Ομόνοια και 3ης Σεπτεμβρίου ... 17 Νοέμβρη 1973 

Κόντρα στους Αδώνιδες που δεν είδαν κανέναν νεκρό στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, κόντρα στους Μπογδάνους που δολοφονούν τον κοινό νου και προκαλούν το κοινό αίσθημα λέγοντας πως η εξέγερση των φοιτητών έφερε τον Αττίλα στην Κύπρο και όχι το προδοτικό πραξικόπημα των ομοϊδεατών του κατά του Μακαρίου, κόντρα στη Σώτη Τριανταφύλλου που θα ήθελε να καταργηθεί η επέτειος μνήμης της εξέγερσης της 17ης Νοέμβρη, εμείς επιλέγουμε να θυμόμαστε και να τιμούμε. Κάθε άνθρωπος κρίνεται και από τους αγώνες που επιλέγει να τιμά

Ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής ήταν παρών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Tα ποιήματα της ποιητικής συλλογής "Ρεπορτάζ από ένα ζεστό Νοέβρη" τα έγραψε εκείνες τις μέρες, εν θερμώ. Η συλλογή κυκλοφόρησε σε καμιά δεκαριά χειρόγραφα αντίτυπα χέρι με χέρι, παράνομα, αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης. Μετά τη μεταπολίτευση εκδόθηκε σε κανονικό βιβλίο από τον Κέδρο και σε δεύτερη έκδοση το 1983 από τη Σύγχρονη Εποχή. 

 

Ναι, έρχομαι από ΕΚΕΙ.

Τι μέρα είναι σήμερα;

Απ’ την Τετάρτη μπήκα μέσα.

Τι να σας πω;

Κόσμος πολύς στα κάγκελα, στο δρόμο, στην αυλή,

στα κάγκελα δεμένα χέρια,

χέρια, πλακάτ, κεφάλια, όπλα,

τι να σας πω;

 

Και βέβαια είχε αίμα.

Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;

Τ' αφήσαμε ΕΚΕΙ τα τσιγάρα,

πολλά τσιγάρα

κι ένα ταψί με κριθαράκι που μας έφερε η γριά.

Μήπως έχετε ένα ηρεμιστικό;

Ή, καλύτερα, ένα τσιγάρο.

Μα, ναι... Ήμουνα ΕΚΕΙ.

Τι να σας πω;

Δυο χιλιάδες; Τρεις χιλιάδες;

κι άσε τους έξω...

Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου.

Βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ

απ' την Τετάρτη... ή την Τρίτη;

Στα κάγκελα δεμένα χέρια, πρόσωπα, πλακάτ,

με το φορείο φέραν μια κοπέλα.

Όχι, δεν ξέρω πόσων χρονών.

Όχι, δε φαινότανε το πρόσωπό της.

Όχι, σας λέω, το αίμα δεν είναι δικό μου...

Τι σας έλεγα; Για την κοπέλα.

Όχι, δεν ξέρω πώς τη λένε.

 

Ναι, ήμουνα ΕΚΕΙ.

Κανείς δεν ήθελε να φύγει.

Τα τανκς στεκόντουσαν στην πόρτα,

έξω απ' τα κάγκελα,

όχι, μέσα απ' τα κάγκελα,

όχι... έξω...

 

Μα, βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.

Τι να σας πω;

Όχι, δεν θέλω επίδεσμο, το αίμα δεν είναι από μένα..,

Δύο φαντάροι μ' έκρυψαν σ' ένα σκουπιδοτενεκέ

Χέρια δεμένα στις ερπύστριες,

μάτια, μαλλιά,

τα μάτια στα κάγκελα,

ανάμεσα στα κάγκελα...

Μόνο να ξημερώσει, λέγαμε...

 

Και βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.

Πώς να τα πω με τη σειρά;

Πέρασαν κι άλλοι από δω;

Κάτι κορίτσια, κάτι αγόρια...

Και βέβαια είχαμε νεκρούς.

Τι θα πει «πόσους;»

Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου,

δε θέλω επίδεσμο...

Με συγχωρείτε, πρέπει να πηγαίνω,

η μάνα μου θ' ανησυχεί.

Τι να σας πω;

Δεν ξέρω...

 

Μα ναι...

ήμουνα ΕΚΕΙ...

 

Πηγή: www.sarantakos.com