Ονομάστηκε Αρχιστράτηγος και διοικητής των στρατευμάτων της Πελοποννήσου, αυτοδικαίως μετά τη νικηφόρα μάχη με τον Δράμαλη στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822). Αναγνωρισμένη η στρατιωτική ιδιοφυΐα του. Κλέφτης, αφορισμένος από τον Γρηγόριο Ε’, επικηρυγμένος από τρεις  Σουλτάνους. Ξεκινώντας από τον Σελίμ τον 3ο, επικήρυξη που διατηρήθηκε και επί του Μουσταφά του 4ου και συνεχίστηκε επί του «Σουλτάνου της ελληνικής επανάστασης», Μαχμούτ του 2ου. Διωχθείς από κεφαλοκυνηγούς όλων των εθνοτήτων και θρησκειών, φυλακισθείς τον Φεβρουάριο του 1825 (και τον Απρίλιο του 1834) και πολεμικός πρωταγωνιστής του εμφυλίου του 1824-1825, ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν ήταν ο αγαθός «Γέρος» που η φτιασιδωμένη «Ιστορία» κατασκεύασε, για να τον χρησιμοποιήσει ως μία από τις «συγκολλητικές» των υλικών που θα συνέθεταν τον μύθο του «αγαθού υπέρ της Ελευθερίας Αγώνα». Αλλά ποιος από τους συγχρόνους του αγωνιστές, τελικά ήταν εκείνος που θα μπορούσε να φορέσει το φωτοστέφανο του «αγαθού ήρωα» που κατασκεύασαν οι αρχιτέκτονες του ενιαίου και αδιαίρετου ελληνικού έθνους;

Μία πηγή των πολεμικών χρονικών του ’21 και των μετέπειτα γεγονότων και μέχρι το 1851, είναι τα απομνημονεύματα του στρατηγού Μακρυγιάννη. Του στρατηγού Μακρυγιάννη, που απέκτησε τον βαθμό αυτόν εν μέσω του πρώτου ελληνικού εμφυλίου. Του στρατηγού που εκμεταλλεύτηκε την αλλαγή στρατοπέδου, από τους Κολοκοτρωναίους και τους καπεταναίους του Μοριά προς τις τάξεις του Βουλευτικού –της επίσημης κυβέρνησης όπως την αναφέρει στα απομνημονεύματα του- με αντάλλαγμα -ή παράπλευρη ωφέλεια- την αναρρίχηση στην τότε, υποτυπώδη στρατιωτική ιεραρχία (πήρε τον βαθμό του αντιστρατήγου!).

Συχνή η αναφορά στο όνομα του Μακρυγιάννη από τη λαϊκή θυμοσοφία. Συνδέεται με την σχεδόν νομοτελειακή διαπίστωση των εγγενών δεινών του νεοέλληνα και του κράτους του, παραλείποντας πάντα κάθε αναφορά στην πυροδότηση των δεινών αυτών από τον ίδιο και την "ιδιοσυγκρασία" του (τον αστήρικτο και απαράδεκτο εθνικό ναρκισισμό του).

 

 «το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, 32.000, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς...»

Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα

 

Η άλωση της Τριπολιτσάς είναι ένα από τα πιο αιματηρά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Ίσως μόνο η σφαγή των Ελλήνων της Χίου από τους Τούρκους, ξεπερνά σε μέγεθος αυτό που συνέβη κατά την άλωση της πρωτεύουσας του Μοριά από τους Έλληνες πολιορκητές.

Είναι χαρακτηριστικό πως οι σφαγές σε βάρος των Τούρκων και των Εβραίων αμάχων – γυναικών, παιδιών και γερόντων - από τους Έλληνες, προκάλεσαν την οργή και τη δυσφορία πλήθους φιλελλήνων που είχαν έρθει στην ελληνική γη για να πολεμήσουν σε έναν Αγώνα που νόμιζαν αφελώς πως επρόκειτο για αγώνα μεταξύ ευγενών και βαρβάρων. Η απογοήτευση που ένιωσαν, ανάγκασε πολλούς από αυτούς να εγκαταλείψουν τον αγώνα των Eλλήνων. Έπρεπε να ακολουθήσουν οι μεγάλες σφαγές των Τούρκων στη Χίο και στα Ψαρά και η ηρωϊκή έξοδος του Μεσολογγίου για να αναπτερωθεί ξανά το φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, προσπαθώντας να παρακολουθήσουμε σε κάθε του διάσταση ένα από τα πιο κομβικά γεγονότα στην πορεία της Επανάστασης, που ανέδειξε ένα πλήθος παράπλευρων ζητημάτων, καθοριστικών για το χαρακτήρα που θα έπαιρνε η Επανάσταση

 

antonis oikonomou 02

Ο Αντώνης Οικονόμου ανακηρύσσει την ελευθερία της Ύδρας. Πίνακας του Peter von Hess (Μουσείο Μονάχου)

 

