Η Πρωτομαγιά ταυτίστηκε με το εργατικό κίνημα από το 1886 με τις αιματηρές διαδηλώσεις στο Σικάγο που είχαν ως αίτημα την καθιέρωση του οχτάωρου. Στην Ελλάδα, έχουμε την αντίστοιχη δική μας αιματηρή Πρωτομαγιά. Μόνο που δεν έγινε την 1η Μαΐου, αλλά λίγες μέρες αργότερα. Ήταν 9 Μαΐου του 1936 όταν κορυφώθηκε η απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη που είχε ως αίτημα την αύξηση των ημερομισθίων. Με το αίτημα αυτό συντάχθηκαν και άλλα εργατικά συνδικάτα και η απεργία απέκτησε πανεργατικό χαρακτήρα. Οι αστυνομικές αρχές απαγόρευσαν στην πορεία των εργατών να πλησιάσει στο κτίριο διοίκησης της πόλης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξεσπάσουν σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών που είχαν ως απολογισμό δώδεκα νεκρούς και δεκάδες τραυματίες.

Την επόμενη μέρα δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» η εικόνα της μάνας του διαδηλωτή Τάσου Τούση, που θρηνεί πεσμένη στα γόνατα πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της. Ο Γιάννης Ρίτσος στιγματίζεται από τη φωτογραφία αυτή και γράφει τον «Επιτάφιο». Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία στέλνει τον "Επιτάφιο" στο Μίκη Θεοδωράκη και το τραγούδι εκδίδεται τελικά το 1961, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.

 

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.