«Θα πω μονάχα πως το κορύφωμα που `χε το αλλόκοτο τούτο δράμα
στρίγγλιζε κλαίγοντας ο δικαστής στα διαλείμματα φώναζε μάνα
φώναζε μάνα σαν το φουκαρά που χθες καταδίκασε για ληστεία
και για κοινό παραδειγματισμό τον αποκεφάλισε στην πλατεία»

 

 

Μία από τις βασικές αρχές του ποινικού δικαίου ενός πολιτισμένου κράτους είναι ότι η ενοχή κάποιου πρέπει να αποδεικνύεται με αδιάσειστα στοιχεία που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Γι αυτό εξάλλου έχει ειπωθεί πως είναι προτιμότερο να αθωωθούν δέκα ένοχοι παρά να καταδικαστεί ένας αθώος. Έχει ειπωθεί, επίσης, ότι η αθώωση ενός ενόχου είναι δικαστική πλάνη ενώ η καταδίκη ενός αθώου είναι έγκλημα. Για όλα αυτά, θεωρείται ότι σε μία δίκη η αμφιβολία πρέπει να είναι πάντοτε υπέρ του κατηγορουμένου και ότι το βάρος απόδειξης το έχει η κατηγορούσα αρχή, η οποία πρέπει να αποδείξει στο δικαστήριο την ενοχή του κατηγορουμένου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

Υπόθεση Ηριάννα … Στις 28 Ιουνίου η Ηριάννα αθωώθηκε αφού επί έξι χρόνια βρισκόταν υπό καθεστώς ομηρίας και αφού έκτισε ένα χρόνο φυλάκισης καταδικασμένη από τον Ιούνιο του 2017 σε 13 χρόνια κάθειρξης επειδή σε έναν γεμιστήρα ενός όπλου - που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε εγκληματική ενέργεια - βρέθηκε ένα ποσοστό του DNA της. Ένα δείγμα λειψό σύμφωνα με τα λεγόμενα πολλών ειδικών, το οποίο θα μπορούσε να ανήκει και σε άλλο άνθρωπο, αλλά και ένα δείγμα που θα μπορούσε άνετα να μεταφερθεί στο γεμιστήρα από κάποιον τρίτο είτε σκόπιμα είτε τυχαία.

Αν αυτό το στοιχείο δίνει σε κάποιο δικαστή το δικαίωμα να καταδικάσει έναν άνθρωπο σε 13 χρόνια φυλάκιση, σίγουρα αποδεικνύεται ότι υπάρχει τεράστιο πρόβλημα στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης ενός κράτους, το οποίο αποδεικνύεται υπερευαίσθητο απέναντι σε ανθρώπους που θεωρεί ότι το απειλούν ενώ ανάλογη ευαισθησία δεν επιδεικνύει σε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν κατηγορηθεί για βαριά ποινικά εγκλήματα. Αν μη τι άλλο, το κράτος μπορεί να μην υπηρετεί τους πολίτες του όπως πρέπει, αλλά τον εαυτό του ξέρει να τον υπηρετεί με αποτελεσματικότητα.

Στην πραγματικότητα, αυτό που πλήρωσε η Ηριάννα είναι ότι είχε σχέση με έναν άνδρα ο οποίος είχε φιλικές σχέσεις με κάποια μέλη των «Πυρήνων της φωτιάς». Ο άνδρας αυτός αθωώθηκε, αλλά η υπόθεση της Ηριάννας είχε πλέον πάρει το δρόμο της και είχε αυτονομηθεί. Αυτό που φαινόταν ξεκάθαρα είναι ότι στην περίπτωση της Ηριάννας ποινικοποιούνταν οι σχέσεις. Η σχέση από μόνη της καθίστατο επιβαρυντικό στοιχείο και ένδειξη ενοχής

Εκτός από την Ηριάννα, με τα ίδια αμφίβολα στοιχεία βρέθηκε στη φυλακή και άλλος ένας, ο Περικλής, ο οποίος αθωώθηκε και αυτός. Όσοι παρακολουθούν παρόμοιες υποθέσεις, δεν ξεχνούν επίσης τον Τάσο Θεοφίλου που έμεινε πέντε ολόκληρα χρόνια στη φυλακή - μέχρι να κριθεί αθώος - για την κατηγορία της συμμετοχής σε ένοπλη ληστεία τράπεζας μετά φόνου.

Το «αποδεικτικό» στοιχείο της ενοχής του ήταν πάλι ένα δείγμα DNA σε ένα καπέλο που δεν επιδείχθηκε καν στο δικαστήριο. Είναι προφανές ότι και στην περίπτωση του Θεοφίλου λειτούργησε η προκατάληψη. Ο Θεοφίλου ήταν αντιεξουσιαστής και, σύμφωνα με την κρατική ανάγνωση, ήταν από ύποπτος έως βέβαιος ένοχος. Όπως ακριβώς στις ΗΠΑ ένας μαύρος και φτωχός που θα βρεθεί στη σκηνή ενός φόνου θα κριθεί κατά πάσα πιθανότητα ένοχος με ανεπαρκή, τραβηγμένα ή κατασκευασμένα στοιχεία, έτσι και εδώ φαίνεται ότι ακολουθήθηκε παρόμοια λογική: ληστεία σε τράπεζα ίσον τρομοκράτης ίσον αντιεξουσιαστής ίσον Τάσος Θεοφίλου. Με αυτό τον τρόπο και η υπόθεση κλείνει αλλά και ένας «εχθρός του κράτους» τιμωρείται

Τελικἀ, όλοι οι παραπάνω σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκαν. Ποιος όμως θα τους δώσει πίσω όλα αυτά τα χαμένα χρόνια που πέρασαν κάτω από καθεστώς ομηρίας και πίσω από τα κάγκελα; Και αν οι δικαστές αποδεικνύεται τελικά ότι κρίνουν με τόση επιπολαιότητα και προκατάληψη, τι μας εμποδίζει να αναρωτηθούμε πόσοι ακόμη αθώοι μπορεί να βρίσκονται στη φυλακή από μια παρόμοια, επιπόλαιη και προκατειλημμένη διάθεση; 

ΥΓ. Το τραγούδι «Ο γορίλας» γράφτηκε από το μεγάλο Γάλλο τραγουδοποιό George Brassens (Ζορζ Μπρασένς 1921-1981). To τραγούδι αυτό υπάρχει υπάρχει στον πρώτο δίσκο του Μπρασένς (La mauvaise reputation, 1953) και για πολλά χρόνια ήταν απαγορευμένο από τους γαλλικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς . Οι ελληνικοί στίχοι του τραγούδι είναι του Χρήστου Θηβαίου που το τραγούδησε με το συγκρότημά του «Συνήθεις Ύποπτοι» το 1996