Μία γυναίκα με αφανισμένο πρόσωπο και στήθος κάνει προσθετικές επεμβάσεις μπροστά στον καθρέφτη. Βάζει τα κατάλληλα παχειά φιλήδονα χείλη με το σχετικό χαμόγελο, μάτια τονισμένα με μακριές σκιερές βλεφαρίδες, αυτιά με ενσωματωμένα ασημί σκουλαρίκια, κομψή γαλλική μυτούλα και τέλος ένα πλούσιο στήθος απ’τη Silicon valley. Τσεκάρει το αποτέλεσμα και ήδη ερεθισμένη από την εικόνα που εκπέμπει βγαίνει στο δρόμο. Πηδιέται με τον πρώτο τυχόντα στα σβέλτα στο δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου. Το βράδυ επιστρέφει σπίτι και γδύνεται. Αφήνοντας όλα τα πρόσθετα μέλη προσεκτικά στις θήκες τους, κοιτάζεται στον καθρέφτη. Στο ανυπόφορα άδειο πρόσωπο διαγράφεται ένα αχνό χαμόγελο πραγματικής ευτυχίας. (Μουσική)

 

Από το ανέκδοτο βιβλίο "Ανορθολογικαί Αποδράσεις" του Theo

 

 ΤΕΛΕΙΟΣ ΓΑΜΟΣ

Μέγα μυστήριο ο τρόπος που συνδέονται οι γήινοι. Συνήθως υπάρχει μία αρχική ανάφλεξη, κάτι σαν μπιγκ μπανγκ, ο λεγόμενος “έρωτας”. Μετά έρχεται το στάδιο της σωματικής και ψυχικής αγάπης, αν βέβαια όλα πάνε καλά. Ο χρόνος περνάει και τα συνδετικά αισθήματα φθείρονται, περιέργως, σαν υλικά σώματα. Τα γήινα ζεύγη περνούν στο στάδιο των συγκρούσεων.

Οι συγκρούσεις τους πολλές φορές, περιέργως, τους συνδέουν

 περισσότερο από ότι η προηγούμενη αγάπη τους.

Τελικά, οικιοθελώς ζούνε μία ζωή βουτηγμένη στη δυστυχία, έχοντας χάσει επαφή ο καθένας με τον εαυτό που είχε πριν γνωριστούν και τροφοδοτούμενη από αναμνήσεις της πρώτης περιόδου, η οποία τείνει να γίνει μία κουκίδα στο χρονικό ορίζοντα.

Με τη φθορά των σωμάτων επέρχεται, περιέργως, και ο φόβος του βιολογικού τέλους (Οι γήινοι δε διαθέτουν τη δική μας ενστικτώδη βεβαιότητα περί συνέχειας). Συνεπώς τα ζεύγη, εκτός των παραπάνω, συνδέονται μεταξύ των και με το φόβο.

 

ποίημα της Πολωνής ποιήτριας Βισουάβα Σιμπόρσκα

 

Δείτε πόσο αποδοτικό είναι ακόμα,
πόσο διατηρείται σε φόρμα
το μίσος στον αιώνα μας.
Πόσο εύκολα υπερπηδά και τα πιο ψηλά εμπόδια.
Με τι ταχύτητα εφορμά, πόσο γρήγορα μας εντοπίζει.

Δεν είναι σαν τα άλλα αισθήματα.
Ταυτόχρονα μαζί το πιο γηραλέο
και το πιο νεαρό.
Από μόνο του γεννοβολάει αιτίες
που το ζωογονούν.
Όταν κοιμάται δεν πρόκειται ποτέ για 
αιώνια ανάπαυση.
Κι η αϋπνία δεν εξαντλεί τη ρώμη του, τη θρέφει.

Κάποια θρησκεία ή μια άλλη
όποια και να ‘ναι το βρίσκει έτοιμο,
στην αφετηρία.
Μια γενέθλια πατρίδα ή μια άλλη
όποια και να ‘ναι το βοηθάει να βρει ένα σημείο εκκίνησης.

Για κινητοποίηση αρκεί ακόμα κι η δικαιοσύνη,
μέχρι ν΄ αποκτήσει τη δική του ορμή.
Μίσος. Μίσος.
Με το πρόσωπό του στρεβλωμένο σε μια γκριμάτσα
ερωτικής έκστασης.

 

ποίημα του Κωστή Παλαμά (1908)

 

Γύριζε, μη σταθείς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη
ο ψεύτης είδωλο είν΄ εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια
η Αλήθεια τόπο να σταθή για μια στιγμή δε θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη
κάθε σπαθί κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς δερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους,
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους Αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα
ραγιάδες έχεις, μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι
και Μαμμωνάδες βάρβαροι και χαύνοι λεβαντίνοι
λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη

 

 

Μετά τη βροχή καβαλάρηδες κάλπασαν στον ορίζοντα. Ο μόνος που τους πρόσεξε ήταν ο τρελός Γρηγόρης. Και κείνοι τον χαιρέτησαν, αυτόν τον προικισμένο, αφού γνώριζαν πως για τους άλλους ήταν αόρατοι.

(Στην εικόνα δεν διακρίνονται οι καβαλάρηδες , οι οποίοι είναι και για μας αόρατοι. Το μυστικό θέασης μιας άλλης πραγματικότητας το κατέχει ίσως ο εικονιζόμενος Γρηγόρης, ο οποίος σε ενδεχόμενη ερώτηση πιθανότατα θα τόβαζε στα πόδια, φύσει δειλός, εσωστρεφής και συνεσταλμένος. )

 

Από το ανέκδοτο βιβλίο "Ανορθολογικαί Αποδράσεις" του Theo

 

 

Ο καιόμενος, ποίημα του Τάκη Σινόπουλου

 

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας από το πλήθος.

Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του μιλήσαμε.

Και τώρα καίγεται.
Μα δε φωνάζει βοήθεια.


Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.


Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Οι χιονάνθρωποι φτιάχνονται συνήθως απ’ τα παιδιά. Τα παιδιά όταν ολοκληρώσουν το έργο τους, χαρούμενα, με κατακόκκινα μάγουλα απ’ το παιχνίδι με το χιόνι, φεύγουν πριν πέσει το σκοτάδι. Τα βράδια του χειμώνα, καθώς το φως υποχωρεί μαζί με τους εκδρομείς, ένας προσεκτικός παρατηρητής θα μπορούσε να διακρίνει κάποιες ανεπαίσθητες κινήσεις των χιονανθρώπων.