ποίημα της Πολωνής ποιήτριας Βισουάβα Σιμπόρσκα

 

Δείτε πόσο αποδοτικό είναι ακόμα,
πόσο διατηρείται σε φόρμα
το μίσος στον αιώνα μας.
Πόσο εύκολα υπερπηδά και τα πιο ψηλά εμπόδια.
Με τι ταχύτητα εφορμά, πόσο γρήγορα μας εντοπίζει.

Δεν είναι σαν τα άλλα αισθήματα.
Ταυτόχρονα μαζί το πιο γηραλέο
και το πιο νεαρό.
Από μόνο του γεννοβολάει αιτίες
που το ζωογονούν.
Όταν κοιμάται δεν πρόκειται ποτέ για 
αιώνια ανάπαυση.
Κι η αϋπνία δεν εξαντλεί τη ρώμη του, τη θρέφει.

Κάποια θρησκεία ή μια άλλη
όποια και να ‘ναι το βρίσκει έτοιμο,
στην αφετηρία.
Μια γενέθλια πατρίδα ή μια άλλη
όποια και να ‘ναι το βοηθάει να βρει ένα σημείο εκκίνησης.

Για κινητοποίηση αρκεί ακόμα κι η δικαιοσύνη,
μέχρι ν΄ αποκτήσει τη δική του ορμή.
Μίσος. Μίσος.
Με το πρόσωπό του στρεβλωμένο σε μια γκριμάτσα
ερωτικής έκστασης.

 

ποίημα του Κωστή Παλαμά (1908)

 

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είν΄ εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη

 

 

Μετά τη βροχή καβαλάρηδες κάλπασαν στον ορίζοντα. Ο μόνος που τους πρόσεξε ήταν ο τρελός Γρηγόρης. Και κείνοι τον χαιρέτησαν, αυτόν τον προικισμένο, αφού γνώριζαν πως για τους άλλους ήταν αόρατοι.

(Στην εικόνα δεν διακρίνονται οι καβαλάρηδες , οι οποίοι είναι και για μας αόρατοι. Το μυστικό θέασης μιας άλλης πραγματικότητας το κατέχει ίσως ο εικονιζόμενος Γρηγόρης, ο οποίος σε ενδεχόμενη ερώτηση πιθανότατα θα τόβαζε στα πόδια, φύσει δειλός, εσωστρεφής και συνεσταλμένος. )

 

Από το ανέκδοτο βιβλίο "Ανορθολογικαί Αποδράσεις" του Theo

 

 

Ο καιόμενος, ποίημα του Τάκη Σινόπουλου

 

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του μιλήσαμε.

Και τώρα καίγεται.
Μα δε φωνάζει βοήθεια.


Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.


Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Οι χιονάνθρωποι φτιάχνονται συνήθως απ’ τα παιδιά. Τα παιδιά όταν ολοκληρώσουν το έργο τους, χαρούμενα, με κατακόκκινα μάγουλα απ’ το παιχνίδι με το χιόνι, φεύγουν πριν πέσει το σκοτάδι. Τα βράδια του χειμώνα, καθώς το φως υποχωρεί μαζί με τους εκδρομείς, ένας προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να διακρίνει κάποιες ανεπαίσθητες κινήσεις των χιονανθρώπων.

 

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΕΡΠΙΟΥΛΟΣ που τα σωθικά του στάζουν λαμπερά καθώς πετάει αργά πάνω από τα βουνά το χάραμα. Εξαφανισμένο είδος που βάσιζε την επιβίωσή του αποκλειστικά σχεδόν στην ομορφιά του. Και καθώς ο άνθρωπος εμφανίστηκε πολύ αργότερα απ’ αυτόν, εικάζεται πως ο Ερπίουλος θάμπωνε τα θύματά του με το λαμπερό φως των σωθικών του αυτοτραυματιζόμενος ελαφρά μπροστά τους. Τα άτυχα θύματα υπέκυπταν στην εικόνα του, γίνονταν φίλοι του και τελικά καταβροχθίζονταν από αυτόν.

Από το ανέκδοτο βιβλίο "Ανορθολογικαί Αποδράσεις" του Theo

 

Από το ανέκδοτο βιβλίο "Ανορθολογικαί αποδράσεις" του Theo

 

Διακρίνονται ζεύγη ατόμων σε περιπαθείς στάσεις μάλλον ασταθείς. Κάτι σαν δεσμοί χημικών στοιχείων έτοιμων να αποκολληθούν, λόγω αυξημένης θερμοκρασίας και πίεσης. Η πνιγηρή ατμόσφαιρα, πλήρης ρύπων και εχθρικών για τη ζωή ενώσεων, έχει πάραυτα μία σπάνια αισθητική στο φως του δειλινού. Romance never dies!….