Barbamytoussis cropped

Ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω εκείνη τη μικρή αναστάτωση που ένιωθα μικρός, βλέποντας στην τηλεόραση -στη σπαργανική της ακόμα φάση- εκείνο το κουκλοθέατρο - θαύμα που μας χάριζε το τότε ΕΙΡΤ και που είχε τον τίτλο «Ο Μπάρμπα Μυτούσης».

Το θαύμα που χαρακτήριζε το κουκλοθέατρο του Μπάρμπα Μυτούση ήταν το ότι οι μαριονέτες του μεγάλωναν μαζί μας. Σε ηλικία και εμπειρίες. Μόνο ο Κλούβιος, πενήντα χρόνια μετά, δεν έδειχνε να έχει μεγαλώσει. Το ίδιο παιδί, ένα χαζό παιδί- χαρά γεμάτο, όπως θα λέγαμε σήμερα. Η Σουβλίτσα όμως είχε μεγαλώσει και είχε Σούβλα κανονική. 

Ο Μπαρμπα Μυτούσης πάλι, δεν είχε αλλάξει. Ήταν η φωνή της λογικής και του δικαίου. Αυτό που δεν γνωρίζαμε, όμως, ήταν πως είχε και έναν άλλο αδελφό, τον Μπαρμπα Μπουρνούση. Πώς είναι στις Άγριες Μέλισσες ο Μιλτιάδης και ο Δούκας; Έτσι ακριβώς. Ο Μιλτιάδης ήταν ο Μπαρμπα Μυτούσης και ο Δούκας ο Μπαρμπα Μπουρνούσης. Και στη μέση, η Ανέτ, η αλλιώς η Θεία Ευρυδίκη που αγαπάει το Δίκαιο, όμως είναι δεμένη και φιμωμένη από το πλήθος των εξαρτήσεων.

.................................

Όλα ξεκίνησαν όταν μία μέρα ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα έτρεξαν κλαίγοντας στο Μπαρμπα Μυτούση για να παραπονεθούν πως κάτι άλλα παιδιά τους πείραζαν και τους κορόιδευαν.  Κανένας τους βέβαια δεν ήταν πια παιδί, αλλά αυτό δεν μπορούσαν να το αντιληφθούν   

- «Μην κάνετε σαν παιδιά. Δεν είστε πια παιδιά!!»,  τους είπε με τόνο αυστηρό ο θείος τους. «Μου θυμίζετε τον τζόρα τον αδελφό μου, τον Μπουρνούση» και τους έδιωξε θυμωμένος

Ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα έμειναν μόνοι τους και στενοχωρημένοι

-«Να πάμε στο θείο τον μπαρμπα Μπουρνούση … Αυτός θα μας καταλάβει σίγουρα» είπε η Σουβλίτσα στον Κλούβιο. Ο Κλούβιος είχε ήδη βαρεθεί και ήθελε να πάει να παίξει , όμως η Σουβλίτσα δεν επρόκειτο να τον αφήσει ήσυχο.  Μπροστά στο πείσμα της Σουβλίτσας και για να ξεμπερδεύει μαζί της, συμφώνησε.

-«Άντε, ας πάμε» είπε ο Κλούβιος με φανερή βαρεμάρα

Ξεκίνησαν λοιπόν να πάνε να βρούνε τον αδελφό του Μπαρμπα Μυτούση, τον τζόρα τον Μπαρμπα Μπουρνούση. Αυτός θα τους βοηθούσε σίγουρα .

 

Ο Μπαρμπα Μπουρνούσης  άλλο που δεν ήθελε. Μόλις άκουσε τον Κλούβιο και τη Σουβλίτσα, θυμήθηκε  κι αυτός τα ίδια παιδιά που τον κορόιδευαν  κι αυτόν πολύ καιρό για άλλα πράγματα. Αφού δεν τολμούσε ο ίδιος να σηκώσει κεφάλι, σκέφτηκε πως βρήκε την ευκαιρία που περίμενε:

-«Να πάτε στη θεία σας τη Δίκη, να της τα πείτε όλα» είπε ο Μπάρμπα Μπουρνούσης στην ανιψιά του …  «Να πάρεις μαζί σου και τον Κλούβιο γιατί έμαθα πως τον κοροϊδεύουν κι αυτόν»

-«Εμένα, θείε, δεν με κοροϊδεύουνε, είπε ο Κλούβιος

-«Εσύ έτσι θα πεις χαμένε, άντε τώρα» είπε ο Μπαρμπα Μπουρνούσης

-«Μπάρμπα  μου, μπαρμπούλι μου» έκανε η ανιψιά και αγκάλιασε το θείο της με ένα κεφαλοκλείδωμα.  Ο Μπάρμπας έβγαλε μια κραυγή από την αγκαλιά της Σουβλίτσας - η ανιψιά ήταν ήδη δύο κεφάλια ψηλότερη από αυτόν. Μόλις η  Σουβλίτσα ξεκόλλησε από πάνω του, ο θείος έβγαλε έναν στεναγμό ανακούφισης.

