Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ίσως οι μόνοι πολιτικοί άνδρες που κάθε τους φωτογραφία είναι από μόνη της μία γελοιογραφία. Δεν χρειάζεται photoshop, δεν χρειάζεται λεζάντα, δεν χρειάζεται τίποτα. Αρκεί και μόνο η έκφραση του προσώπου τους και η στάση του σώματός τους.

Χρόνια πολλά είχαμε να δούμε τέτοιο αχτύπητο δίδυμο στην ελληνική πολιτική σκηνή. Από τον καιρό της χούντας για την ακρίβεια. Από την εποχή του Γεωργίου Παπαδόπουλου και του Στυλιανού Παττακού περάσαμε - σαν να μη διδαχθήκαμε τίποτα και με δική μας θέληση - στην εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Άδωνι Γεωργιάδη. Κι αναρωτιόμαστε ποιος είναι ο ηλίθιος και ποιος ο πανηλίθιος. Και ξεχνάμε πως το πρώτο δίδυμο ανέβηκε στην εξουσία με πραξικόπημα, ενώ το δεύτερο το ψηφίσαμε εμείς, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ποιος είναι ο πραγματικός ηλίθιος σε αυτή τη χώρα 

Οι ομοιότητες των διδύμων δεν περιορίζονται μόνο στην υψηλή δόση βλακείας που εξέπεμπαν οι μεν και εκπέμπουν τώρα οι δε. Ομοιότητες υπάρχουν και στον δουλικό τρόπο και στους τεμενάδες που έκαναν/κάνουν στους μεγαλοεπιχειρηματίες και τους παραχωρούσαν/παραχωρούν γη και ύδωρ. Ομοιότητες έχουμε και στο ότι και στα δύο δίδυμα άρεσε να φωτογραφίζονται με εργαλεία της οικοδομής φορώντας σακάκι και γραβάτα.

 

pattakosmystri

 

Η τελευταία φωτογραφία με τον Κυριάκο και τον Άδωνι να κάνουν πως φτυαρίζουν χαμογελώντας αμήχανα δίπλα σε κάποια από τα πραγματικά αφεντικά αυτής της χώρας, θύμισε σε πολλούς μια εικόνα από τους Ντάλτονς. Μόνο που η φωτογραφία είχε πέντε σκαφτιάδες, ενώ οι Ντάλτονς ήταν τέσσερεις. Ας βάλουμε λοιπόν και τη μάμα Ντάλτον στο παιχνίδι για να βγει το μέτρημα και να γίνει η αντιστοίχιση. Όπως και να έχει όμως, ο Άβερελ και ο Τζο ξέρουμε ποιοι είναι 

 

daltons01

 Το παρακάτω βίντεο συμπυκνώνει όλη τη νοοτροπία του εσμού που κυβερνά αυτή τη χώρα. O Mr Bean που παριστάνει τον πρωθυπουργό αυτής της έρημης χώρας, μετά την κηδεία του Μίκη Θεοδωράκη στα Χανιά και αφού έδειχνε με κάθε του κίνηση στην εκκλησία ότι εκτελούσε αγγαρεία, πετάχτηκε στην Αθήνα για να βγει φωτογραφίες χαριεντιζόμενος, δείχνοντας ότι δεν εισέπραξε τίποτα από το μεγαλειώδες κλίμα συγκίνησης που είχε κατακλύσει το σύνολο του κόσμου.

Μια συγκίνηση όχι μόνο για το θάνατο του Μίκη, αλλά κυρίως για το θάνατο μιας ολόκληρης εποχής που μπορεί να ήταν σκληρή, κατακλυζόταν όμως από την ελπίδα πως αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Μια συγκίνηση γιατί με αφορμή το θάνατο του μεγάλου συνθέτη, βγήκαν στην επιφάνεια όλα τα θαμμένα και ανεκπλήρωτα όνειρα ενός λαού κατατρεγμένου, προδομένου, νικημένου και εξαπατημένου

Πετάχτηκε λοιπόν στην Αθήνα ο Mr Bean της Ελλάδας, ως μη έχων την παραμικρή ενσυναίσθηση, προκειμένου να χαριεντιστεί, να φωτογραφηθεί και να πάρει πόντους δημοσιότητας. Οι διάσημοι πρωταθλητές της αγωνιστικής αυτοκίνησης συνέθεταν ένα εξαιρετικό σκηνικό για να δημιουργήσει αυτός και το επιτελείο του άλλη μία επίπλαστη εικόνα κανονικότητας και ευμάρειας.

