kipros01

 

Σήμερα - 20 Ιουλίου 2020 – συμπληρώνονται 46 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο – τον Αττίλα όπως ονομάστηκε. Από τότε οι Τούρκοι κατέχουν το 40% του εδάφους της Κύπρου στη βόρεια πλευρά του νησιού και εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνοκύπριοι είναι πρόσφυγες στο νότιο μέρος, μακριά από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκαν αυτοί ή οι πατεράδες τους.

Μια τραγική κατάληξη που μπορούσε να προβλεφθεί από όσους διέθεταν τη στοιχειώδη λογική και η οποία πιθανό να είχε συμβεί ήδη από το 1964 αν δεν επενέβαιναν οι ΗΠΑ, αλλά όχι από αυτούς που – χρησιμοποιώντας μάλιστα τον τίτλο του πατριώτη – έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να επισπεύσουν την επέμβαση των Τούρκων την ίδια στιγμή μάλιστα που άφηναν ανυπεράσπιστο το νησί της Κύπρου αποσύροντας την Ελληνική Μεραρχία που είχε σταλεί το 1965 από τον Γεώργιο Παπανδρέου και προσπαθώντας παράλληλα να δολοφονήσουν το νόμιμο πρόεδρο της Κύπρου αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Είναι τραγικό το γεγονός ότι ενώ οι Τούρκοι κατέστρωναν τα σχέδια για την εισβολή που θα πραγματοποιούσαν σε λίγες ημέρες, οι χουντικοί και οι Κύπριοι σύμμαχοί τους είχαν τυφλωθεί και δεν τους ενδιέφερε τίποτε άλλο από το να βρουν τον Μακάριο και να τον σκοτώσουν

Στην καλύτερη περίπτωση ανίκανοι, αλλά το πιο πιθανό είναι ότι επρόκειτο απλώς για τομάρια που με το μανδύα του υπερπατριώτη πάλευαν μόνο για το πολιτικό τους συμφέρον, αδιαφορώντας για τις ζωές των εκατοντάδων χιλιάδων Ελληνοκυπρίων που έθεταν σε κίνδυνο.

 

Tite

«Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», Θεατρικό έργο του μεγάλου Ιταλού Θεατρικού συγγραφέα, Ντάριο Φο.

 

Ο θάνατος είναι πάντα τυχαίος.

Οποιαδήποτε σχέση με τα σημερινά γεγονότα κρίνεται εντελώς τυχαία.

Ο αδέκαστος ιατροδικαστής θα αποφανθεί για το "τυχαίον" του θανάτου.

Η οποιαδήποτε συμμετοχή της αστυνομίας κρίνεται εντελώς αβάσιμη.

Τα γεγονότα είναι εντελώς τυχαία.

Από τον Ντάριο Φο μέχρι το Βόλο η απόσταση είναι πολύ μικρή.

Μιλάνο - Βόλος, τόσο κοντά .....

Ο θάνατος είναι τυχαίος ...

Η ζωή είναι τυχαία ... 

Η πραγματικότητα δεν υπάρχει ....

 

PiazzaFontana

 

palioixartes02

Χάρτης του 1910   "Ελληνικοί χάρτες των αρχών του 20ου αιώνα", έκδοση λιθογραφείου Κοντογόνη

 

Αναδημοσίευση από mavrioxia.blogspot.com

 

«Μα είναι ανεκτόν, δια το όνομα του Θεού και των Θεών, ο Σωκράτης και ο Αριστείδης να είναι από το Μπραχάμι, ο Θεμιστοκλής από το Λιόπεσι και ο Θηραμένης και ο Θρασύβουλος από το Κοκοτσίνι;» αναρωτιόταν  ο ιστοριοδίφης, λογοτέχνης, ακαδημαικός, δικηγόρος και ποιητής Δημήτριος Καμπούρογλου στο βιβλίο του «Τα τοπωνυμικά παράδοξα» το 1920 ειρωνευόμενος την καθεστωτική πολιτική μετονομασίας των «αλλόφωνων και κακόφωνων» τοπωνυμίων, μια πολιτική που ξεκίνησε ευθύς αμέσως μετά τη δημιουργία του σύγχρονου νεοελληνικού κράτους