«Κι αν η επίσημη ιστορία τον αγνόησε ή δεν τον τίμησε στην πρεπούμενη θέση από αιτίες γνωστές κι’ ανομολόγητες, ο Αντώνης Οικονόμου στέκει καμαρωτός κι’ ωραίος στο πελώριο βάθρο του, κι αν είχε λαλιά θα μας φώναζε και σήμερα ακόμη το δικό μας χρέος»

Έτσι καταλήγει στην παρουσίαση της προσωπικότητας του αγωνιστή Αντώνη Οικονόμου ο συγγραφέας Γιώργης Λαμπρινός, μέσα από το έργο του «Μορφές του Εικοσιένα». Σε αυτή τη σειρά ιστορικών μονογραφιών, ο συγγραφέας παρουσιάζει έντεκα πρόσωπα λαϊκών αγωνιστών που «ήρθαν, πέρασαν κ’ έφυγαν, σιωπηλοί και μαρτυρικοί, ταπεινοί και ξεχασμένοι, αφού έκαναν πρώτα το μεγάλο τους χρέος στο λαό της πατρίδας τους. Είναι οι αληθινοί δουλευτάδες του ξεσηκωμού και της λευτεριάς…»

Η πρώτη έκδοση της σειράς έγινε το Νοέμβριο του 1941 στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα. Ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις, με πιο πρόσφατη αυτήν του 2002 από τις εκδόσεις Καστανιώτη με πρωτοβουλία του γιού του, Φώτη Λαμπρινού.

«Έπεσε», γράφει ο Λαμπρινός, «απ’ τα βόλια Ελλήνων την ώρα που η φωνή του αγωνιζόμενου Έθνους τον καλούσε να πάρει τη θέση του στη μάχη. Δεν έπεσε στη μάχη με τον εθνικό εχθρό, μα στάθηκε το μεγάλο θύμα του εσωτερικού πολέμου». Η τραγική ειρωνεία είναι πως το ίδιο τραγικό τέλος με τον Οικονόμου θα είχε, λίγα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου του, και ο Γιώργης Λαμπρινός. Και αυτός από βόλια Ελλήνων

Ο Αντώνης Οικονόμου δολοφονήθηκε το Δεκέμβριο του 1821 από ειδικό απόσπασμα που έστειλε για το σκοπό αυτό ο κοτζάμπασης της Βοστίτσας (σημερινό Αίγιο) Ανδρέας Λόντος καθώς ο Οικονόμου κατευθυνόταν για να μιλήσει στην πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου. Από την άλλη μεριά, ο Γιώργης Λαμπρινός, ο συγγραφέας που ύμνησε τον Αντώνη Οικονόμου και βρέθηκε στα βουνά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου ως ανταποκριτής της εφημερίδας του Δημοκρατικού Στρατού, συνελήφθη τον Ιούλιο του 1949 και εκτελέστηκε από απόσπασμα του αμερικανοκίνητου «Εθνικού» Στρατού. Δύο παράλληλες τραγικές ιστορίες που αποδεικνύουν περίτρανα το επίπλαστο της επίκλησης της εθνικής ενότητας, που γίνεται μόνο όταν και όποτε βολεύει τους κυρίαρχους

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, προσπαθώντας να αναδείξουμε την τεράστια συμβολή του Αντώνη Οικονόμου στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί, ο Αντώνης Οικονόμου είναι ο άνθρωπος που σήκωσε τη σημαία της Επανάστασης στην Ύδρα, κόντρα στη θέληση των προκρίτων και των καραβοκύρηδων, και που έθεσε στη διάθεση της Επανάστασης το μεγάλο στόλο του νησιού. Και αν κάποιος απορεί γιατί ο αγωνιστής αυτός αγνοήθηκε τόσο από την επίσημη ιστοριογραφία όσο και από τα σχολικά βιβλία, είναι γιατί ο Αντώνης Οικονόμου ενσάρκωνε μια άλλη διάσταση του ξεσηκωμού. Μια διάσταση που η εθνική μας ιστοριογραφία, καθοριζόμενη από τους νικητές κοτζαμπάσηδες δολοφόνους του, θέλησε επιμελώς να αποκρύψει

 

 

14 Delacroix Hios

Η Σφαγή της Χίου - Πίνακας του Ντελακρουά

 

«Τούρκος μη μείνει στο Μοριά / μηδέ στον κόσμο όλο»

δημοτικό τραγούδι εποχής

 

Το 1828 ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας ρωτήθηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, για τον πληθυσμό των Τούρκων που κατοικούσαν στην Πελοπόννησο, πριν το 1821 και τον πληθυσμό τους μετά (με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους). Ο Καποδίστριας έδωσε δύο νούμερα, από την απογραφή της Γαλλικής αποστολής: 42.750 και  0 (μηδέν) Η επίσημη αυτή ψυχρή δημογραφική αναφορά, έκρυβε μέσα της τη σκοτεινή πλευρά του ’21, την εξόντωση δηλαδή από πλευράς εξεγερμένων, του συνόλου του μουσουλμανικού άμαχου πληθυσμού, που στην πραγματικότητα ήταν 15.138 οικογένειες ή 63.813 άτομα.

