“Η ακτινοβολία του πνεύματος του και το μέγεθος των γνώσεών του, υπήρξαν αντίστροφα ανάλογα με τη διασημότητα που συνεπάγεται αυτές οι ιδιότητες. Ο όγκος του έργου του και η ποιότητά του, έκαναν το Βάρναλη να τον αποκαλεί Δάσκαλο και τον Καζαντζάκη να του αφιερώσει τον «Προμηθέα Λυόμενο».

Μιλάμε για τον Παναγή Λεκατσά. Το γίγαντα αυτό της νεοελληνικής σκέψης που μετέφρασε ολόκληρο τον Ευριπίδη, τον Πίνδαρο, τη Σαπφώ, τον Αλκαίο, το Λογγίνο, το Λεκατσά που καθιέρωσε δύο επιστήμες άγνωστες μέχρι τότε στην Ελλάδα, την Εθνολογία και τη Συγκριτική Θρησκειολογία, το Λεκατσά του οποίου το έργο «Διόνυσος» ο Τζώρτζ Τόμσον χαρακτήρισε «αριστούργημα της φιλολογίας»”

Εφημερίδα Ελευθεροτυπία 7/5/1980

 

Μια ενδιαφέρουσα και σχετικά άγνωστη ιστορία από τα χρόνια της Αντίστασης, τότε που ο ελληνικός λαός με ηγέτιδα δύναμη το ΕΑΜ έκανε πραγματική αντίσταση, ενώ οι ιδεολογικοί πρόγονοι των σύγχρονων υποκριτών «Μακεδονομάχων» συνεργάζονταν με τους κατακτητές

Την ιστορία αυτή αλιεύσαμε από το blog Διαδρομές και μονοπάτια της Ιθάκης σε ένα μεγάλο αφιέρωμα που κάνει στο μεγάλο Ιθακήσιο εθνολόγο Παναγή Λεκατσά. Αξίζει τον κόπο να επισκεφθείτε τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα και να διαβάσετε το αφιέρωμα σε έναν από τους σημαντικότερους ερευνητές και μελετητές του αρχαίου κόσμου και έναν από τους βασικούς θεμελιωτές της επιστήμης της εθνολογίας και της θρησκειολογίας στην Ελλάδα. Ήταν παράλληλα μέλος του ΕΑΜ και αρθογράφος σε πολλά έντυπα της Αριστεράς. Εμείς, εδώ, αναδημοσιεύουμε το κομμάτι του αφιερώματος που αναφέρεται στην «κόντρα» του Π. Λεκατσά με το μεγάλο Έλληνα ποιητή Άγγελο Σικελιανό.

 

Οκτώβριος του 1943 … Στην καρδιά της Κατοχής, οι Έλληνες Γερμανοτσολιάδες τρομοκρατούν, κυνηγούν και σκοτώνουν όποιον αντιστέκεται στη ναζιστική κατοχή. Εκτός από αυτούς, όμως, το ΕΑΜ κατηγορεί και τον ΕΔΕΣ για δοσιλογισμό και συνεργασία με τις αρχές κατοχής και αρχίζουν έτσι οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο αντιστασιακών οργανώσεων.  Στον απόηχο των συγκρούσεων αυτών, ο Άγγελος Σικελιανός γράφει το ποίημα «Το Μήνυμά της» που δημοσιεύεται στο περιοδικό Καλλιτεχνικά Νέα, τεύχος 28

 

Στο ποίημα αυτό, ο Σικελιανός αναπαριστά την Ελλάδα, σαν μια γριά πονεμένη μάνα να θρηνεί που τα παιδιά της σκοτώνονται άδικα μεταξύ τους και να ζητάει σπαρακτικά την ενότητα και τη συμφιλίωσή τους.

 

Καθότανε στη ρίζα του πλατάνου
...

η βάβω-γριά, στοιχειό καιρών και τόπων,
σκυφτή, κι έστριβ'ασάλευτη τ'αδράχτι
στα ροζωμένα χέρια η ίδια ως νάταν 
γύρω μας γη, που την λέμε Ελλάδα

«Αχ, πώς το πάθαν τούτο τα παιδιά μας;
Αδέρφια να σκοτώνουνε τ’ αδέρφια!…
Τα παιδιά μου να σφάζουν τα παιδιά μου!