Αλλά και ο Α. Μηλιαράκης ένας σημαντικός γεωγράφος και ιστορικός του 19ου αιώνα,  στο βιβλίο του «Γεωγραφία Πολιτική, νέα και αρχαία, του νομού Αργολίδος και Κορινθίας» του 1886, παίρνει θέση στο ερώτημα αυτό : «Αν το ονόματα ταύτα είνε ίχνη της διαβάσεως ξένων φυλών από του ελληνικού εδάφους, τις έχει το δικαίωμα να διαγράφει τα ίχνη της ιστορίας;  Αν θεωρή τα ίχνη ταύτα βάρβαρα, ας υψώση αυτός παρ’αυτά τα ένδοξα μνημεία  του νεωτέρου πολιτισμού του»

BananaMassacreII

Αν δεν έχετε διαβάσει το τρίτομο έργο του Eduardo Galeano «Η μνήμη της φωτιάς», μάλλον θα είναι γιατί δεν έχετε διαβάσει ποτέ, κανένα έργο του μεγάλου αυτού σύγχρονου μας, συγγραφέα. Είναι και λίγο «ενοχλητικά» τα θέματα του, ειδικά για εμάς τους ανατολικοευρωπαίους που συμπεριφερόμαστε ως δυτικοευρωπαίοι και υπερατλαντικοί, αφού πάσχισαν επί δεκαετίες να μας πείσουν πως εκεί «ανήκομεν».

Ο Eduardo Galeano στη «μνήμη της φωτιάς» ιστοριογραφεί χωρίς να τηρεί τους «κανόνες» που θέλουν τον ιστοριογράφο αντικειμενικό, αλλά στο τέλος, πάντα αφήνει την Ιστορία να γίνεται υπόθεση και έργο των νικητών.

Μια και ο λόγος  για τις υπερατλαντικές συγγενείς μας χώρες, τις Μπανανίες του Χένρυ και τη σφαγή της Μπανάνας, ας δούμε την σύντομη καταγραφή της, στην Κολομβία, από τον E. Galeano. Η καταγραφή και απόδοση των στιγμών της Ιστορίας, από τον συγγραφέα της μνήμης της φωτιάς, αποδεικνύει πως η ανάγνωση της Ιστορίας δεν μπορεί να είναι αντικειμενική. Ποτέ. Και ότι η εξ αποστάσεως θέαση της, δεν μπορεί παρά να είναι ύποπτη, αν δεν είναι, μονοσήμαντα, ένοχη.

 

Eduardo Galeano, Η μνήμη της φωτιάς – Τόμος 3: Ο αιώνας του ανέμου

 

Η σφαγή της μπανάνας (Κολομβία 1928)

 

1928 – Νοτίως της Σάντα Μάρτα

Μπανανίες

Δεν ήταν παρά χαμένα χωριουδάκια στην ακτή της Κολομβίας, ένας δρόμος όλο σκόνη ανάμεσα στο ποτάμι και στο νεκροταφείο, ένα χασμουρητό ανάμεσα σε δύο όνειρα, όταν το κίτρινο τρένο της United Fruit Company έφτασε από τη μεριά της θάλασσας.

A

 Του Θεμιστοκλή Λαζαρή

 

Ήρθαν λοιπόν οι πρώτες σχάρες στην Πλατεία Ταχυδρομείου.

Αναμενόμενο βέβαια. Από καιρό το ξέραμε ότι, στο τέλος της έρευνας, κάπως έτσι θα έμοιαζε η ανάδειξη. Είναι μάλιστα μια μεγάλη νίκη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας το πόσα πολλά, πόσα περισσότερα απ’ ό,τι σχεδιαζόταν αρχικά, παρέμειναν τελικά ορατά. Στο φως. Εις μνήμην.

Αλλά να.

Σου σφίγγουν κάπως την καρδιά τα πλέγματα. Στενά πολύ, ίσα που αφήνουν να δεις από κάτω τους. Και λίγα μέτρα γύρω σου να σύρεις το βλέμμα, μόνο στο σίδερο θα εστιάσει το μάτι.

Όσο κι αν ξέρεις. Αν ξέρεις.

Βγήκαν και τα πρώτα τραπέζια. Οι μαγαζάτορες, απηυδισμένοι από το χώμα και τη σκόνη, ανασαίνουν ελεύθερα κι απλώνονται στον ανοιχτό χώρο. Πάνω στην ώρα ήλθε για τα μέτρα.

Ακούγεται μάλιστα πως όπου να ‘ναι φτάνει κι ο Βενιζέλος για τα βαφτίσια. Άγαλμα, βέβαια. Στη θέση την εξαρχής ορισμένη. Άλλωστε το Πλατεία «Ταχυδρομείου» όνομα αξιοπρεπές δεν ήταν βέβαια. Μάλλον για παρατσούκλι έκανε.