«Ο λαός δεν ξεχνά, Μητσοτάκη κάθαρμα». Έτσι φώναξε ο λαός όταν είδε τον υπέρκομψο πρωθυπουργό να κρατά μια διαφημιστική ομπρέλα ξενοδοχείου των Βρυξελλών καταφτάνοντας στη Μητρόπολη προκειμένου να τιμήσει – θέλοντας και μη , όπως είχαν έρθει τα πράγματα – τον Μίκη Θεοδωράκη

Σχετικά με το σύνθημα, τώρα, δεν είμαστε βέβαιοι για το πρώτο σκέλος του καθώς, αν ο λαός δεν ξεχνούσε, δεν θα επέλεγε να κυβερνήσει την Ελλάδα το ένα από τα δύο κόμματα τα οποία χρεωκόπησαν τη χώρα μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα. Ο λαός ξεχνάει λοιπόν. Μπορεί να έχει μνήμη, όπως λέει, αλλά είναι πολύ κοντή. Μερικά πράγματα όμως είναι τόσο φρέσκα ώστε δεν μπορούν ακόμη να σβηστούν από τη μνήμη του

Δεν ξεχάστηκε ακόμη το γεγονός πως όταν όλη η Ελλάδα ήταν κλεισμένη σε ένα από τα αυστηρότερα lockdown στον κόσμο, ο ανέμελος πρωθυπουργός έκανε ποδηλατάδα στην Πάρνηθα και η υπέρκομψη σύζυγός του έκανε motocross σε δασική έκταση και όλοι μαζί φωτογραφίζονταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα

Δεν ξεχάστηκε ακόμη πως ο κυνικός πρωθυπουργός έκανε πλάκα στη Βουλή με τους Έλληνες που, όπως ο ίδιος είπε, ζητάνε σε κάθε φωτιά ένα ελικόπτερο πάνω από το χωριό τους. Και το λέει αυτός που έδωσε εντολή να σηκωθεί στρατιωτικό ελικόπτερο για να τον μεταφέρει από την Αντίπαρο ( όπου έκανε διακοπές ) στην Επίδαυρο για να παρακολουθήσει μία παράσταση

Δεν ξεχάστηκε ακόμη πως την ημέρα της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων για τα δεκάδες χιλιάδες παιδιά αυτού του λαού που με αγωνία περίμεναν να μάθουν αν και σε ποια πανεπιστημιακή σχολή είχαν περάσει, ο εκτός τόπου και χρόνου πρωθυπουργός πήρε την κόρη του και έφυγαν για τις ΗΠΑ προκειμένου η άρτι αποφοιτήσασα από το Κολλέγιο Αθηνών κόρη του, να συνεχίσει τις σπουδές της σε ένα από τα πιο ακριβά ιδιωτικά Πανεπιστήμια του κόσμου

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος του συνθήματος, τώρα, έχουμε να παρατηρήσουμε πως είναι από τις σπάνιες φορές που ένας τόσο εμφανώς μειωμένης αντίληψης άνθρωπος, κατορθώνει παράλληλα να γίνει και τόσο μισητός. Είναι κι αυτό μια ικανότητα  

Στα ζοφερά εργαστήρια της ακροδεξιάς, δύο είναι τα βασικά συστατικά για την παρασκευή ενός φασίστα. Η ανοησία και η μισανθρωπία. Αν πέσει στο καζάνι περισσότερη ανοησία, προκύπτει ένας Άδωνις Γεωργιάδης. Αν πέσει περισσότερη μισανθρωπία, προκύπτει ένας Μάκης Βορίδης. Αν η ανοησία και η μισανθρωπία πέσουν με την ίδια αναλογία, προκύπτει ένας Θάνος Πλεύρης.

