Από το ανέκδοτο βιβλίο του Theo "Ανορθολογικαί Αποδράσεις"

 

Ω, τι θα κάναμε χωρίς τα βιβλιοπούλια; Έρχονται και φεύγουν ελεύθερα, σαν τις σκέψεις μας, σε έναν κόσμο γεμάτο μαύρα σύννεφα όξινης βροχής… Στο πέρασμά τους θροϊζουν οι κουρτίνες των βιβλιοπωλείων, των αναγνωστηρίων, οι επιφάνειες των φλιτζανιών του καφέ ριγούν ελαφρά και τα γυάλινα τραπεζάκια καθρεφτίζουν φευγαλέα τις ιπτάμενες φιγούρες τους. Οι άνθρωποι ανεβάζουν προς στιγμήν τα σκεφτικά τους βλέμματα προς τον ουρανό – θυμούνται λες τον τίτλο τους, άνω θρώσκουν…

Αλλά τα βιβλιοπούλια συνεχίζουν αδιάφορα τη θριαμβική τους πτήση, εκεί, στις υψηλές αλάνες, εκεί όπου η φθορά και η ρουτίνα των ανθρώπων είναι άγνωστες, εκεί όπου το φως και το σκοτάδι παίζουν χαρούμενο κρυφτό κάτω απ’τη σκέπη τ’ ουρανού…

 

 

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Theo "Ανορθολογικαί Αποδράσεις"

 

Το μάτι του θεατή είναι κόκκινο από την ένταση, αλλά όχι λόγω του φωτισμού ή της υποθέσεως του έργου. Έχει παρατηρηθεί ότι η μοναξιά δημιουργεί στρες, το οποίο τείνει να αυξάνει τη ροή αίματος στην περιοχή των οφθαλμών αιματώνοντας ιδιαίτερα το υαλώδες σώμα (ασπράδι). Αν πηγαίνοντας στα θερινά τα σινεμά παρατηρήσετε κάποιον μόνον του, ο οποίος έχει ένα ή και δύο κόκκινα μάτια, αυτή είναι η εξήγηση και καμία άλλη. Μην πάγει το μυαλό σας δηλαδή σε κριθαράκι (χαλαζία), επιπεφυκίτιδα, κλπ. ή ότι ο τύπος αυτός κλαίει ένεκα της υποθέσεως ή της σκηνοθεσίας του κινηματογραφικού έργου. Όχι. Τίποτε από αυτά. Ο άνθρωπος αυτός ενδέχεται να έχει ερεθισμένους οφθαλμούς ένεκα μοναξιάς α π ο κ λ ε ι σ τ ι κ ώ ς.

 

Σαν σήμερα, στις 18 Ιουνίουτου 2010, φεύγει από τη ζωή, σε ηλικία 88 ετών, ο Πορτογάλος συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος και δημοσιογράφος Ζοσέ Σαραμάγκου, που τιμήθηκε το 1998 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αφιερώνουμε το παρακάτω ποίημά του στους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού και, ειδικότερα, στο μέλλοντα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος βέβαια, αν δεν υπήρχε ο κρατισμός, η οικογενειοκρατία και το ρουσφετολογικό κράτος που καμώνεται πως καταγγέλλει, δεν ξέρουμε πού θα βρισκόταν σήμερα. Αν θα είχε δουλειά και αν θα πληρωνόταν με μισθό μεγαλύτερο του βασικού

 

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα,
ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός,
ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας,
ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος,
ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο,
ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο,
ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά.

Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων,
ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη,
παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων
σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό.
Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου…

Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε.

 

Κάμνων μπάνιο εις θάλασσαν Νισύρου ντάλα μεσημβρία μηνός Ιουλίου οραματίσθην, εν μέσω χαυνωτικής χαλαρότητος και νηνεμίας, απέραντον πέλαγος ζωής πλήρες τεράτων, ερωτημάτων, αγωνιών και τρικυμιών. Οραματίσθην με τρόμον εαυτόν κολυμβών εντός τοιαύτης θαλάσσης και ερρίγησα. Εξελθών αυτής επανήλθα εις την απτήν πραγματικότητα της αυγουστερής νήσου και με αγαλλίασιν εδέχθην τας πετσετούχας θωπείας της γυναικός μου λεγούσης “Βρε μπας κι αρρώστησες; Εσύ τρέμεις!”

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Theo "Ανορθολογικαί Αποδράσεις"

Οι παίκτες ενώνουν τμήματα του φεγγαριού, που τυχαία βρέθηκαν στην κατοχή τους, και σιγά-σιγά ολοκληρώνουν μία πανσέληνο που όντως φεγγοβολάει. Το παιχνίδι παίζεται με σβηστά φώτα και πανσέληνο. Μόλις ολοκληρωθεί η εντός του δωματίου πανσέληνος, πρέπει να πεταχτεί από ψηλά στο νερό. Εκεί θα παραμείνει και, λόγω της μνήμης του νερού, θα φέγγει ακόμα και τις σκοτεινές νύχτες.

Το παιχνίδι παίζεται με όσους παίκτες θέλετε. Δεν υπάρχει σκοπός, νικητής ή ηττημένος. Υπάρχει μόνο το παιχνίδι.

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Theo "Ανορθολογικαί Αποδράσεις"

 

Αργύρης Χιόνης (1943 - 2001)

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

EXCILED THINKER

Ουδέποτε υπήρξε η λεγόμενη “κανονικότητα” της καθημερινότητας.

Οι άνθρωποι πάντα σκάρωναν νοητικές κατασκευές που θα τους έκαναν τη ζωή ευκολότερη.

Πάντα συγκέντρωναν την προσοχή τους – προσπαθούσαν τουλάχιστον – στο εδώ και το τώρα, στο μικρόκοσμο της καθημερινότητας, φοβούμενοι το χάος μιας συνολικής χωροχρονικά θέασης της ζωής.

Ή μήπως...αντίστροφα; Ή μήπως ο γράφων πάντα συγκεντρωνόταν στη συνολική εικόνα της ζωής, φοβούμενος τον ...εγκλωβισμό στο μικρόκοσμο της καθημερινότητας;

Ποιός θα κρίνει τον κανόνα ή την εξαίρεση;