-«Θείε» ρώτησε ο Κλούβιος. «Να σε ρωτήσω  κάτι ; Θα μου δώσεις χαρτζιλίκι ;»

Ο θείος τον χάιδεψε, αλλά πιο πολύ με καρπαζιά έμοιαζε το χάδι του. Ο Κλούβιος δεν διαμαρτυρήθηκε. Το χαρτζιλίκι μόνο να έπεφτε και όλα ήταν εντάξει γι αυτόν

-«Πού πάμε αδελφούλα μου;» είπε με μια φωνή χρωματισμένη από επιτηδευμένη αφέλεια

-«Πως σε ανέχομαι, απορώ» απάντησε η Σουβλίτσα. «Πάμε στο σπίτι της θείας Δίκης, δεν είπαμε; Η Θεία Δίκη θα τους δείξει…  που κάνουν αστεία και πλάκες με τις μαριονέτες»

Έτσι, κουβεντιάζοντας, έφτασαν στο σπίτι της θείας τους της Δίκης. Χτύπησαν ξαναχτύπησαν, αλλά κανείς δεν τους άνοιγε. Έξω από την πόρτα, ένα χαρτί έγραφε «Απουσιάζω σε ταξίδι. Ρίψατε σημείωμα».

Ο Κλούβιος με τη  Σουβλίτσα έγραψαν σε ένα χαρτί «Θεία Δίκη, κάτι παιδιά μας κάνουν πλάκα και θέλουμε να τα μαλώσεις. Τα ανίψια σου» … και έριξαν το σημείωμα κάτω από την πόρτα

Πριν φύγουν, όμως, έβγαλαν και μια selfie μπροστά στην πόρτα της θείας και την έκαναν story στο instagram.

-«Ποιος να ξέρει πως η θεία λείπει Κλούβιε;» είπε η Σουβλίτσα… « Μόλις δουν το story θα τρομάξουν. Και την θεία μας την υπολογίζουν. Όχι σαν κι εμάς που ….τέλος πάντων»

Οι μέρες περνούσαν και η θεία Δίκη δεν ερχόταν. Τα παιδιά της γειτονιάς έβλεπαν το story και έστελναν όλο και πολλές γελαστές φατσούλες. Είχε και ο Μπαρμπα Μπουρνούσης instagram και έστελνε κι αυτός καρδούλες και φατσούλες.

Όταν κάποτε επέστρεψε η θεία Ευρυδίκη -η θεία Δίκη όπως τη φώναζαν- βρήκε το χαρτί που είχαν πετάξει τα ανίψια της κάτω από την πόρτα. Έμαθε τα όσα είχαν γίνει και εκνευρίστηκε. Όχι με τα παιδιά που κορόιδευαν τα ανίψια της, αλλά με τα ανίψια της τα ίδια. Κι ακόμη πιο πολύ με τον θείο τους, το Μπαρμπα Μπουρνούση, που δεν θα τα άφηνε ποτέ  να μεγαλώσουν. Ταΐζοντάς τα καθημερινά και κατευθύνοντας τα, σα να είναι βρέφη, αυτά γίνονταν  περίγελως της κοινωνίας. Δεν θα ωρίμαζαν ποτέ και δε θα έβαζαν στόχους που θα υπηρετούσαν την κοινωνία και όχι τον θείο

Ένιωσε μεγάλη απογοήτευση αλλά και ενοχές που απουσίαζε όταν όλα αυτά ήταν σε εξέλιξη. Θύμωσε που κανείς δεν την κάλεσε να παρέμβει. Ίσως γιατί τη φοβόντουσαν, ίσως γιατί τους εξυπηρετούσε η άγνοια και η απουσία της. Ήταν και εκείνο το χέρι που κινούσε τις μαριονέτες. Ήταν και εκείνο το στόμα που τους έδινε φωνή, όταν εκείνες ανοιγόκλειναν το στόμα τους,

Η θεία Δίκη κατάλαβε και δάκρυσε. Και είπε αυτό που ισχύει και στο κουκλοθέατρο, όπως ισχύει και στην κοινωνία και ένας καλό φίλος συνηθίζει να το περιγράφει με την επωδό: «Καληνύχτα Κεμάλ… αυτός ο κόσμος δε θ΄ αλλάξει ποτέ»