Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Στον πάτο της κολάσεως Κύριο

της Μαρίας Νάτση

 

-Γαμώτο, πού είναι το οξυζενέ; Η Χάνα θα γκρινιάζει πάλι αν πάω με λερωμένα ρούχα.

Ένας ψηλός άνδρας με πλατύ στέρνο και πράσινα μάτια πηγαινοερχόταν νευρικά στον κοιτώνα ανάπαυσης, ψάχνοντας μανιασμένα τα ντουλάπια με τα τεράστια χέρια του.

-Γαμώτο... μουρμούρισε ξανά, με τα χείλη τόσο σφιγμένα που αναρωτιόσουν από πού έβγαινε ο ήχος.

Μια κοπέλα με πλήρη εξάρτηση μπήκε στο δωμάτιο και τον άκουσε.

-Πάρε οινόπνευμα ή νερό.

Δεν σήκωσε καν το κεφάλι να την κοιτάξει.

-Είσαι καινούρια και δεν ξέρεις. Με το οινόπνευμα γίνεται χειρότερα. Μόνο με το οξυζενέ βγαίνει εύκολα το αίμα. Γιατί ο στρατός δεν πλένει τις στολές μας και πρέπει να τις κουβαλάμε σπίτι;

Ο Εϊτάν κοπάνησε την πόρτα ενός ερμαρίου και έφυγε βιαστικά, χωρίς να χαιρετήσει την κοπέλα.

Στο σπίτι τον περίμεναν η Χάνα και η τετράχρονη Γιαέλ. Το κορίτσι είχε τη χάρη του ονόματός του καθώς κάθε μέρα σκαρφιζόταν καινούριες ακροβασίες, πηδώντας από καναπέδες σε καρέκλες και από καρέκλες σε τραπέζια με μια άνεση που θα ζήλευε κι ένα αγριοκάτσικο.

Η δουλειά γινόταν όλο και πιο δύσκολη.

Κι ήταν κι αυτός ο Ναντάβ που δεν ήξερε να σταματά.

Του το είχε πει δεκάδες φορές, να τους δένει καλύτερα, να μη χρειάζεται πάντα τρίτο άτομο να τους κρατάει. Ύστερά ήρθε κι εκείνη η καινούρια, η μισότρελη, δημιουργώντας πλέον έναν επικίνδυνο συνδυασμό.

-Γαμώτο τους...

Ο Εϊτάν έσφιξε το τιμόνι.

-Τα καθίκια. Δεν λένε να πάρουν δρόμο από τη γη μας. Κοίτα πώς μας αναγκάζουν να ζούμε. Κοίτα τι μας αναγκάζουν να τους κάνουμε.

Ίσως να ζητούσε μετάθεση στην εκπαίδευση σκύλων. Εκεί τη δύσκολη δουλειά την έκανε το ζώο. Ίσως να γύριζε σπίτι πιο καθαρός, μπορεί  και πιο ήρεμος.

Η Χάνα γκρίνιαζε όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό.

Και δεν είχε άδικο.

Δεν τους έβλεπε σχεδόν καθόλου και ήταν πλέον αρκετά νευρικός.

Καθώς οδηγούσε, πέρασε μπροστά από το δημοτικό σχολείο όπου είχε φοιτήσει παιδί. Ίσως μια μέρα να περνούσε κι η Γιαέλ την ίδια πύλη, σκέφτηκε.

Το κτίριο γλίστρησε αργά προς την άκρη του οπτικού του πεδίου. Τον τελευταίο καιρό, κάθε φορά που γύριζε από τις φυλακές, είχε την παράξενη αίσθηση πως ο κόσμος γύρω του έχανε τη σταθερότητά του. Τα κτίρια μακραίναν, οι δρόμοι κυμάτιζαν και τα αντικείμενα έμοιαζαν να λιώνουν , σαν το παραμορφωμένο ρολόι του Νταλί.

Μια εικόνα από την προηγούμενη εβδομάδα ξεπρόβαλε ξαφνικά από τη μνήμη του.

Ήταν σε περιπολία με τον Ναντάβ όταν τον είδε να αφηνιάζει. Σε μια στενή γειτονιά άρπαξε ένα αγόρι, δεν θα ήταν πάνω από δέκα χρονών  και προσπάθησε να το σύρει προς το τζιπ.

-Καθίκι! Τι έκανες ;  του ούρλιαζε

-Δεν έκανα τίποτα! φώναζε το παιδί και τους κοιτούσε με τα λαδοπράσινα μάτια του.

Ίδια σχεδόν με τα δικά του.

Ίδια με της κόρης του.

