calvino

 

Οι απόφοιτοι των ΕΠΑΛ διαγωνίστηκαν χθες, Τρίτη 16 Ιουνίου, στο μάθημα των Νέων Ελληνικών. Στο δεύτερο μέρος της εξέτασης, στο κομμάτι του λογοτεχνικού κειμένου, οι υποψήφιοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις πάνω σε απόσπασμα που προέρχεται από τη 13η ιστορία του μυθιστορήματος του Ίταλο Καλβίνο "Μαρκοβάλντο ή Οι εποχές στην πόλη" με τίτλο: "Πού είναι πιο γαλάζιος ο ποταμός".

Ας διαβάσουμε, όμως, το όμορφο κείμενο και ας προβληματιστούμε για όλα αυτά που αφήνουμε με την απάθεια και την αδιαφορία μας να χάνονται και να καταστρέφονται από αναίσχυντους και επιτήδειους μπροστά στα μάτια μας

 

[...] «Όλες μου οι προσπάθειες θα πρέπει ν’ αποσκοπούν», ορκίστηκε στον εαυτό του, «στο να προσφέρω στην οικογένειά μου τροφές που δεν έχουν περάσει από τα επίβουλα χέρια των κερδοσκόπων». Το πρωί που πήγαινε στη δουλειά του συναντούσε μερικές φορές ανθρώπους με πετονιές και λαστιχένιες μπότες να κατευθύνονται στο ποτάμι. «Αυτός είναι ο τρόπος», είπε ο Μαρκοβάλντο. Εκεί στην πόλη, όμως, το ποτάμι μάζευε σκουπίδια, αποχετεύσεις και υπονόμους, και του προξενούσε βαθιά αποστροφή. «Πρέπει να βρω ένα μέρος», είπε, «όπου το νερό θα είναι αληθινό νερό και τα ψάρια αληθινά ψάρια. Εκεί θα ρίξω την πετονιά μου».

 

Οι μέρες είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν: μετά τη δουλειά ο Μαρκοβάλντο έπαιρνε το μοτοποδήλατό του και πήγαινε να εξερευνήσει το ποτάμι και τους παραποτάμους του στους λόφους πάνω από την πόλη. Τον ενδιέφεραν κυρίως οι περιοχές όπου το νερό έτρεχε μακριά από τον ασφαλτόδρομο. Έπαιρνε τα μονοπάτια ανάμεσα στα δάση με τις ιτιές, προχωρούσε όσο γινόταν με το μοτοποδήλατό του κι έπειτα – αφήνοντάς το σ’ ένα σύθαμνο – συνέχιζε με τα πόδια, ώσπου να φτάσει στο νερό. Μια φορά χάθηκε: τριγυρνούσε σε απότομες όχθες γεμάτες θάμνους και δεν έβρισκε πια μονοπάτι ούτε ήξερε πού βρισκόταν το ποτάμι: ξαφνικά, παραμερίζοντας μερικά κλαδιά, είδε λίγα μέτρα παρακάτω τα σιωπηλά νερά – ήταν ένα πλάτωμα του ποταμού σαν μια μικρή ήσυχη λεκάνη – μ’ ένα γαλάζιο χρώμα που θύμιζε λίμνη στα βουνά.

 Η συγκίνηση δεν τον εμπόδισε να διερευνήσει τις αδιόρατες πτυχές του ρεύματος. Και να που η επιμονή του επιβραβεύτηκε! Ένα σκίρτημα, η αναμφισβήτητη ένδειξη ενός πτερύγιου κάτω από την επιφάνεια του νερού, κι έπειτα κι άλλο, κι άλλο, τόση ευτυχία, που δεν πίστευε στα μάτια του: εδώ ήταν το λημέρι όλων των ψαριών του ποταμού, ο παράδεισος κάθε ψαρά, άγνωστος ίσως σε όλους, εκτός απ’ αυτόν. Καθώς επέστρεφε (ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει), σταματούσε για να χαράξει σημάδια στους κορμούς της φτελιάς και να σωριάσει πέτρες σε ορισμένα σημεία, ώστε να μπορέσει να ξαναβρεί το δρόμο.

Τώρα δεν του έλειπε παρά ο εξοπλισμός. Ωστόσο το είχε ήδη σκεφτεί: ανάμεσα στους γείτονες και το προσωπικό της εταιρείας είχε εντοπίσει καμιά δεκαριά φανατικούς ψαράδες. Με μισόλογα και υπαινιγμούς, με ξεχωριστές στον καθένα υποσχέσεις ότι θα τον πληροφορήσει μόλις βεβαιωθεί για ένα μέρος γεμάτο πέστροφες που μόνο αυτός ήξερε, κατάφερε να δανειστεί από δω κι από κει ένα οπλοστάσιο ψαρά πρωτοφανές σε πληρότητα.

Τώρα πια δεν του έλειπε τίποτα: καλάμι, πετονιές, αγκίστρια, δολώματα, απόχη, μπότες, τσάντα, ο καιρός ωραίος, δύο ώρες ελεύθερες – από τις έξι ως τις οχτώ – προτού να πάει στη δουλειά, το ποτάμι με τις πέστροφες ...

Είναι δυνατό να μην έπιανε τίποτα; Πράγματι: μόλις έριχνε το αγκίστρι, έβγαζε ψάρι· οι πέστροφες τσιμπούσαν ανυποψίαστες. Μιας και με την πετονιά ήταν τόσο εύκολο, δοκίμασε με το δίχτυ: ήταν τόσο καλόβολες οι πέστροφες, που έπεφταν μες στο δίχτυ με τα μάτια κλειστά.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, η τσάντα του ήταν πια γεμάτη. Έψαξε να βρει ένα μονοπάτι για ν’ ανηφορίσει την όχθη.

– Έι, εσείς! – σε μια καμπή της όχθης, ανάμεσα στις λεύκες, στεκόταν ένας τύπος με πηλήκιο αγροφύλακα και τον κοιτούσε βλοσυρός .

– Εγώ; Τι έγινε; έκανε ο Μαρκοβάλντο με το προαίσθημα ότι κάτι άγνωστο απειλούσε τις πέστροφές του.

– Πού τα έπιασες αυτά τα ψάρια; είπε ο φύλακας.

– Ε; Γιατί; και η καρδιά του Μαρκοβάλντο πήγαινε να σπάσει.

– Αν τα ψάρεψες εδώ κάτω, πέταξέ τα αμέσως: δεν είδες το εργοστάσιο εδώ παραπάνω; και πράγματι έδειχνε ένα μακρύ και χαμηλό κτήριο που φαινόταν πέρα από τις ιτιές μετά τη στροφή του ποταμού και που γέμιζε τον αέρα καπνούς και τα νερά μ’ ένα πυκνό σύννεφο σ’ ένα απερίγραπτο χρώμα ανάμεσα στο τιρκουάζ και το βιολετί. Τουλάχιστον δεν είδες τι χρώμα έχει το νερό; Εργοστάσιο χρωμάτων: το ποτάμι έχει δηλητηριαστεί απ’ αυτό το μπλε, το ίδιο και τα ψάρια. Πέταξέ τα αμέσως, αλλιώς θα σου τα κατάσχω!

Τώρα ο Μαρκοβάλντο ήθελε να τα πετάξει όσο πιο γρήγορα γινόταν, να τα ξεφορτωθεί, λες και μόνη η μυρωδιά τους μπορούσε να τον δηλητηριάσει. [...]