fragma

 

Με αφορμή το πλωτό φράγμα που παρήγγειλε η κυβέρνηση προσθέτοντας στο ενεργητικό της άλλη μία γελοία και ανόητη ενέργεια, η Μαριάννα Τζιαντζή από την Εφημερίδα των Συντακτών θυμήθηκε το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο βράχος και το κύμα». Στο συμβολισμό του ποιήματος, ο βράχος είναι ο Τούρκος κατακτητής και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός. Ας δούμε, όμως, πόσο ταιριάζει η περιγραφή του κύματος με τα ανθρώπινα κύματα που διασχίζουν το Αιγαίο προσπαθώντας να βρουν μια καλύτερη ζωή. Κύματα που δε θα σταματήσουν, παρά μόνο όταν εκλείψουν οι αιτίες που τα δημιούργησαν. Κύματα που δε σταματιούνται από κανένα φράχτη, πόσο μάλλον από αυτό το κωμικό κατασκεύασμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»

 

 

Το 2020 είναι έτος Αντώνη Σαμαράκη και Μελίνας Μερκούρη. Ας αφήσουμε για λίγο τη Μελίνα και ας σταθούμε για λίγο στο διήγημα του Αντώνη του Σαμαράκη "Ζητείται ελπίς". Μία απελπισμένη κραυγή αγωνίας που κανείς από τους μεγάλους και τους τρανούς σε αυτή τη Γη δεν άκουσε και δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ να ακούσει.

" Όταν μπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγευμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σ' ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σε άλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά ή συζητούσανε.

Ήρθε ο καφές. Άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.

Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλειαι εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», έλεγε το τηλεγράφημα.

Ένα ακόμα ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.

«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλούται εις τον κόσμον μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.

Ύστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγές εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Oι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονώ. O πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.
........

Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.

Από τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο…

 

Σεις, που γεννάτε σε κρεβάτια πεντακάθαρα
και «ευλογημένος» λέτε της κοιλιάς σας ο καρπός,
μη ρίχτε στους αδύναμους τ’ ανάθεμα.
Βαρύ ήτανε το κρίμα της, μα ο πόνος της πικρός.
Γι’ αυτό, παρακαλώ, μη δείξτε καταφρόνια, γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνια.

Μπέρτολτ Μπρεχτ «Για την παιδοκτόνο Μαρία Φαρράρ»

 

Μια μάνα έριξε το παιδί της από τον 5ο όροφο και αμέσως μετά πήδηξε και ή ίδια για να το ακολουθήσει στο θάνατο. Μια είδηση που ασφαλώς σόκαρε όσους την άκουσαν. Μια είδηση που έδωσε ακόμη μια φορά στους «δημοσιογράφους» της τηλεόρασης την ευκαιρία για τυμβωρυχία . Μια είδηση που έδωσε την ευκαιρία στους δικαστές του πεζοδρομίου και του διαδικτύου να δικάσουν εξ αποστάσεως και να καταδικάσουν με αβάσταχτη ελαφρότητα. Μια είδηση που μας οδήγησε στο παρακάτω ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ

 

Μαρία Φαρράρ, γεννηθείσα τον Απρίλιον,
ανήλικη, ορφανή, ραχιτική, όψεως κοινής,
λευκού έως τώρα ποινικού μητρώου,
εσκότωσε το παιδί της ως εξής:
Σ’ ένα κατώι -λέει- σαν ήταν δυο μηνών,
να το ξεφορτωθεί προσπάθησε όπως – όπως,
με δυο ενέσεις που της έκανε μια γριά.
Πόνεσε, λέει, πολύ – όμως χαμένος κόπος.
Αλλά εσείς, παρακαλώ, μη δείξετε καταφρόνια, γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνια.

  Ομόνοια και 3ης Σεπτεμβρίου ... 17 Νοέμβρη 1973 

Κόντρα στους Αδώνιδες που δεν είδαν κανέναν νεκρό στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, κόντρα στους Μπογδάνους που δολοφονούν τον κοινό νου και προκαλούν το κοινό αίσθημα λέγοντας πως η εξέγερση των φοιτητών έφερε τον Αττίλα στην Κύπρο και όχι το προδοτικό πραξικόπημα των ομοϊδεατών του κατά του Μακαρίου, κόντρα στη Σώτη Τριανταφύλλου που θα ήθελε να καταργηθεί η επέτειος μνήμης της εξέγερσης της 17ης Νοέμβρη, εμείς επιλέγουμε να θυμόμαστε και να τιμούμε. Κάθε άνθρωπος κρίνεται και από τους αγώνες που επιλέγει να τιμά

Ο Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής ήταν παρών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Tα ποιήματα της ποιητικής συλλογής "Ρεπορτάζ από ένα ζεστό Νοέβρη" τα έγραψε εκείνες τις μέρες, εν θερμώ. Η συλλογή κυκλοφόρησε σε καμιά δεκαριά χειρόγραφα αντίτυπα χέρι με χέρι, παράνομα, αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης. Μετά τη μεταπολίτευση εκδόθηκε σε κανονικό βιβλίο από τον Κέδρο και σε δεύτερη έκδοση το 1983 από τη Σύγχρονη Εποχή. 

 

Ναι, έρχομαι από ΕΚΕΙ.

Τι μέρα είναι σήμερα;

Απ’ την Τετάρτη μπήκα μέσα.

