Στο δίσκο «Βρώμικο ψωμί» του 1972, ο Διονύσης Σαββόπουλος, πάνω σε μια μελωδία του Bob Dylan, τραγούδησε για τον «Άγγελο Εξάγγελο» και για την τύχη που του επεφύλαξαν οι εθελοτυφλούντες συνάνθρωποί του:

" Άγγελος εξάγγελος μας ήρθε από μακριά
γερμένος πάνω σ’ ένα δεκανίκι
δεν ήξερε καθόλου μα καθόλου να μιλά
και είχε γλώσσα μόνο για να γλείφει

Τα νέα που μας έφερε ήταν όλα μια ψευτιά
μα ακούγονταν ευχάριστα στ’ αυτί μας
γιατί έμοιαζε μ’ αλήθεια η κάθε του ψευτιά
κι ακούγοντάς τον ησύχαζε η ψυχή μας

Και πέρασε ο χειμώνας κι ήρθε η καλοκαιριά
κι ύστερα πάλι ξανάρθανε τα κρύα
ώσπου κάποιο βραδάκι βρε τι του `ρθε ξαφνικά
κι άρχισε να φωνάζει με μανία

Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά
η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα
τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά
μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια

Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει
και του `παμε να φύγει μουδιασμένα
αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει
καλύτερα να μην μας πει κανένα"

 

 

Ο Άγγελος εξάγγελος μάλλον τυχερός φάνηκε, αν κρίνουμε από την αντίστοιχη τύχη που είχε ο «μάγος» στο δίσκο «Αγροκτηνοτροφικά & Μητροπολιτικά» των Χαΐνηδων του 2011

 

«Στο χωριό μας κάποτε έφτασε ένας μάγος
ως τη μέση άνθρωπος κι από κάτω τράγος
Τότε μαζευτήκανε όλοι γύρω γύρω
κι είπαν την τραγίλα του άρωμα και μύρο.

Πες μας, βρε μάγε, αν μπορείς
αν έρθουν οι βροχές νωρίς
και τη σοδειά σου να χαρείς
χωρίς τον πόνο της χωρίς.

Μ’ ένα του βλέμμα μαγικό
μ’ ένα χορό του τραγικό
άκουσαν μιαν αλήθεια
που ράγισε τα στήθια.

Μάγε τραγοπόδαρε, βρόμισε ο αέρας
κλείσε μέσα τα παιδιά να μη δουν το τέρας
Σαν αγρίμια χύμηξαν κι έκλεισαν το μάγο
σε κελί που χτίσανε με φωτιά και πάγο.

Κι ένα περίεργο παιδί
κρυφά γυρίζει το κλειδί
για να το σκάσει δηλαδή
να πάει το μάγο για να δει.

Κι είπε μ’ αλλόκοτη ματιά
γεμάτη πάγο και φωτιά
ο μάγος πως τους μοιάζει
κι ο κόσμος πως αλλάζει.

Το παιδί που τρέλανε η θωριά του μάγου
σ’ άγνωστες το ξόρισαν στράτες του πελάγου
Σε στεριές και θάλασσες χρόνια ταξιδεύω
το παιδί που χάθηκε να το βρω γυρεύω»