0.Kastro Ioanninon Hughes 1820

Το κάστρο των Ιωαννίνων (Hughes 1820)

 

5 Μαΐου του 1821. O επικεφαλής των γουναράδων στα Γιάννενα, γράφει στον Γιαννιώτη άρχοντα και προεστό Σταύρο Ιωάννου:

«Και δια τον ανεψιόν τον δεσπότη τον διάκον, τον έκοψαν εις το Νησί και άλλους Νησιώτες, Eχαλάστηκαν έως δέκα πέντε νομάτοι απάνω εις τον ανακατεμόν και οι απολειφθέντες όλοι εσκλαβώθηκαν, (τόσον οι Νησιώτες ωσάν οι Ιωαννίτες όπου βρίσκονταν εκεί, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι σκλαβώθηκαν όμως, ας είναι πολύχρονος ο υψηλότατος Βεζύρης Ρεσίτ πασιάς επρόσταξεν και τους ξαγοράζει από το χαζινέ του (από το ταμείο του) με γρόσια διακόσια πενήντα τον έναν μέγαν και μικρόν και τους ελευθερώνει, ειδέ από το βιον τους, όλος ο ντουνιάς όπου βρίσκονταν, τόσον Νησιώτες, ωσάν και Ιωαννίτες, μόνον με τα κορμιά τους εβήκαν».

Η αφήγηση του επικεφαλής των γουναράδων είναι μία από τις μαρτυρίες του καιρού, σχετικά με την «εκστρατεία» του Σουλτάνου Μαχμούτ του Δεύτερου (Μαχμούτ Β’), για την κατάπνιξη της εξέγερσης του Αλή πασά.

Ήταν μία από τις εκστρατείες που είχαν ξεκινήσει από χρόνια και από τον καιρό του Σελίμ του Γ’, για την καθυπόταξη των ισχυρών αλλά ανυπάκουων, πασάδων της αυτοκρατορίας. Από τον φίλο του Ρήγα, Οσμάν Πασβάνογλου, ο οποίος υποχρέωσε με τις ικανότητες του και μετά από την αποτυχία της Αυτοκρατορίας να καταλύσει την εξουσία του, το 1798 τον Σουλτάνο να τον αναγνωρίσει ως κυβερνήτη του Βιδινίου (ΒΔ Βουλγαρία/Σερβία) έως τον Καβαλιώτη Μεχμέτ Αλή, πατέρα του Ιμπραήμ και διοικητή της Αιγύπτου. Με τον Μεχμέτ Αλή «καθάρισαν μετά το 1841, με τη βοήθεια των Άγγλων και όταν πέθανε, περίπου το 1849.

 

 

1.Osman Ali cropped

Οσμάν Πασβάνογλου (1758-1807) και Μεχμέτ Αλή (1770-1849)

 

Ανάμεσα στον Πασβάνογλου και τον Μεχμέτ Αλή, στη μέση της πεντηκονταετίας που τους χωρίζει, ο τότε Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ είχε να εκκαθαρίσει την απειλή του Αλή πασά των Γιαννίνων, ο οποίος μετά από 40 χρόνια σχεδόν, κυριαρχίας στην Ήπειρο και την Αλβανία, δυναμωμένος στρατιωτικά και πολιτικά, αποφάσισε στα 80 του να ιδρύσει το δικό του, ανεξάρτητο κράτος.

 

exofyllo.Vostitsa

Η συγκέντρωση στη Βοστίτσα (26-30/1/1821)

 

Μόνο οι πέτρες και οι φανατικοί της τηλεοπτικής ενημέρωσης απέμειναν να πιστεύουν πως στις 25 Μαρτίου του 1821, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός, σήκωσε επαναστατικό λάβαρο και όρκισε οπλοφόρους στην Αγία Λαύρα, ανάβοντας το φυτίλι της ελληνικής επανάστασης του 1821. Πλήθος ιστορικών (μεταξύ τους ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και Ι. Φιλήμων), συγγραφέων, αλλά ούτε και ο Π.Π. Γερμανός στα απομνημονεύματα του, δεν αναφέρουν τίποτα περί 25ης Μαρτίου 1821 και μας πληροφορούν έμμεσα και άμεσα, πως την 25η Μαρτίου δεν άναψε το φυτίλι της εξέγερσης.

Για να είμαστε δίκαιοι με εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν πως στις 25 Μαρτίου του 1821, οπλοφόροι μαζεύτηκαν στην Αγία Λαύρα και έδωσαν όρκους κλπ, θα πρέπει να κάνουμε μία σύντομη αναφορά στον μύθο. Στις ρίζες του και στην χρονική τοποθέτηση του εορτασμού της έναρξης της επανάστασης του ’21, η οποία διείσδυσε στον μύθο και έγινε στοιχείο του, χωρίς εκείνος και οι δημιουργοί του να το έχουν ποτέ σκεφτεί.

 agia laura

Ο ξεσηκωμός όπως τον μετέφερε ο μύθος

 

Ο μύθος. Ο τόπος, οι συντελεστές

 

Ο μύθος με την ύψωση του επαναστατικού λαβάρου από τον Π.Π. Γερμανό, τον όρκο των παλληκαριών και όλα τα συναφή, τα οποία βρίσκονται σε αρμονία με το πνεύμα του ρομαντισμού που πνέει στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία της περιόδου, οφείλεται εν μέρει σε αυτή. Στη ρομαντική λογοτεχνία ή σε λογοτεχνικά έργα που την προσεγγίζουν.