Τι να σας πω;

Κόσμος πολύς στα κάγκελα, στο δρόμο, στην αυλή,

στα κάγκελα δεμένα χέρια,

χέρια, πλακάτ, κεφάλια, όπλα,

τι να σας πω;

 

 

Στην ιστοσελίδα  atexnos.gr  διαβάσαμε ένα κείμενο του Ηρακλή Κακαβάνη για ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη και το αναδημοσιεύουμε.

Το ποίημα «Το ΟΧΙ του λαού» είναι ένα από τα άγνωστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη που βρήκα στο αρχείο του ποιητή και δημοσίευσα στο βιβλίο μου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα». Το ποίημα στο αρχείο είναι άτιτλο, εμπνευσμένο από το ΟΧΙ και τους αγώνες του λαού. Τον τίτλο τον έδωσε η επιμελήτρια του αρχείου Θεανώ Μιχαηλίδου. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση στο κάτω μέρος του χειρογράφου υπάρχει η λέξη ΟΧΙ. Το πιθανότερο ότι είναι η ετυμηγορία του ποιητή για μη δημοσίευση του ποιήματος.

 

Το ΟΧΙ του λαού

 

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που λέει στους ξένους «όχι»
και που κρατάει κατάκορφα της λεφτεριάς τη λόχη
κι όντας οι λίγοι αφέντες του, που τον διαφεντεύγουν
τον παρατάν μεσοστρατίς και ασκώνονται και φεύγουν;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που στάθηκε λιοντάρι,
όντας του πέσανε μαζί δυο κολοσσοί κουρσάροι
κι από τα ξένα οι αφέντες του, αντί να τον βοηθήσουν,
τα φκιάνανε με τον Οχτρό για να ξαναγυρίσουν.

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που πάντα προδομένος
πολέμαγεν αβόηθητος, ξυπόλυτος, δεμένος
και θάμπωνε τον ουρανό, τη γη και τα πελάη
κι ο πιο μεγάλος φάνταζε μικρός σ’ αφτόνε πλάι;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι
πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη
μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη
του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη;

 

 

Το φετινό βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στον Αυστριακό συγγραφέα Πέτερ Χάντκε. Προσπερνάμε το θεσμό των βραβείων Νόμπελ που μας έδωσαν απλά την αφορμή και στεκόμαστε στο ποίημα. Στο πιο διάσημο ποίημα του Χάντκε, το «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας» (Lied Vom Kindsein). Ένα ποίημα που έγραψε ο Χάντκε για την ταινία του Wim Wenders, "Τα φτερά του έρωτα" (Der Himmel über Berlin), της οποίας το σενάριο συνυπογράφει μαζί με τον Βέντερς

 

Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα. 


Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

 

 

«Αφού η γη συγκεντρώθηκε με τον καιρό σε λιγοστούς, είτε με την βία είτε με την πονηριά, περνώντας από τα χέρια των πατεράδων στα χέρια των παιδιών, απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη. Έτσι οι πιο δυνατοί κι οι πιο κατεργαρέοι γενήκανε οι αφεντάδες της γης κι οι αφεντάδες του λαού.  Μα ποιος ήταν ο λαός;  Όσοι, είτε από αδυναμία, είτε από κουταμάρα, δεν προλάβανε ν' αρπάξουν τίποτα ή ό,τι αρπάξανε, τους το πήραν έπειτα οι δυνατοί...»

 

Ο Βάρναλης έγραψε για να υπερασπιστεί τα δίκια του λαού. Ένα λαό, όμως, που ούτε τον χάιδεψε, ούτε τον θεώρησε άμοιρο των ευθυνών του για την κατάστασή στην οποία βρισκόταν. Αντιθέτως, τον κατηγόρησε για τη μοιρολατρία και την παθητικότητά του. Στο «Λαό των Μουνούχων», των ευνουχισμένων δηλαδή, που κυκλοφόρησε το 1923 στην Αλεξάνδρεια, ο Βάρναλης μιλάει με αλληγορία για τη γέννηση του αστικού κράτους και την πάλη των τάξεων

«...Την άλλη μέρα οι Μουνούχοι ξύπνησαν αργά. Από μοχθηροί κι άπραγοι, που ήταν, ξύπνησαν κλέφτες και πατριώτες. 

H ιδέα πως μπορούσε να πεθάνουν ξαφνικά, σε ώρα απροσδιόριστη από πρωτύτερα, τους έκανε να προσκολληθούν με λύσσα στα υλικά αγαθά και να ζητάνε να τα χαρούν όσο το δυνατό περισσότερο. Από στιγμή σε στιγμή ο θάνατος μπορούσε να κρούσει τη θύρα τους. Πώς ν' αφήσουν αυτά τ' άπειρα δώρα, τ' αξετίμητα δώρα της ζωής, πρώτου προφτάσουν να τα περάσουν όλα, ή τουλάχιστο τα περισσότερα, από μέσα τους; 

Ρίχτηκαν λοιπόν αμέσως στ' άρπαγμα της Γης. Τη μαντρώνανε γρήγορα-γρήγορα με πέτρες, με πλιθιές, με παλιούρια και δήλωνε καθένας, πως αυτό το μέρος είναι «δικό του». Στην αρχή, έλεγες, θα σκοτωθούν. Τόσο πολλή ήτανε η βιασύνη, που βουτούσαν τα λιβάδια και τους δεντρότοπους. Αρματωμένοι καθότανε απάνω και ξαγρυπνούσαν μερόνυχτα για τη φύλαξη τους. Μια και σε λίγες μέρες μοιράστηκαν όλη τη γη, έλεγες, πως τώρα θα ησυχάσουν και θα ευτυχήσουν.