Όταν ακούς τον Άδωνι Γεωργιάδη, γελάς. Όταν ακούς το Μάκη Βορίδη, οργίζεσαι. Όταν ακούς το Θάνο Πλεύρη, δεν ξέρεις τι να πρωτοκάνεις. Να γελάσεις ή να οργιστείς; Αυτό το γελοίο ανθρωπάκι έχει τη μοναδική ικανότητα να προκαλεί ταυτόχρονα και τα δύο αντιφατικά συναισθήματα. Και το γέλιο και την οργή. Και, όμως, αυτόν τον ανόητο μισάνθρωπο, επέλεξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τη θέση του Υπουργού Υγείας.

Η επιλογή αυτή αναδεικνύει πόσο χαμηλά στις προτεραιότητές της έχει βάλει τη δημόσια υγεία η κυβέρνηση Μητσοτάκη αλλά ταυτόχρονα αποδεικνύει πως η ακροδεξιά συνιστώσα της Νέας Δημοκρατίας έχει απλώσει τα πλοκάμια της βαθιά μέσα στο κυβερνητικό κόμμα και κρατάει τον καιροσκόπο Μητσοτάκη δέσμιό της. Άλλωστε, δεν ξεχνάμε πως ο Μητσοτάκης εκλέχτηκε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας με τη στήριξη του Άδωνι Γεωργιάδη στο δεύτερο γύρο των εσωκομματικών εκλογών του 2015-2016 και, όπως φαίνεται, του χρωστάει ακόμη.

Οι κάποτε ακραίοι - ακόμη και για το ΛΑΟΣ - βουλευτές, όπως έγραφε κάποτε η Καθημερινή, σήμερα κρατούν τρία από τα σημαντικότερα υπουργεία της κυβέρνησης (Ανάπτυξης, Εσωτερικών και Υγείας). Οι μετριοπαθείς κεντροδεξιές φωνές στο κόμμα έχουν σβήσει ολοσχερώς και, όπως όλα δείχνουν, η Νέα Δημοκρατία θα πάει στις εκλογές με τα αυτοκρατορικά διαγγέλματα του Μητσοτάκη, με τις τσιρίδες του Άδωνι, με τα τσεκούρια του Βορίδη και με τη μισανθρωπία του Πλεύρη

 

laos04

 

Από έφηβος συμπαθούσα τον Νίκο Δήμου. Νόμιζα πως ήξερα γιατί. Τώρα έμαθα πως τελικά δεν ήξερα και πιθανόν να μη τον συμπαθούσα αν τον γνώριζα στα χρόνια της ωριμότητας.

Το πρώτο του βιβλίο που διάβασα ήταν το βιβλίο των γάτων σε μία επανέκδοση, ίσως του 1985. Η δημιουργία του Δήμου  δεν ήταν έργο ποιητή ή λογοτέχνη με κάποια έφεση στην ποίηση. Απέπνεε αίσθηση μονομανούς, γκρινιάρη, μίζερου μισάνθρωπου που ήθελε να φορέσει ακαδημαϊκό χιτώνα και να αυτοθαυμαστεί στον καθρέφτη του. Τουλάχιστον έτσι έμοιαζε στα μάτια δεκαοχτάχρονου εφήβου. Μπροστά στους μεγάλους συγγραφείς έμοιαζε τόσο μικρός. Μικρός, αλλά περίεργα ευχάριστος στον αναγνώστη. Βέβαια είχε την τύχη στην επανέκδοση, να γράψει τον πρόλογο ο Ελύτης και –αναφερόμενος στην συνολική αίσθηση- να αποκτήσει το βιβλίο μία λογοτεχνική διάσταση. Έστω και περιορισμένη στον πρόλογο του.