Μήνυμα απλό σας στέλνω, από το στόμα 
της αιώνιας Μάννας, που τη λέμε Ελλάδα…

Μήνυμα απλό Σας γράφω, από τα σπλάχνα 
της αιώνιας Μάννας, που τη λέμε Ελλάδα…
Μήνυμα απλό Σας κράζω, από τα βάθη 
του πόνου της, αδέρφια της Ελλάδας…

Σώνει η σφαγή, που τυραννάει τη Μάννα!
Σώνει η σφαγή τη Μάννα μας που σφάζει!

Κι αχ, ακούστε με, αδέρφια της Ελλάδας!»

 

Το ποίημα αυτό εμφανίζεται ως δώρο εξ ουρανού για την κυβέρνηση των δοσιλόγων του Ράλλη που αποφασίζει να το χρησιμοποιήσει προπαγανδιστικά προκειμένου να πλήξει την αντίσταση, υποστηρίζοντας ότι ο ποιητής δεν αναφέρεται στις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις, αλλά στις συγκρούσεις ανάμεσα στο ΕΑΜ και τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας

Όπως γράφει ο Αλέξανδρος Αργυρίου στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας«Ο κύριος συνήγορος της ιδέας περί εμφυλίου πολέμου, Ιωάννης Ράλλης (1878-1946), ή κάποιο σαΐνι, του επιτελείου του, με το πολιτικό του αισθητήριο αντιλήφθηκε ότι το ποίημα ερχόταν ως δώρο εξ ουρανού. Έβρισκε απροσδόκητα έναν συνήγορο, τον Σικελιανό, πρόσωπο υπεράνω υποψίας και αποδεδειγμένα "εθνικό κεφάλαιο" σε όλες τις κρίσιμες περιστάσεις»

Την επόμενη μέρα, με κυβερνητική εντολή, το ποίημα δημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη και μετά από λίγες ημέρες το ποίημα γίνεται αφίσα και τοιχοκολλείται στο κέντρο της Αθήνας.

Κάποιοι δογματικοί έφτασαν να καταγγείλουν το Σικελιανό για εθνική μειοδοσία. Κάποιοι άλλοι, όπως ο Τάσος Βουρνάς, μίλησαν για αφέλεια του ποιητή. Πάνω σ'αυτό, ο Αλέξανδρος Αργυρίου γράφει : «Το να θεωρηθεί ότι ο πάντα αγαθής προέλευσης, Σικελιανός επιστρατευόταν να παίξει πολιτικό παιχνίδι, με το εκ βαθέων αυτό ποίημα του, είναι απερίσκεπτο. Δεν αποκλείεται ωστόσο ο ποιητής, κινούμενος, ίσως, από συγκεκριμένο περιστατικό, να αντέδρασε με το ποίημα αυτό, πιστεύοντας ότι συνέβαλε στην αποτροπή του κακού, χωρίς να είναι ικανός να προβαίνει σε πολιτικές συγκρίσεις εκείνης της ανώμαλης και δυσανάγνωστης περιόδου και να κρίνει ότι η συγκυρία των περιστάσεων ευνοεί την ενεργό παρέμβαση του επ' αγαθώ»


Το ΕΑΜ αποφασίζει να αντιδράσει. Μπορεί, όντως, το ποίημα του Σικελιανού να ήταν καλοπροαίρετο, έπαιρνε όμως άλλη σημασία όταν οι Αθηναίοι το έβλεπαν τοιχοκολλημένο σε αφίσα, δίπλα από τις άλλες αφίσες των Γερμανών που κοινοποιούσαν τις εκτελέσεις φυλακισμένων Ελλήνων ως αντίποινα των αντιστασιακών πράξεων.

Έτσι κι αλλιώς, όμως, ακόμη και αν ο Σικελιανός μιλούσε για τις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις και όχι για τα Τάγματα Ασφαλείας, για το ΕΑΜ το ιδεολόγημα περί εμφυλίου ήταν ακατανόητο καθώς το ΕΑΜ θεωρούσε ότι οι υπόλοιπες οργανώσεις είτε ήταν ενδοτικές είτε έκαναν ζημιά στην Αντίσταση μη δεχόμενες να συνεργαστούν με αυτό.