0 Cover

 

Ο Ευστράτιος Αργέντης, 31 ετών, έμπορος από τη Χίο, ο Δημήτριος Νικολίδης 32 ετών, γιατρός από τα Γιάννενα, ο Αντώνιος Κορωνιός 27 ετών, έμπορος και λόγιος από τη Χίο, ο Ιωάννης Καρατζάς 31 ετών, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου, ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας 22 ετών, έμπορος από την Σιάτιστα, ο Ιωάννης Εμμανουήλ 24 ετών, φοιτητής της ιατρικής από τη Καστοριά και ο αδελφός του, ο Παναγιώτης Εμμανουήλ 22 χρονών, υπάλληλος του Αργέντη, ήταν οι επτά σύντροφοι του Ρήγα Βελεστινλή, του Εθνομάρτυρα και προδρόμου του λαϊκού ‘21, που φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και τελικά στραγγαλίστηκαν όλοι μαζί από τους Οθωμανούς, στο φρούριο του Νεμπόισα, στο Βελιγράδι και δίπλα στον Δούναβη. Στον ποταμό που ρίχτηκαν τα νεκρά σώματα τους.

Η σύλληψη του Ρήγα και των αναφερθέντων πιο πάνω συντρόφων του, σχετιζόταν με δύο προκηρύξεις. Ήταν το «Επαναστατικό Μανιφέστο» και η «Προκήρυξη». Οι προκηρύξεις είχαν τυπωθεί και κυκλοφορήσει ευρέως και σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων ανάμεσα στους ελληνόφωνους της κεντρικής Ευρώπης. Οι δύο προκηρύξεις στάλθηκαν στον Αντώνη Νιώτη στην Τεργέστη, για να τις παραλάβει ο Ρήγας μαζί με τον αφοσιωμένο του φίλο Χριστόφορο Περραιβό, στο ταξίδι του από τη Βιέννη και για να τις προωθήσει στην Ελλάδα.

Η επιστολή, με την οποία ενημέρωνε ο Ρήγας τον σύντροφο του, Αντώνη Κορωνιό για την αποστολή των εντύπων, έπεσε στα χέρια του Δημητρίου Οικονόμου, εμπορικού συνεργάτη ή προϊστάμενου του Αντωνίου Κορωνιού, προς τον οποίο απευθυνόταν η επιστολή.

Ο Οικονόμου, παρότι και αυτός ήταν μέλος της οργάνωσης -σύμφωνα με τον Γ. Κορδάτο- ήταν πράκτορας του Πατριαρχείου. Πρόδωσε από δολιότητα ή φόβο το επαναστατικό σχέδιο του Ρήγα, καταδίδοντας τα πάντα στην αυστριακή αστυνομία και τον νομάρχη, βαρώνο Πιττόνι, διοικητή της αστυνομίας στη Τεργέστη, ανταλλάσσοντας την προδοσία με προστασία για τον ίδιο. Ο Πιττόνι με τη σειρά του ενημέρωσε το κυβερνήτη της πόλης Κόντε Πομπήιο Μπριγκίντο κι αυτός τον διέταξε να συλλάβει τους συνωμότες, οι οποίοι εκτελέστηκαν δια στραγγαλισμού, όπως ήδη αναφέραμε, μετά από σχεδόν ένα εξάμηνο.

Η επαναστατική δράση του Ρήγα, για την οποία συνεθλίβη από τους μηχανισμούς των 2 μεγάλων αυτοκρατοριών -της Αυστριακής και της Οθωμανικής- δεν ήταν βέβαια δύο προκηρύξεις. Ας εξετάσουμε λοιπόν καλύτερα, όσο μας επιτρέπουν οι περιορισμοί που αυτοδικαίως ισχύουν για μία ανάρτηση σε διαδικτυακό μέσο, η οποία σκοπό έχει να πληροφορήσει, να διαδώσει περαιτέρω τον σεβασμό στο πρόσωπο του μεγάλου Έλληνα Διαφωτιστή Ρήγα και όχι να κουράσει ή να μπερδέψει τον αναγνώστη της.