Η γραφή του Δήμου δεν είναι όμορφη. Μπορεί να είχε τη γοητεία της, όπως πολλοί άσχημοι ηθοποιοί, συνήθως αστέρες του σινεμά, οι οποίοι όμως διαθέτουν μία γοητεία.

Μονίμως είρωνας και κακοπροαίρετος σε ό,τι δεν συμφωνεί μαζί του. κουραστικός σε αρκετά σημεία, αλλά με απόκοσμα γοητευτική γραφή. Οι άλλοι συγγραφείς, μικροί ή μεγάλοι χειρίζονται τον λόγο, ο καθένας με τον τρόπο του. Ο Δήμου απλά ειρωνεύεται. Η ειρωνεία ως λογοτεχνία ή αλλιώς η «πρακτικοποίηση της αισθητικής» με όρους αγοράς.

Έπειτα είναι και  εκείνη η απαίσια αίσθηση φτήνιας των εκδόσεων των έργων του. Το χαρτόδετο και τυπωμένο σε μέτριας ποιότητας χαρτί, κορυφαίο του έργο «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας», είναι τρανό παράδειγμα. Ήδη από την παλιότερη έκδοση του Ίκαρου μέχρι την πρόσφατη του Πατάκη, θα άξιζε καλύτερης μεταχείρισης από τους εκδότες, αλλά και από τον συγγραφέα, ο οποίος εμφανώς αδιαφόρησε για την αισθητική της έκδοσης η οποία ερχόταν σε ισχυρή αντίστιξη με το περιεχόμενο του.

Έτσι πετάγεται στη σκηνή. Σαν «λ α γ ό ς» από το καπέλο ή το φ έ σ ι  του τελάλη.  Καλώντας τους απανταχού υπηκόους της  Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ουχί μόνον, ο  τελάλης επιδεικνύει την πραμάτεια του την ώρα που την διαλαλεί.

Ο τελάλης πρέπει να είναι εργατικός, συστηματικός κόλακας και συμβιβασμένος, σφυοκάμπτης και συγκρατημένος (προτιμότερο δειλός), καταρτισμένος για όλα τα γραφειοκρατικά και διοικητικά δρώμενα.  Ο τελάλης για να διαλαλήσει οποιαδήποτε πραμάτεια έχει το αφεντικό για σπρώξιμο, πρέπει να την ξέρει. Καλύτερο είναι να του μοιάζει ή τουλάχιστον να θέλει (η πραμάτεια) να του μοιάσει στην κολακεία, την οσφυοκαμψία, τη δειλία. Τότε τα πράγματα γίνονται ευκολότερα για τον τελάλη.

Η δυσκολία σ’ αυτό είναι το ότι υπάρχουν αξεπέραστα, φυσικά όρια. Δεν μπορείς να πάρεις τον κατιμά και να τον πουλήσεις για μπον φιλέ ή έστω για λάπα. Όσο κι αν το τελαλήσεις. Είναι πρόκληση για τον τελάλη να πουλήσει τον κατιμά για μπον φιλέ ή έστω για λάπα και την υπηρεσία αυτή –αν ήταν στο χέρι του- θα την χρέωνε ακριβά. Ο πελάτης όμως έχει πάντα δίκιο. Και περισσότερο δίκιο όταν είναι και μοναδικός πελάτης

Αυτά σκεφτόταν καθώς έβλεπε την φωτογραφία του εμπορεύματος. Το καταλάβαινε όσο κι αν απείχε από την πραγματική αγορά, την «πιάτσα», εκεί που διαμορφώνονται οι αξίες και οι  τιμές. Ο τελάλης ήξερε τουλάχιστον  να ξεχωρίζει τις πατσές από τα κόντρα φιλέτα και η φωτογραφία που είχε μπροστά του έδειχνε πατσές και μάλιστα άπλυτες. Πως να τις διαλαλήσει; Πως να τις διαφημίσει; Πως να τις προωθήσει για «εκλεκτό κρέας» και για «πρώτο πράμα»;