Το ΕΑΜ, λοιπόν, ένιωθε ότι έπρεπε να δώσει απάντηση σε αυτό το ποίημα με ένα άλλο ποίημα, που έπρεπε - όσο δύσκολο και αν φαινόταν αυτό - να είναι το ίδιο ή πιο δυνατό από το αντίστοιχο ποίημα του Σικελιανού. Για το σκοπό αυτό, λοιπόν, επιλέχθηκε ο Παναγής Λεκατσάς που είχε αποδείξει πολλές φορές την ικανότητά του στο λόγο, αλλά και στο να μιμείται αλλότριο ύφος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Τάσος Βουρνάς στο περιοδικό Διαβάζω.

 

 Λεκατσάς 8

 

Πράγματι, ο Λεκατσάς έγραψε αυτό το ποίημα–απάντηση. Γραμμένο στο ύφος του Σικελιανού, είχε το ίδιο μέτρο, την ίδια στιχουργική μορφή και τον ίδιο τίτλο. Επιβλητικό και δυνατό, προκάλεσε δέος με τη δύναμη του λόγου και των εικόνων του. 

Στο ποίημα αυτό, ο Λεκατσάς είδε κι αυτός την Ελλάδα. Όμως ούτε γριά ήτανε, ούτε άσχημη, ούτε λυπημένη, όπως την είχε περιγράψει ο Σικελιανός. Απεναντίας, ήτανε νέα, όμορφη και περήφανη και καλούσε τα παιδιά της να τσακίσουν τους εχθρούς της και τους  προδότες.

 

Σ' είδα - μα όχι γριά σακατεμένη
στη ρίζα ενός πλατάνου με τη ρόκα -
μα στ'αδούλωτα επάνω τα βουνά σου
θριαμβική μεγαλόχαρη παρθένα
απ'τα κόκκαλα πάλι των Ελλήνων 
ν'ανεβαίνεις, κι ορθή μ'αβίαστο βλέμμα
τις στεριές να μετράς ολόγυρά σου 
και τα πέλαγα, ω μάνα μας Ελλάδα

 «Όλοι σ’ άρματα γύρω μου, της νιότης 
κι οι πρωτόλουβοι ανθοί κι οι μεστωμένοι, 
κάθε μάννα προβάδισε το γιο της, 
η παιδούλα μού στέλνει το γονιό της
κι η μονάχη αδελφή τον αδελφό της.
Απ’ τα απάτητα επάνω Ακροκεραύνεια
ως τα βράχια της Κρήτης ένα κύμα.

Όποιος άξιος μού ακούει το κάλεσμά μου 

και βοηθάει τα μαχόμενα παιδιά μου.

Μα όσοι οχτροί μου κι επίβουλοι, όποιοι νάναι
και δικοί μου και ξένοι, που τροχάνε
το μαχαίρι από πίσω, αδερφωμένοι
με τον ξένο κι οχτρό οι καταραμένοι
και τους γυιούς μου χτυπάν που πολεμάνε 
ω στ’ αθάνατο ορκίζομαι όνομά σας !

«Στον καημό που με πνίγει στα αίματά σας, 
μα τον πόνο της μάνας, μα το δάκρυ
του ορφανού που με καίει απ’ άκρη σ’ άκρη, 
ΑΠΟ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΝΑ ΣΥΡΘΟΥΝΕ
ΣΤΑ ΝΩΠΑ ΜΝΗΜΑΤΑ ΣΑΣ ΝΑ ΣΦΑΓΟΥΝΕ»

Κι ήταν το χέρι εκείνο τ’ άγιο χέρι
της παρθένας αδούλωτης Ελλάδας.»

 

Το ποίημα αυτό, το 1944, συμπεριλήφθηκε στο Αναγνωστικό για την Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη του Δημοτικού Σχολείου Ελεύθερη Ελλάδα που συντάχθηκε από τον Μιχάλη Παπαμαύρου με τη συνεργασία και άλλων εκπαιδευτικών και εκδόθηκε από την ΠΕΕΑ.