 

ekklisia02

Ο Μωάμεθ Β' ο Πορθητής διορίζει Οικουμενικό Πατριάρχη τον Γεώργιο Σχολάριο και του παραδίδει το βεράτιο με τα προνόμια που του παραχωρεί

 

«Στις 9 Μαΐου του 1828 ο Καποδίστριας δέχτηκε στην Αίγινα μιαν αντιπροσωπεία από τέσσερις μητροπολίτες, που έφερναν μια επιστολή του Πατριάρχη Αγαθαγγέλου. Η επιστολή αυτή, που είχε ήδη δοθεί στη δημοσιότητα, παρότρυνε τους Έλληνες να πειθαρχήσουν στο νόμιμο ηγεμόνα τους, το Σουλτάνο. Ο Καποδίστριας απάντησε ότι οι Έλληνες, ακλόνητοι στη χριστιανική τους πίστη, προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να υποταγούν και ότι δεν επρόκειτο ποτέ να αναγνωρίσουν μια εκκλησιαστική αρχή εξαρτημένη από τους Τούρκους»

Αυτά γράφει ο Άγγλος ιστορικός Douglas Dakin αποτυπώνοντας το ένα μέρος της πραγματικότητας. Το άλλο μέρος της, αποτυπώνεται από τον, Άγγλο επίσης, περιηγητή George Wheler : «Για την εξαγορά του αξιώματος [σ.σ οι Πατριάρχες] καταβάλλουν τεράστια ποσά. Και για να τα εισπράξουν καταπιέζουν τους φτωχούς χριστιανούς»

Αν, πάλι, ως γνήσιοι απόγονοι των «ανθενωτικών», αυτών δηλαδή που προτίμησαν το τούρκικο σαρίκι από την παπική τιάρα, δεν εμπιστευόμαστε τους «αιρετικούς» της Δύσης, ας ρίξουμε μια ματιά στο απόσπασμα από το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ελευθερουδάκη, όπως το παραθέτει ο Γιάννης Σκαρίμπας στο έργο του «Το 1821 και η αλήθεια»

«…Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επείχεν απόλυτον εξουσίαν επί των εκκλησιαστικών μοναστηριών και του κλήρου, ηδύνατο να καθαιρή αρχιερείς και ιερείς, να χειροτονή αντ’ αυτών άλλους και να δικάζη αμέσως και εμμέσως τας μεταξύ χριστιανών διαφοράς. Τα εκκλησιαστικά κτήματα ανεγνωρίσθησαν αναφαίρετα και αφορολόγητα, η δε διαχείρισις τούτων αφέθη ελεύθερα εις τον Πατριάρχην και τους υπ’ αυτόν αρχιερείς και λοιπούς ιερωμένους. Πας δε χριστιανός υπεχρεώθη να διαθέτη ωρισμένον μέρος της περιουσίας του υπέρ της Εκκλησίας … Και εδημιούργουν μεν οι Τούρκοι διά της αναγνωρίσεως ενός χριστιανού εθνάρχου, περιβεβλημένου δια τόσον πολλών δίκαιων και προνομίων, κράτος εν τω ιδίω αυτώ κράτει, αλλά τον εθνάρχην προσέβλεπον ως όργανον, το οποίον θα ηδύνατο να εξασφάλιση την δουλικήν υπακοήν των Ελλήνων και των λοιπών από του Οικουμενικού Πατριάρχου πνευματικός εξαρτωμένων χριστιανών»

 

CoverEpeteiako

 

Το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές.

Διονύσιος Σολωμός, 1797-1857, Εθνικός Ποιητής

 

«Με την ψήφιση του καινούργιου συντάγματος, στην πολιτική σκηνή εμφανίστηκαν τρία κόμματα-το εγγλέζικο, το γαλλικό και το ρούσικο- πού τα κινούσαν από τα παρασκήνια σαν μαριονέτες οι πρεσβευτές των τριών δυνάμεων. Ανάμεσα σε δαύτους μάλιστα άρχισε τώρα ένας άγριος ανταγωνισμός για το ποιος θα βάλει δικό του πρωθυπουργό.

Στο τέλος επικράτησε ο Λάυονς κι έγινε πρόεδρος της κυβέρνησης ο αρχηγός του εγγλέζικου κόμματος Μαυροκορδάτος,που είχε ανοιχτά κηρυχτεί εχθρός του λαϊκού ξεσηκώματος του 1843. Τότε η γαλλική κυβέρνηση έδωσε εντολή στον πρεσβευτή της Πεσκατόρι να υποστηρίξει με κάθε μέσο τον Κωλέττη, αρχηγό του γαλλικού κόμματος, για να ρίξουν τον Μαυροκορδάτο. Κάτι τέτοιες ευκαιρίες τις περίμενε ο Κωλέττης σαν μεγάλη λαμπρή. Απόσπασε από τον Πεσκατόρι 10.000 φράγκα για να πληρώνει ιδιαίτερη σωματοφυλακή κι έβαλε αρχηγό της ένα διάσημο ληστή! Ό Λάυονς όμως, για να μην υστερήσει σε γενναιοδωρία, έκοψε στον Μαυροκορδάτο ένα κοντύλι από 285 λίρες, για να πληρώνει κι αυτός σωματοφυλακή και χρέωσε το ποσό τούτο στο κοντύλι της μυστικής υπηρεσίας. Σε τι σημείο είχανε ξεπέσει οι “Έλληνες” πολιτικοί!» [1]

Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία. Τα φαντάσματα του παρελθόντος ξαναγυρνούν στον τόπο του εγκλήματος  – στην πραγματικότητα δεν έλειψαν ποτέ – και στέλνουν εκπροσώπους τους, έστω και με βαριά καρδιά, για να τιμήσουν την επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης.