thermi

Με αφορμή την ασπίδα απανθρωπιάς που σχημάτισαν στη Θερμή Λέσβου δίποδα ανθρωπόμορφα σκουλήκια που ξεπήδησαν από την κακοφορμισμένη πληγή της ελληνικής κοινωνίας, θυμηθήκαμε ένα υπέροχο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφίνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ' τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

prosfyges evros 735x375

 

Μίλτου Σαχτούρη «Η Αποκριά»

 

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανέπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

 

έπεφτε χιόνι

γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο

εν δυο παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά.

karyotakis

 Ανδρείκελα, ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη

 

Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας η κάθε χαρά,
η ελπίδα και η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός

πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...

 

Το ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη μελοποιήθηκε από τα "Υπόγεια Ρεύματα" στον πρώτο τους δίσκο "Ο μάγος κοιτάζει την πόλη" που κυκλοφόρησε το 1994

 

mpreht

 

Στις 10 Φεβρουαρίου του 1898 γεννιέται στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας ένας από τους μεγαλύτερους δραματουργούς, σκηνοθέτες και ποιητές του 20ού αιώνα, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ που, μέσα από τα έργα του, ύμνησε την εργατική τάξη και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ένα από τα έργα του Μπέρτολτ Μπρεχτ είναι οι «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ», 87 κείμενα φιλοσοφικού προσανατολισμού. Ένα από αυτά είναι το «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

«ΑΝ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;»

«Σίγουρα» απάντησε αυτός. «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιο του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό· γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά.

 

fragma

 

Με αφορμή το πλωτό φράγμα που παρήγγειλε η κυβέρνηση προσθέτοντας στο ενεργητικό της άλλη μία γελοία και ανόητη ενέργεια, η Μαριάννα Τζιαντζή από την Εφημερίδα των Συντακτών θυμήθηκε το ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο βράχος και το κύμα». Στο συμβολισμό του ποιήματος, ο βράχος είναι ο Τούρκος κατακτητής και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός. Ας δούμε, όμως, πόσο ταιριάζει η περιγραφή του κύματος με τα ανθρώπινα κύματα που διασχίζουν το Αιγαίο προσπαθώντας να βρουν μια καλύτερη ζωή. Κύματα που δε θα σταματήσουν, παρά μόνο όταν εκλείψουν οι αιτίες που τα δημιούργησαν. Κύματα που δε σταματιούνται από κανένα φράχτη, πόσο μάλλον από αυτό το κωμικό κατασκεύασμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο 'γλυφα και σο 'πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»

 

 

Το 2020 είναι έτος Αντώνη Σαμαράκη και Μελίνας Μερκούρη. Ας αφήσουμε για λίγο τη Μελίνα και ας σταθούμε για λίγο στο διήγημα του Αντώνη του Σαμαράκη "Ζητείται ελπίς". Μία απελπισμένη κραυγή αγωνίας που κανείς από τους μεγάλους και τους τρανούς σε αυτή τη Γη δεν άκουσε και δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ να ακούσει.

" Όταν μπήκε στο καφενείο, κείνο το απόγευμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σ' ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που έβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.

Σε άλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά ή συζητούσανε.

Ήρθε ο καφές. Άναψε τσιγάρο, ήπιε δυο γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.

Καινούριες μάχες είχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλειαι εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», έλεγε το τηλεγράφημα.

Ένα ακόμα ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.

«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλούται εις τον κόσμον μας», ήταν ο τίτλος μιας άλλης είδησης.

Ύστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγές εκπαιδευτικών, μια απαγωγή, ένα βιασμό, τρεις αυτοκτονίες. Oι δυο, για οικονομικούς λόγους. Δυο νέοι, 30 και 32 χρονώ. O πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.
........

Σκέψεις γυρίζανε στο νου του.

Από τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αίμα χυνότανε, στην Κορέα χτες, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο…

 

Σεις, που γεννάτε σε κρεβάτια πεντακάθαρα
και «ευλογημένος» λέτε της κοιλιάς σας ο καρπός,
μη ρίχτε στους αδύναμους τ’ ανάθεμα.
Βαρύ ήτανε το κρίμα της, μα ο πόνος της πικρός.
Γι’ αυτό, παρακαλώ, μη δείξτε καταφρόνια, γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνια.

Μπέρτολτ Μπρεχτ «Για την παιδοκτόνο Μαρία Φαρράρ»

 

Μια μάνα έριξε το παιδί της από τον 5ο όροφο και αμέσως μετά πήδηξε και ή ίδια για να το ακολουθήσει στο θάνατο. Μια είδηση που ασφαλώς σόκαρε όσους την άκουσαν. Μια είδηση που έδωσε ακόμη μια φορά στους «δημοσιογράφους» της τηλεόρασης την ευκαιρία για τυμβωρυχία . Μια είδηση που έδωσε την ευκαιρία στους δικαστές του πεζοδρομίου και του διαδικτύου να δικάσουν εξ αποστάσεως και να καταδικάσουν με αβάσταχτη ελαφρότητα. Μια είδηση που μας οδήγησε στο παρακάτω ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ

 

Μαρία Φαρράρ, γεννηθείσα τον Απρίλιον,
ανήλικη, ορφανή, ραχιτική, όψεως κοινής,
λευκού έως τώρα ποινικού μητρώου,
εσκότωσε το παιδί της ως εξής:
Σ’ ένα κατώι -λέει- σαν ήταν δυο μηνών,
να το ξεφορτωθεί προσπάθησε όπως – όπως,
με δυο ενέσεις που της έκανε μια γριά.
Πόνεσε, λέει, πολύ – όμως χαμένος κόπος.
Αλλά εσείς, παρακαλώ, μη δείξετε καταφρόνια, γιατί το κάθε πλάσμα χρειάζεται όλων μας τη συμπόνια.