Ο  Εϊτάν έκανε πως δεν τα πρόσεξε. Άφησε τον συνάδελφό του να ξεσπάσει με κλωτσιές στον μικρό  για λίγα δευτερόλεπτα και μετά είπε ψυχρά:

-Άστον. Βάρος θα μας είναι. Πάμε να βρούμε μεγαλύτερα καθίκια.

Ο  Εϊτάν δεν  κατάλαβε πώς έφτασε τόσο γρήγορα στο σπίτι.

Μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε το όμορφο μουτράκι της Γιαέλ, λερωμένο με σοκολάτα.

-Τι έκανες εκεί; Πάλι παγωτό τρως; τη ρώτησε με ψεύτικη αυστηρότητα.

Η μικρή χαμογέλασε.

-Όχι. Δεν έκανα τίποτα.

και τα λαδοπράσινα μάτια της γελούσαν πονηρά.

Η Χάνα πρόβαλε από την πόρτα της κουζίνας. Αν και ψηλή, δίπλα του έμοιαζε μικροκαμωμένη. Μελαχρινή, όμορφη, με εκείνη την παράξενη ικανότητα να γλυκαίνει τον χώρο γύρω της όταν χαμογελούσε και να τον παγώνει όταν θύμωνε .Ο Εϊτάν είχε αποκτήσει πια τη σοφία του μυημένου συζύγου. Απέφευγε με μαεστρία τις νάρκες που απειλούσαν τη συζυγική ηρεμία και αφόπλιζε σχεδόν ενστικτωδώς κάθε εκρηκτικό μηχανισμό που τοποθετούσε η καθημερινότητα στα θεμέλια της ευτυχίας τους.

Αναγνώριζε τα σημάδια της αλλαγής της διάθεσής της όπως οι Βεδουίνοι διαβάζουν την άμμο. Το σχήμα των αμμοθινών, τους κυματισμούς, τις λεπτές ρωγμές που μαρτυρούν την κατεύθυνση του ανέμου. Τη σκουρόχρωμη υφή που προμηνύει υγρασία και βροχή. Ξέρουν πότε πλησιάζει η θύελλα και πότε η γαλήνη. Και είναι πάντα σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσουν την δεινότητα του Σαμάλ που ανυψώνει βουνά άμμου ή την καυτή πνοή του Χαμσίν. Οι Βεδουίνοι λένε ότι ο άνεμος μιλά πρώτα στην άμμο και μετά στον άνθρωπο. Για τον Εϊτάν η άμμος είναι το πρόσωπο της Χάνα. Η ματιά, η έκφραση ,το σφίξιμο των χειλιών, ένας αναστεναγμός. Η Χάνα και η Γιαέλ είναι  ο τελευταίος στέρεος κόσμος του.

Η εβδομάδα που άρχιζε θα τον έβρισκε αποκλειστικά στις φυλακές, στους θαλάμους «σωφρονισμού».

Εκεί ο αέρας ήταν πηχτός, μύριζε αίμα, εμετό και ακαθαρσίες. Μερικές φορές ο Εϊτάν πίστευε πως ακόμη και τα δάκρυα των κρατουμένων είχαν τη δική τους δυσοσμία. Ναι, ήταν πλέον βέβαιος γι' αυτό, ακόμη και τα δάκρυά τους βρωμούσαν. Δεν ήθελε ούτε αυτά να αγγίζουν τα παπούτσια του.

Πόσο θα προτιμούσε έστω μία περιπολία, έξω στον ήλιο και τον καθαρό αέρα

-Πάμε, είπε ο Ναντάβ. Είναι η σειρά του γιατρού.

-Τι γιατρός είναι; ρώτησε ο Εϊτάν.

-Δεν ξέρω. Ρώτα τον.

-Αν βέβαια μπορεί να μιλήσει ακόμη, πετάχτηκε η καινούρια γελώντας. -Τον περιποιηθήκαμε καλά προχθές.

Γελούσε σαν να ετοιμαζόταν για ψώνια με φίλες της.

Ο γιατρός ήταν κουλουριασμένος σε μια γωνία του κελιού.

Προσπάθησαν να τον σηκώσουν, όμως το σώμα του αντιστεκόταν. Δεν ίσιωνε. Έμενε διπλωμένο πάνω στον εαυτό του.

Ο Εϊτάν είχε μάθει μέσα στη φυλακή κάτι που δεν γνώριζε, ότι όσοι βασανίζονται ξανά και ξανά, κάποια στιγμή παγιδεύονται σε μια στάση άμυνας. Το σώμα τους λυγίζει προς τα μέσα, σαν να προσπαθεί να προστατεύσει ό,τι απέμεινε. Θυμίζει κάπως την εμβρυϊκή στάση. Τα χέρια πλάι στο κεφάλι, τα γόνατα σφιγμένα στο στήθος, η ράχη καμπουριασμένη.