Μία ιδέα που ερχόταν από πολύ παλιά ήταν να τις πλασάρει για «καινοτομία», για «νέα μόδα», για «νέα κουλτούρα στη γαστρονομία». Καλή ιδέα ήταν, αλλά δεν έπρεπε να υπερβάλλει στην προώθηση. Όπως κάνουν άλλωστε και οι ασχολούμενοι με το πολιτικό marketing στην Ελλάδα.  Το πρότυπο του ευπώλητου  στην Ελλάδα είναι ο Έλληνας ο πλαγίως βολεμένος (χωρίς να αναφέρεται το ότι είναι και ξεπουλημένος). Είναι το πρότυπο του «Μέσου Πολίτη». Μία πρόταση με εσωτερική αντίφαση. Μία πρόταση που ο ένας όρος της αναιρεί τον άλλο.

Yponooumeno

Επιτελεία επικοινωνιολόγων, διαφημιστών και λογογράφων ίδρωναν και αγχώνονταν. Λες και τα παράσιτα της παραγωγής, οι διαφημιστές και οι «επικοινωνιολόγοι» μπορούν να ιδρώσουν ή να αγχωθούν. Αυτές οι κατηγορίες επαγγελματιών έχουν απωλέσει τους ιδρωτοποιούς τους αδένες εδώ και χρόνια. Τους εξαφάνισε η εξελικτική διαδικασία, αφού αυτοί οι αδένες είναι μάλλον άχρηστοι για εκείνους που δεν παράγουν τίποτα, αλλά τρέφονται με την παραγωγή των άλλων. Για τους ίδιους λόγους, οι ιδρωτοποιοί αδένες είχαν εξαφανιστεί και από το σώμα του πελάτη τους, όπως και των συγγενών του. Του πελάτη τους  που τους πλήρωνε αδρά για να τον παρουσιάσουν κάπως συμπαθή στις διαμορφούμενες μάζες, που πιο εύσχημα αποκαλούνται «τηλεοπτικό κοινό».

Η αγωνία του επικοινωνιακού επιτελείου του «υψηλού πελάτη» είχε κορυφωθεί και -κατά ένα παράδοξο τρόπο- τους έφερνε μία πρωτόγνωρη γι’ αυτούς, εφίδρωση. Οι ακριβοπληρωμένοι «μάστορες» της επικοινωνίας είχαν βρεθεί μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας τους.

 

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γιοφύρι-ν-εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Oλημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:

«Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,

ολημερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμιέται!»

Παρά την εκσυγχρονισμένη και καλογυαλισμένη εικόνα που πουλούσαν για τους εαυτούς τους και τη δουλειά τους, ένιωθαν το ίδιο ανήμποροι με τους τεχνίτες και τους καλφάδες που πολεμούσαν να φτιάξουν πριν  400 χρόνια τη θρυλική γέφυρα στον Άραχθο, που ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόταν. Εκείνοι τουλάχιστον είχαν να κάνουν με οικοδομικά υλικά, πέτρες, σίδερα και λάσπη και κάποτε θα τα έφερναν σε κουμάντο. Αυτοί εδώ οι σημερινοί, είχαν να κάνουν με το πιο απρόβλεπτο υλικό. Με έναν πρωτεύοντα ζωντανό οργανισμό που αφηνόταν στα χέρια τους, σαν ζυμάρι για να τον φτιάξουν όπως ήθελαν και πίστευαν πως θα τον έκαναν να  δείχνει ελκυστικός στους αδαείς. Τους μικρούς και αφελείς που αποτελούν  το συγκεκριμένο target group, όπως αποκαλείται η υπό διαμόρφωση μάζα στην επαγγελματική τους αργκό. Το τηλεοπτικό κοινό, το οποίο διαμορφούμενο στα έμπειρα χέρια τους θα μετατρεπόταν σε κρίσιμη μάζα που ψηφίζει. Που ψηφίζει την δική τους επιλογή, την εικόνα δηλαδή που πληρώνονται αδρά για να εξωραΐσουν και να πουλήσουν.