι ίδιοι και οι προηγούμενοι ποτέ δεν τόλμησαν να ανοίξουν.

Φταίει το κακό το ριζικό μας, φταίει ο Θεός που μας μισεί, κατά τον Βάρναλη.

Ούτε ο Θεός φταίει, ούτε τα πεύκα φταίνε, ούτε το κακό το ριζικό μας.

Φταίει το στραβό μας το μυαλό και η αιώνια τάση μας για ωχαδελφισμό.          

 Τούτη η τραγωδία σημαίνει τον κώδωνα του κινδύνου.

Τις φταίει;

 

stergias3

 

Αναζητώντας την Αττική

"Το στεριανό της Ραφήνας"

(από το βιβλίο "Της στεργιάς και της θάλaσσας")

του Τάσου Ζάππα

Φοβάμαι, όμως, ότι πολλά από όσα περιγράφει αυτό το βιβλίο δεν υπάρχουν εδώ και καιρό.

Και μυρωδιά που περιγράφεται στο διήγημα έχει από καιρό χαθεί ...

"Όλες οι ακρογιαλιές, από τη Βραώνα, την αρχαία Βραυρώνα, ως τη σημερινή Μάκρη —μ' ελάχιστα διάκενα— ήταν ένα πυκνό πευκοδάσος που το τραγάνιζες με τα μάτια και ρούφαγες το βάλσαμο πού κατηφόριζε ως το γιαλό.

Μου περνάει απ' το μυαλό πως το άρωμα των αττικών πεύκων είναι ζωηρότερο απ' όλα τα πεύκα που γνώρισα ως τα σήμερα. Μοσχοβολιά μεθυστική. Όταν τα παλιότερα χρόνια κινούσαμε με τις ψαροπούλες, απ' την αντικρινή Εύβοια ναρθούμε στη Ραφίνα, αν φύσαγε αγέρας ερχόμαστε γρήγορα. Αν τύχαινε όμως να είναι μπουνάτσα ή νάχει βγάλει το στεργιανό της η Αττική, Έπρεπε να κάνουμε δεκαπέντε είκοσι ώρες στο κουπί. Σε μία τέτοια ολονυχτία στο πέλαγο έκανα την ανακάλυψη. Με το νυχτερινό αεράκι πού έβγαζε η στεργιά, ερχόταν ως τα μισά του Ευβοϊκού έντονη η μυρουδιά του αττικού πεύκου. Ένα άρωμα ζωηρό πού σε νάρκωνε. Πουθενά δε δοκίμασα τέτοια μοσχοβολιά. Μπορεί να είναι προνόμιο της Αττικής.

Λοιπόν αυτό το περίφημο στεργιανό αεράκι της Ραφίνας, είχε γίνει καθημερινός εφιάλτης για τις ψαροπούλες εκείνου του καιρού. Το αναθυμούνται με τρόμο όσοι δουλέψανε τα παλιότερα χρόνια στον νότιο Ευβοϊκό. Τις ήμερες πού φυσούσε μπάτης, ήτανε βέβαιο, πώς αργά το βράδι, είχε δεν είχε, θα πέταγε το στεργιανό της η Αττική. Αυτό θα πει να σου φέρει μπροστά τον αέρα. Λίγο και μπροστά και τα μικρά ιστιοφόρα, προ πάντων οι ψαροπούλες της εποχής, πού βιάζονταν να φέρουν στη Ραφίνα τα ψάρια τους, έπρεπε ν' αρχίσουν έναν άδοξο κι εξαντλητικόν αγώνα όλη τη νύχτα μέ το πανί και το κουπί, κόντρα στο αεράκι. Αληθινά κάτεργα γινόντουσαν τότε οι ψαροπούλες με το αδιάκοπο κουπί. Θυμάμαι ένα βατικιώτη  ψαροπουλητή που φασκέλωσε τη θάλασσα και τα καλά της κι έφυγε για την Αμερική να γλυτώσει. Πέρασαν χρόνια εκεί κάτου στην ξενητιά. Μία μέρα που ξύπνησε ο νόστος τής πατρίδας, έγραψε σ' έναν άνθρωπο του συναφιού του, πού είχε πληρώσει κι αυτός ακριβά τον Ευβοϊκό:

— Γράψε μου να ξέρω η Ραφίνα βγάζει ακόμα το στεργιανό της;

Εκτός από το παλιό —ερειπωμένο σήμερα— κτίριο, κολλητά στο τηλεγραφείο κι ένα μακρινάρι, λίγο βορειοτέρα, που είταν οι στάβλοι όπου ξεζεύανε οι σούστες, τίποτ' άλλο δεν υπήρχε τότε στη Ραφίνα, μήτε άλλο κτίριο βρισκόταν σ’ όλη τήν αττική παραλία του Ευβοϊκού, εξόν από το εκκλησάκι του Αη-Παντελεήμονα, στον Αη-Αντρέα και λίγες κλαδόπλεχτες στανοκαλύβες εδώ κι εκεί.

Θυμάμαι ακόμα, σάμπως νάναι τώρα, όταν έκανα τα πρώτα μου ταξίδια με ανοιχτή σούστα απ' τη Ραφίνα στην Αθήνα —γύρω στα 1915 θα ήταν— πως το πηχτό δάσος πεύκων και πλατανιών, πού υπήρχε από τις δύο μεριές του δρόμου, ως το Πικέρμι, το Χαρβάτι και το Γέρακα, όρθωνε ένα πράσινο παραπέτο πού δε μας άφηνε να ιδούμε μακρύτερα. Και τα πεύκα τούτα, φουντωμένα, βαθύχρωμα, όλο ζωηράδα κι ορμή, ήταν χαρά Θεού. Χαιρόσουν ν’ αγκαλιάζεις τη λαμπερή τους τη θωριά, να πίνεις το μύρο τους."

stergias4

Για την αντιγραφή του κειμένου

Αντώνης Λαζαρής (βιολόγος)