Και μένουν έτσι.

Σαν να τους έχει μαρμαρώσει ο τρόμος και ο πόνος.

Ο Ναντάβ βρισκόταν σήμερα σε παράξενη διάθεση.

Εδώ και καιρό υπηρετούσε στις φυλακές και το όνομά του είχε γίνει  θρύλος και συνώνυμο  με  σεξουαλικά βασανιστήρια.

Κάποιες φορές τρόμαζε ακόμη και τον Εϊτάν.

Μια μέρα είχε περάσει να τον πάρει από το σπίτι του πριν από τη βάρδια.

Την πόρτα άνοιξε ένα κορίτσι δεκαέξι χρονών το πολύ.

Ο Εϊτάν γνώριζε ποια ήταν. Η μικρή αδελφή του Ναντάβ, η οποία βρισκόταν στο φάσμα του αυτισμού.

Το κορίτσι στεκόταν στο κατώφλι αμίλητο, με τους ώμους τραβηγμένους προς τα μέσα και τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα. Τότε ο Ναντάβ βγήκε από το σπίτι.

Και για μια στιγμή, το βλέμμα που έριξε στην αδελφή του, έκανε τον Εϊτάν να ανατριχιάσει.

-Γιατρέ, σήμερα θα σε κάνω να μετανιώσεις που γεννήθηκες, είπε ο Ναντάβ γελώντας

-Έχω ήδη μετανιώσει, απάντησε ο γιατρός.

Καθώς τον επέστρεφαν μισολιπόθυμο στον θάλαμο, ο Ναντάβ τον ρώτησε

—Τι γιατρός ήσουν;

—Παιδίατρος.

—Και έχεις βοηθήσει πολλά παιδιά;

Ο γιατρός άργησε λίγο να απαντήσει.

—Ναι.

Ο Ναντάβ χαμογέλασε.

—Τότε έχω δυο νέα για σένα. Το πρώτο είναι ότι από αύριο μεταφέρεσαι σε θάλαμο απομόνωσης, σε άλλη φυλακή. Χειρότερη. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, φαντάζομαι.

Ο γιατρός δεν μίλησε.

—Το δεύτερο είναι ότι εγώ από αύριο αναλαμβάνω τους θαλάμους ανηλίκων.

Το χαμόγελό του πλάτυνε.

—Αυτά τα παιδιά που έσωσες θα βρίσκονται πλέον στα δικά μου χέρια.

Άνοιξε την πόρτα του κελιού και τον έσπρωξε μέσα.

Ο Ναντάβ και η καινούρια απομακρύνθηκαν γελώντας.

Λίγα λεπτά αργότερα ο Εϊτάν μπήκε για τον συνηθισμένο έλεγχο.

Ο γιατρός βρισκόταν πεσμένος στο πάτωμα. Λίγο πιο πέρα ήταν ένα τσαλακωμένο φύλλο χαρτί.

Ο Εϊτάν το πρόσεξε αμέσως.

—Ποιος σου έδωσε χαρτί; Δεν επιτρέπεται.

Ο γιατρός γύρισε αργά το κεφάλι.

—Γράφω ένα ποίημα.

—Ποίημα;

—Για εσάς.

Για μια στιγμή ο Εϊτάν τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει αν τον κορόιδευε.

Ο γιατρός σύρθηκε προς το μέρος του και άρπαξε το μπατζάκι του.

—Σε παρακαλώ... μην τον αφήσεις να πάει στα παιδιά.

Ο Εϊτάν τίναξε το πόδι του ενοχλημένος.

—Με λέρωσες.

Ο γιατρός άφησε το ύφασμα.

Ο Εϊτάν έσπρωξε με την μπότα του το χαρτί προς το μέρος του.

—Εξαφάνισέ το. Αν το βρουν, θα έχεις κι άλλα προβλήματα.

Ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω του.

Καθώς απομακρυνόταν στον διάδρομο, κοίταξε τη σκοτεινή κηλίδα πάνω στο παντελόνι του και συνοφρυώθηκε.

—Καθίκια... μουρμούρισε.

Η Χάνα θα γκρινιάζει πάλι.

Μέσα στο κελί, ο γιατρός μάζεψε το χαρτί στα χέρια του.

Είχε μαλακώσει από τα δάκρυα και το αίμα.

«Εκεί στον πάτο της κολάσεως

που έμαθες να μισείς

το δάκρυ πάντα θα σε γδέρνει

Μ' όσα συγνώμη κι αν ντυθείς»

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 07 Ιουνίου 2026 23:28