 

Apografi1828

Η απογραφή της Γαλλικής αποστολής (1821-28)

 

Η γενοκτονία και η εθνοκάθαρση δεν είναι ένα ειδεχθές έγκλημα που έκανε πάντα η μία πλευρά, στον πόλεμο της ελληνικής ανεξαρτησίας, το 1821. Δεν ήταν μόνο το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης την άνοιξη του 21, ούτε ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Δεν ήταν μόνο η σφαγή της Χίου στο τέλος του Μάρτη του 1822, ούτε η άλωση της Νάουσας, στις 15 του Απρίλη του 22. Ούτε σταμάτησαν οι σφαγές των Οθωμανών στο ολοκαύτωμα της Κάσου στις 7/6/1824, ούτε και στο αντίστοιχο ολοκαύτωμα των Ψαρών, δύο εβδομάδες μετά στις 21/6/1824. Στο Μεσολόγγι στις 10 και 11/4/1826, η έξοδος των απελπισμένων πνίγηκε στο αίμα αθώων και αμάχων, πεινασμένων και απελπισμένων. Και βέβαια δεν θα επεκταθούμε και στην επιδρομή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, από το 1825 μέχρι το 1828, στην οποία κατέσφαξε τον πληθυσμό και την ερήμωσε.

 

0.Kastro Ioanninon Hughes 1820

Το κάστρο των Ιωαννίνων (Hughes 1820)

 

5 Μαΐου του 1821. O επικεφαλής των γουναράδων στα Γιάννενα, γράφει στον Γιαννιώτη άρχοντα και προεστό Σταύρο Ιωάννου:

«Και δια τον ανεψιόν τον δεσπότη τον διάκον, τον έκοψαν εις το Νησί και άλλους Νησιώτες, Eχαλάστηκαν έως δέκα πέντε νομάτοι απάνω εις τον ανακατεμόν και οι απολειφθέντες όλοι εσκλαβώθηκαν, (τόσον οι Νησιώτες ωσάν οι Ιωαννίτες όπου βρίσκονταν εκεί, άντρες, γυναίκες και παιδιά, όλοι σκλαβώθηκαν όμως, ας είναι πολύχρονος ο υψηλότατος Βεζύρης Ρεσίτ πασιάς επρόσταξεν και τους ξαγοράζει από το χαζινέ του (από το ταμείο του) με γρόσια διακόσια πενήντα τον έναν μέγαν και μικρόν και τους ελευθερώνει, ειδέ από το βιον τους, όλος ο ντουνιάς όπου βρίσκονταν, τόσον Νησιώτες, ωσάν και Ιωαννίτες, μόνον με τα κορμιά τους εβήκαν».

Η αφήγηση του επικεφαλής των γουναράδων είναι μία από τις μαρτυρίες του καιρού, σχετικά με την «εκστρατεία» του Σουλτάνου Μαχμούτ του Δεύτερου (Μαχμούτ Β’), για την κατάπνιξη της εξέγερσης του Αλή πασά.

Ήταν μία από τις εκστρατείες που είχαν ξεκινήσει από χρόνια και από τον καιρό του Σελίμ του Γ’, για την καθυπόταξη των ισχυρών αλλά ανυπάκουων, πασάδων της αυτοκρατορίας. Από τον φίλο του Ρήγα, Οσμάν Πασβάνογλου, ο οποίος υποχρέωσε με τις ικανότητες του και μετά από την αποτυχία της Αυτοκρατορίας να καταλύσει την εξουσία του, το 1798 τον Σουλτάνο να τον αναγνωρίσει ως κυβερνήτη του Βιδινίου (ΒΔ Βουλγαρία/Σερβία) έως τον Καβαλιώτη Μεχμέτ Αλή, πατέρα του Ιμπραήμ και διοικητή της Αιγύπτου. Με τον Μεχμέτ Αλή «καθάρισαν μετά το 1841, με τη βοήθεια των Άγγλων και όταν πέθανε, περίπου το 1849.

 

 

1.Osman Ali cropped

Οσμάν Πασβάνογλου (1758-1807) και Μεχμέτ Αλή (1770-1849)

 

Ανάμεσα στον Πασβάνογλου και τον Μεχμέτ Αλή, στη μέση της πεντηκονταετίας που τους χωρίζει, ο τότε Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ είχε να εκκαθαρίσει την απειλή του Αλή πασά των Γιαννίνων, ο οποίος μετά από 40 χρόνια σχεδόν, κυριαρχίας στην Ήπειρο και την Αλβανία, δυναμωμένος στρατιωτικά και πολιτικά, αποφάσισε στα 80 του να ιδρύσει το δικό του, ανεξάρτητο κράτος.