mitsotakis849

 

Παρκάρισε το αυτοκίνητο και βγήκε έξω. Δεν πρόλαβε να βάλει τη μάσκα και ένα φτάρνισμα που προσπάθησε αλλά δεν κατάφερε να συγκρατήσει, ξέφυγε από το στόμα του, δυνατό, υγρό και διαπεραστικό. Κοίταξε γύρω του με ενοχή μεγάλη. Ευτυχώς γι αυτόν, δεν περνούσε κανείς εκείνη την ώρα από το δρόμο. Ανακουφισμένος, φόρεσε τη μάσκα του και βάδισε στον άδειο δρόμο

Είχαν περάσει αρκετές ημέρες από την άρση του lockdown και ακόμη δεν είχε βγει να πάει για έναν καφέ ή ένα ποτό. Κατά ένα τρόπο, είχε συνηθίσει στην απομόνωση και είχε πάψει να του είναι ανάγκη η έξοδος. Ή τουλάχιστον, έτσι είχε κάνει τον εαυτό του να πιστέψει. Σήμερα, όμως, μετά από πολλές παραινέσεις, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην πρόσκληση των φίλων. Σήμερα θα πήγαινε για ένα ποτό, όσο περίεργα και αν ένιωθε γι αυτό.

Βάδισε για αρκετή ώρα με τη μάσκα στον άδειο δρόμο. Πού και πού διασταυρωνόταν και με άλλους μασκοφόρους περιπατητές. Φτάνοντας έξω από το μαγαζί που είχε δώσει ραντεβού, ένας άλλος κόσμος ξεπήδησε μπροστά του. Σαν ένα αόρατο τείχος να εμπόδιζε τη διάδοση του ιού, τα τραπέζια ήταν γεμάτα από ανθρώπους χωρίς μάσκα που μιλούσαν, γελούσαν, έπιναν τον καφέ τους και κουβέντιαζαν. Μόνο οι σερβιτόροι φορούσαν μάσκα, σαν να αποτελούσαν ένα κατώτερο είδος.

Κάποια στιγμή παρατήρησε ότι δεν άκουγε κάποια μουσική να παίζει και χαμογελώντας πικρά θυμήθηκε πως η απαγόρευση της μουσικής ήταν ένα από τα μέτρα που εξακολουθούσαν ακόμη να ισχύουν, όπως επίσης και ότι έπρεπε να φύγει από το μαγαζί στις δώδεκα, όπως η Σταχτοπούτα στο παλιό παραμύθι

Πλήρωσε, χαιρέτισε την παρέα και έφυγε. Φόρεσε ξανά τη μάσκα και βγήκε στον άδειο δρόμο. Μπορεί να του φαινόταν ακατανόητο, αλλά το είχε συνηθίσει. Ήξερε πως αύριο μπορεί τα μέτρα να άλλαζαν. Πως μπορεί, για παράδειγμα, η μουσική να επιτρεπόταν και μάλιστα στη μέγιστη ένταση με τη δικαιολογία πως έτσι δε θα καθόταν ο κόσμος μέσα στο μαγαζί, αλλά θα έβγαινε έξω. Το παιχνιδάκι της χειραγώγησης το είχε μάθει καλά, αλλά δεν ήταν ο άνθρωπος που θα ξεσήκωνε τον κόσμο για ο,τιδήποτε

 

Μπήκε στο αυτοκίνητο, έβγαλε τη μάσκα και οδήγησε μέχρι το σπίτι του. Βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, φόρεσε πάλι τη μάσκα μέχρι την πόρτα του σπιτιού του. Μπήκε στο σπίτι, κάθισε στον καναπέ και άνοιξε την τηλεόραση. Πέρασε πολύ ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως ακόμη φορούσε τη μάσκα. Την έβγαλε ήρεμα, χωρίς να θυμώσει.

Ένα μόνο πράγμα τον απασχολούσε εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν τόσο το πώς ένας κουφιοκέφαλος κατόρθωσε να γίνει πρωθυπουργός. Άλλωστε, πριν από αυτόν, και άλλος ένας, αντίστοιχου διαμετρήματος , γόνος κι αυτός γνωστής πολιτικής οικογένειας το είχε καταφέρει. Φαίνεται πως οι Έλληνες, τα τελευταία χρόνια, αντιλαμβανόμενοι την απουσία οποιασδήποτε πραγματικής εναλλακτικής, είχαν αποφασίσει, να ψηφίζουν τέτοια κνώδαλα, πιστεύοντας πως αυτοί τουλάχιστον δεν μπορούν να τους προκαλέσουν μεγάλο κακό.

Και, όμως, αυτός ο ντενεκές, κατόρθωσε μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια και να προκαλέσει μεγάλο κακό και να γίνει ο πιο μισητός πρωθυπουργός της Μεταπολίτευσης. Αν μη τι άλλο, χρειάζεται κι αυτό μια ικανότητα. Πώς μας πετσόκοψες έτσι, ρε, Κυριάκο;