Στις 20 Ιουλίου του 1974 οι Τούρκοι εισβάλλουν στην Κύπρο και από τότε κατέχουν το 36% του εδάφους της. Πέντε ημέρες νωρίτερα, στις 15 Ιουλίου, η χούντα των Αθηνών είχε πραγματοποιήσει  πραξικόπημα εναντίον του προέδρου της Κύπρου, αρχιεπισκόπου Μακάριου. Ένα πραξικόπημα στο οποίο Ελλαδίτες και Κύπριοι πραξικοπηματίες έδωσαν σκληρές μάχες γύρω από το Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου με την Κυπριακή Προεδρική Φρουρά. Στις μάχες αυτές έχασαν τη ζωή τους περίπου 100 άτομα ( σύμφωνα με κάποιες πηγές, οι νεκροί ήταν πολύ περισσότεροι) και 250 περίπου τραυματίστηκαν. Το πραξικόπημα αυτό ήταν η ευκαιρία που περίμενε η Τουρκία για να παρέμβει ως «εγγυήτρια δύναμη» και να εισβάλλει στην Κύπρο. Ποιος και με ποιον τρόπο θα μπορούσε άραγε να προτάξει οργανωμένη και αποτελεσματική άμυνα, κάτω από τέτοιες διχαστικές συνθήκες;

Στην πραγματικότητα, τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν τις κορυφώσεις μιας εξαιρετικά ανώμαλης περιόδου στο μαρτυρικό νησί – από την αρχή σχεδόν της ανεξαρτησίας του το 1959 - γεμάτης από δολοπλοκίες, συνωμοσίες, πολιτικές δολοφονίες και μηχανορραφίες ελληνικών και ξένων μυστικών υπηρεσιών.

Κεντρικό ρόλο σε αυτό το ανώμαλο σκηνικό παίζει η ΕΟΚΑ Β’, η παράνομη παραστρατιωτική οργάνωση του στρατηγού Γρίβα, που έχει ως κεντρικό σύνθημα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, η ΕΟΚΑ Β’ θεωρεί ως βασικό της εμπόδιο τον Μακάριο και επιδιώκει με κάθε τρόπο την ανατροπή του, ακόμη και με απόπειρες δολοφονίας εναντίον του, από τις οποίες ο Μακάριος κατορθώνει να γλιτώσει. Κύριος χρηματοδότης αυτής της τρομοκρατικής οργάνωσης είναι η χούντα των Αθηνών και με τη βοήθεια αυτή η ΕΟΚΑ Β’ μπορεί να συνεχίζει τη δράση της που περιλαμβάνει αιματηρές επιθέσεις εναντίον αστυνομικών τμημάτων, κλοπές όπλων από στρατόπεδα της Εθνοφρουράς και πολιτικές δολοφονίες αντιφρονούντων.

Η κατάσταση για την Κύπρο έχει αρχίσει να αλλάζει δραματικά από τις 25 Νοεμβρίου του 1973, όταν ο Δημήτρης Ιωαννίδης ανατρέπει με πραξικόπημα τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο εγκαθιστώντας μια δεύτερη χούντα, ακόμη πιο σκληρή και τυφλή από την προηγούμενη. Μια χούντα που θα βαρύνεται αιώνια για τους εγκληματικούς χειρισμούς της στην Κύπρο με το πραξικόπημα που οργάνωσε εναντίον του Μακαρίου, αλλά και με την τραγική ανικανότητά της να υπερασπιστεί την Κύπρο απέναντι στην τουρκική εισβολή.

Ήδη, από την άνοιξη του 1974, ο Δ.Ιωαννίδης είχε αρχίσει τις συζητήσεις για την πραξικοπηματική ανατροπή του Μακαρίου. Οι πρώτες συζητήσεις διεξάγονται στο σπίτι του πρωθυπουργού του καθεστώτος Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου. Στις συζητήσεις αυτές παίρνουν μέρος ο πρόεδρος του καθεστώτος Φαίδων Γκιζίκης, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Ανδρέας Μπονάνος και ο αφανής ηγέτης Δ. Ιωαννίδης. Ο Ιωαννίδης προσπαθεί να κάμψει τους όποιους δισταγμούς διαβεβαιώνοντας τους συνομιλητές του πως έχει εγγυήσεις από όλους τους ενδιαφερόμενους και κυρίως από τις ΗΠΑ, πως η Τουρκία δεν θα επέμβει

Ενώ πραγματοποιούνται αυτές οι συζητήσεις, πίσω στην Κύπρο έχει επέλθει σοβαρή ρήξη στις σχέσεις της κυπριακής κυβέρνησης με την, ελεγχόμενη από τη Χούντα, Εθνική Φρουρά. Ο Μακάριος θεωρούσε πλέον την Εθνική Φρουρά «χώρον εκκολάψεως και εκτροφής αντικυβερνητικών στοιχείων, δια των οποίων τροφοδοτείται και η τρομοκρατική οργάνωσις ΕΟΚΑ Β’». Για το λόγο αυτό, ο Μακάριος αποφασίζει να μειώσει τη θητεία της Εθνικής Φρουράς και να απομακρύνει τους Έλληνες αξιωματικούς.

Την 1Η Ιουλίου του 1974, το υπουργικό συμβούλιο της Κύπρου παίρνει την απόφαση για μείωση της θητείας της Εθνικής Φρουράς από 26 σε 14 μήνες και παράλληλα ο Μακάριος , στέλνει επιστολή στον Γκιζίκη με την οποία κατηγορεί το στρατιωτικό καθεστώς των Αθηνών ότι υποστηρίζει και κατευθύνει τη δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β’ και πως ο ίδιος διαισθάνεται πως αυτό το καθεστώς κρύβεται πίσω από τις πολλές απόπειρες δολοφονίας που είχαν εκδηλωθεί εναντίον του. Τέλος, ανακοινώνει πως ο κυπριακός λαός έχει χάσει την εμπιστοσύνη του προς την Εθνική Φρουρά και για το λόγο αυτό είναι αναγκασμένος να προβεί σε μέτρα αναδιάρθρωσής της.

 

kipros05

 

Ήδη, πάντως, ο Ιωαννίδης έχει πάρει τις αποφάσεις του και στα τέλη Ιουνίου έχει ενημερώσει σχετικά τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Ανδρέα Μπονάνο. Στις 9 Ιουλίου ο ταξίαρχος Γεωργίτσης και ο συνταγματάρχης Κομπόκης, που έχουν οριστεί από τον Μπονάνο αρχηγοί του πραξικοπήματος, καλούν σε σύσκεψη στη Λευκωσία τους αξιωματικούς που θα ηγούνταν των μονάδων οι οποίες θα συμμετείχαν στο πραξικόπημα. Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε ότι το πραξικόπημα δε θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί γιατί οι μονάδες ήταν ουσιαστικά διαλυμένες, η προετοιμασία ήταν ελλιπής και, το κυριότερο, υπήρχε κίνδυνος στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας. Όπως διαμήνυσαν στην Αθήνα: “ Τα αίτια υπάρχουν. Οι Τούρκοι την αφορμή ζητάνε. Εάν κάνουμε την ενέργεια εναντίον του Μακαρίου, τότε βάσει της συνθήκης της Ζυρίχης, η Τουρκία έχει δικαίωμα να επέμβει, οπότε στα της ενέργειάς μας θα προκαλέσουμε την Τουρκία να παρέμβει».

 

Ο Ιωαννίδης απορρίπτει τους ενδοιασμούς αυτούς και τους διατάζει να προχωρήσουν στο πραξικόπημα. Στο πραξικόπημα προβλέπεται κατάληψη του Προεδρικού Μεγάρου, του αρχηγείου της αστυνομίας, του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και άλλων ζωτικής σημασίας εγκαταστάσεων. Λίγο μετά τις 8 το πρωί της 15ης Ιουλίου, αρχίζει η επίθεση στο Προεδρικό Μέγαρο με καταδρομείς, τεθωρακισμένα και άρματα μάχης. Το κτίριο παίρνει φωτιά από την ανατολική πλευρά και ο Μακάριος κατορθώνει να διαφύγει, εγκαταλείποντάς το από τη δυτική πλευρά που ήταν ελεύθερη.

 

Γύρω στις 10 έχει καταληφθεί το Προεδρικό Μέγαρο, το οποίο πυρπολείται και καταστρέφεται ολοκληρωτικά. Πιο πριν έχουν καταληφθεί το αρχηγείο της Αστυνομίας, το αεροδρόμιο της Λευκωσίας και το ΡΙΚ, το οποίο αρχίζει να μεταδίδει στρατιωτικά εμβατήρια. Στις 9.45 μεταδίδεται το πρώτο μήνυμα της Εθνικής Φρουράς που καταλήγει ως εξής: «Η Εθνική Φρουρά είναι κυρία της καταστάσεως. Ο Μακάριος είναι νεκρός». Η ψευδής ανακοίνωση του θανάτου του Μακαρίου ήταν μέρος του ψυχολογικού πολέμου και είχε ως στόχο την ελαχιστοποίηση της αντίστασης των οπαδών του. Πράγματι, η μετάδοση της ψευδούς είδησης βοήθησε στην ευκολότερη επικράτηση του πραξικοπήματος. Μοναδική εστία αντίστασης απέμενε η Αρχιεπισκοπή, η οποία έπεσε στις 9 το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Την ίδια μέρα ορκίζεται κυβέρνηση πλήρως ελεγχόμενη από τη χούντα με πρόεδρο το δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας Μάχη, Νίκο Σαμψών.

 

kipros01

 

Εν τω μεταξύ, ο Μακάριος κατευθύνεται προς την Πάφο, τη μοναδική πόλη της Κύπρου που δεν έχει ακόμη πέσει στα χέρια των πραξικοπηματιών. Από εκεί εκφωνεί μήνυμα που μεταδίδεται από τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό: «Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος ... Το πραξικόπημα της Χούντας απέτυχε. Εγώ ήμουν ο στόχος της Χούντας. Και εφ΄όσον εγώ ζω, η Χούντα στην Κύπρο δεν θα περάσει … Η Χούντα απεφάσισε να καταστρέψει την Κύπρο. Να τη διχοτομήση. Αλλά δε θα το κατορθώση. Πρόβαλε παντοιοτρόπως ανίστασιν εις την Χούντα. Μη φοβηθής … Ενταχθήτε όλοι εις τα νομίμους δυνάμεις του κράτους. Η Χούντα δεν πρέπει να περάση και δεν θα περάση. Νυν υπέρ πάντων ο αγών!»

Οι πραξικοπηματίες στέλνουν δυνάμεις στην Πάφο, οι οποίες φτάνουν το βράδυ της 16ης Ιουλίου και την καταλαμβάνουν. Ήδη, όμως, ο Μακάριος έχει μεταβεί στη βρετανική βάση του Ακρωτηρίου και με ελικόπτερο φεύγει για το Λονδίνο , έχοντας ως τελικό προορισμό το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών από όπου θα καταγγείλει τη Χούντα των Αθηνών για εισβολή.

 

"...Καλώ τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην αφύσικη αυτή κατάσταση, που δημιουργήθηκε με το πραξικόπημα των Αθηνών.

Καλώ το Συμβούλιο Ασφαλείας να κάνει χρήση όλων των τρόπων και μέσων που διαθέτει, ώστε να αποκατασταθούν χωρίς καθυστέρηση η συνταγματική τάξη και τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού της Κύπρου.

Όπως ανέφερα ήδη, τα γεγονότα της Κύπρου δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Αφορούν και επηρεάζουν και τους Τουρκοκυπρίους.

Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας αποτελεί εισβολή, και οι συνέπειές του πλήττουν ολόκληρο τον κυπριακό λαό, Έλληνες και Τούρκους.

Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν εγκαταστήσει μία ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο. Η παρουσία της δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική υπό συνθήκες πραξικοπήματος. Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να καλέσει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τους Έλληνες αξιωματικούς, που υπηρετούν στην κυπριακή εθνοφρουρά, και να θέσει τέλος στην εισβολή τους στην Κύπρο.

Πιστεύω, με όσα στοιχεία παρέθεσα ενώπιόν σας, να σάς έδωσα μία ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία, πως μία αρμόζουσα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα θέσει τέλος στην εισβολή, και θα αποκαταστήσει την παραβιασμένη ανεξαρτησία της Κύπρου και τα δημοκρατικά δικαιώματα του κυπριακού λαού."

 

Στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία επικαλούμενη το άρθρο 4 της συνθήκης Εγγυήσεων, εισβάλλει στην Κύπρο. Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών προ της διαφαινόμενης κατάρρευσης παραιτείται, όπως και το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα. Και φασίστες και άχρηστοι