Και θα ρωτήσετε: Και τι λοιπόν σ’ ενοχλεί απ’ αυτά; Οι προστατευτικές σχάρες; Τα τραπέζια; Οι κάδοι; Το τσιμέντο; Ή μήπως το πρόβλημα είναι ο Βενιζέλος τελικά;

Τίποτα απ’ όλα αυτά συγκεκριμένα. Το καθένα φτάνει στην ώρα του, προγραμματισμένα, ορθολογικά και συμπεφωνημένα. Ασήμαντα τελείως εξάλλου, αν συγκριθούν με τόσα και τόσα τρέχοντα.

Όμως φοβάμαι την κανονικότητα, που στέλνει τα αρχαία στην ακίνδυνη αφάνεια, που ξαναδίνει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι» και που χαρίζει σε μαρμάρινους μπροστάρηδες ό,τι δεν τους ανήκει.

guernica

 

26 Απριλίου 1937. Γερμανικά και Ιταλικά πολεμικά αεροπλάνα που πολεμούν στο πλευρό του φασίστα Φράνκο στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου, βομβαρδίζουν την κωμόπολη της Γκουέρνικα ή Γκερνίκα, στη χώρα των Βάσκων. Ο βομβαρδισμός κρατάει ώρες. Η Γκουέρνικα, μια πόλη 5.000 κατοίκων, ισοπεδώνεται κυριολεκτικά. Πάνω από 1.500 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους και εκατοντάδες είναι οι τραυματίες.

Αυτό το έγκλημα πολέμου ήταν που ενέπνευσε τον Πάμπλο Πικάσο και ζωγράφισε τον περίφημο πίνακά του, ίσως το πιο διάσημο από τα έργα του, το οποίο παρουσίασε σε διεθνή έκθεση ζωγραφικής στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1937, όπως του είχε ζητήσει η ισπανική Δημοκρατική κυβέρνηση. Παρόλο που αρχικά οι αντιδράσεις για το έργο ήταν μάλλον αρνητικές, η "Γκουέρνικα" σιγά-σιγά καθιερώθηκε ως μια από τις μεγαλύτερες αντιπολεμικές κραυγές

Η «Γκουέρνικα» έμεινε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης για πολλά χρόνια καθώς ο Πικάσο είχε δηλώσει πως δε θα επέστρεφε στην Ισπανία προτού αποκατασταθεί η δημοκρατία στη χώρα. Το 1981 η «Γκουέρνικα» επιστράφηκε στην Ισπανία

Ένας από αυτούς τους μύθους που ξέρουμε πως μπορεί να μην είναι αλήθεια αλλά πολύ θα θέλαμε να είναι, λέει πως όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν το Παρίσι, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε σε φωτογραφία τον πίνακα της «Γκουέρνικα» στον ίδιο τον Πικάσο που ζούσε εκεί και τον ρώτησε: «Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε;». «Όχι, εσείς!», απάντησε αυτός

 

prosfyges

Πηγή του άρθρου : Εφημερίδα των Συντακτών ( ο πίνακας αναπαριστά Ψαριανούς πρόσφυγες που θαλασσοπνίγονται στο Αιγαίο εν έτει 1824 ).

 

Τα λόγια είναι πάντα ίδια για τον ξένο που απειλεί τις συνήθειες και τη βολή μας. Και πολλές φορές αυτός ο ξένος ήταν Έλληνας.

Ας ακούσουμε αυτά που λέει η Γυναίκα της Ζάκυθος στις Μεσολογγίτισσες γυναίκες που βρέθηκαν στη Ζάκυνθο ως πρόσφυγες και κυνηγημένες από τους Τούρκους : « Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: “Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σας έμεινε. Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου; [...] Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήσετε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε; […] Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νάναι μια θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται. Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά”» ... Απόσπασμα από τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Διονύσιου Σολωμού, έργο ημιτελές που γράφτηκε μεταξύ 1826 και 1833

Ας διαβάσουμε όμως και το πώς έβλεπε ένας Αθηναίος νοικοκύρης τους Μικρασιάτες πρόσφυγες του ’22 : «Ας φαντασθούν ακόμα, όσοι θέλουν να συλλάβουν μια έννοια εκείνου του ανιστόρητου κατακλυσμού, ας φαντασθούν σκυλιά, πλήθος σκυλιά ριγμένα σ’ ένα ξεροπήγαδο. Με λύσσα, με ουρλιάσματα, με δόντια και με νύχια, το καθένα αγωνίζεται για να σπαράξη το άλλο, για να ζήση αυτό, να παρατείνη λίγες ώρες την άθλια ζωή του, με τις σάρκες του συντρόφου του, του αδερφού του.