ganas

 

ποίημα του Μιχάλη Γκανά. Το αφηγείται ο Χάρης Κατσιμίχας με μουσική υπόκρουση το παραδοσιακό Ηπειρώτικο τραγούδι "πήγαινα το δρόμο, δρόμο". Για τους υπηρέτες του οποιουδήποτε καθήκοντος. Για τους πατεράδες μας. Αυτή η δεύτερη πατρίδα, όσο και να την περιφρονώ, πάντα θα βρίσκει τρόπο να μου θυμίζει πως υπάρχει μέσα μου. Μόνο αυτός ο τόπος έβγαλε τόση πονεμένη μουσική

 

Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια
Κάποιος περπάτησε μόνος
Δεν ξέρω πόσα λασπωμένα χιλιόμετρα
Κάποιος περπάτησε μόνος

Νύχτα και συννεφιά, χωρίς άστρα
Πήγαινε το δρόμο δρόμο

Ξημερώματα, μπήκε στα Γιάννενα
Στο πρώτο χάνι έφαγε και κοιμήθηκε τρία μερόνυχτα
Ξύπνησε απ’ το χιόνι που έπεφτε μαλακά
Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα
Και άκουγε τα κλαρίνα
Πότε θαμπά και πότε δίπλα του
Πότε θαμπά
Και πότε δίπλα του
Όπως τα ‘φερνε ο άνεμος

 

diafanakrina

 

τoυ ποιητή Κλέανδρου  Καρθαίου (1878-1955). Μελοποιήθηκε από τα «Διάφανα Κρίνα», ίσως το κατεξοχήν ποιητικό ελληνικό συγκρότημα  

 

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
Πεταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ' άφταστα θα ζητούμε;
Βάλτε να πιούμε

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει
Τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι
Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;
Βάλτε να πιούμε

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει
Ελάτε οι ταξιδιάρηδες να πιούμε συναγμένοι
Στο περιγιάλι το φαιδρό ας γλεντοτραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε

Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει
κι όποιος στ' αγκάθια περπατά μια μέρα δεν θ' αφήσει
τ' αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε
Βάλτε να πιούμε

Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει
πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει
σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε
Βάλτε να πιούμε

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα
Καπνοί 'ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα
καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε

Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη
μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη
μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε

Βάλτε να πιούμε

 

elyths

 

Σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου 1996, φεύγει από τη ζωή ο Οδυσσέας Ελύτης. Ως εκ τούτου, είναι διπλά επίκαιρο το παρακάτω απόσπασμα του μεγάλου ποιητή

Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός.

Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια. Με τους Γερμανούς δεν ήτανε φρόνιμο να παρασταίνουν το παλικάρι. Πριν φύγουν από το θάλαμο μού άνοιγαν τα τζάμια, μήπως και σπάσουν και με χτυπήσουν τα θραύσματα. Κι απόμενα έτσι ολομόναχος μέσα στον άδειο θάλαμο, που μου φαινότανε ξαφνικά ότι μεγάλωνε, γινότανε απέραντος, με τα ξέστρωτα κρεβάτια, τα κουβαριασμένα σεντόνια, τις εφημερίδες, τα σακίδια, μια σταματημένη απότομα ζωή, ένα είδος Πομπηίας του κλειστού χώρου, απ’ όπου αναδυόμουν και επέπλεα μετέωρος, βουτηγμένος μέσα σε μια παράξενη ηρεμία. Ώσπου σε λίγο άρχιζαν οι εκρήξεις, που ολοένα πλήθαιναν και πλησίαζαν.

Αυτό πια δεν ήταν πόλεμος, ήταν μια μονομαχία. Δεν υπήρχανε στρατεύματα, όπλα, υπηρεσίες, επιτελεία. Τίποτε. Μονάχα το αόρατο εκείνο τέρας που μπουμπούνιζε από ψηλά. Κι εγώ ασάλευτος, με την πληγιασμένη ράχη και το κομμάτι τ’ ουρανού απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο. Ένα αίσθημα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ όσο ήμουν τριγυρισμένος από τους στρατιώτες μου αναπηδούσε τώρα μέσα μου, πολλαπλασιαζότανε, με χίλιες φωνές μου έκρενε: «πρέπει, πρέπει, πρέπει να ζήσεις, να νικήσεις, να τα βγάλεις πέρα».

kami02

 

Η «Πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ, κυκλοφόρησε το 1947 και περιγράφει την αγωνία των κατοίκων μιας πόλης που προσβάλλεται από μια φονική επιδημία. Το έργο αυτό του Καμύ θεωρήθηκε ως μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και το ναζισμό. Με απόσπασμα, άλλωστε, από την «Πανούκλα» έκλεισε την αγόρευσή του στη δίκη της Χρυσής Αυγής ο συνήγορος του ΠΑΜΕ Θ. Θεοδωρόπουλος. Από μόνη της, όμως, η αγωνιώδης προσπάθεια των κατοίκων της πόλης, συγκλονίζει και δίνει την ευκαιρία στον Καμύ να μιλήσει για πράγματα που τον απασχολούν και που διατρέχουν όλο το έργο του. Για το πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ζωή, για το πόσο εύκολα μπορούν να ανατραπούν τα ανθρώπινα σχέδια όπως και για το αν υπάρχει κάποιο νόημα σε αυτή τη ζωή. Μια ζωή που φαίνεται τόσο παράλογη με δεδομένο το βέβαιο τέλος της. Μια ζωή στην οποία ο άνθρωπος γνωρίζει πως θα συναντήσει  πολλές δυστυχίες, αλλά παρόλα αυτά δεν παύει να κάνει φίλους, να ερωτεύεται, να δημιουργεί, να γελά, να ονειρεύεται και να ελπίζει

Μια άνοιξη της δεκαετίας του 1940, στο Οράν, μια παραλιακή πόλη της Αλγερίας που τότε ήταν γαλλική επαρχία, εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα μιας ασθένειας που όλοι θεωρούσαν πως είχε εκλείψει εδώ και αιώνες · της βουβωνικής πανώλης ή αλλιώς πανούκλας, του “Μαύρου θανάτου” όπως την αποκαλούσαν το Μεσαίωνα. Ο αριθμός των θανάτων μέρα με τη μέρα μεγάλωνε και η πόλη μπαίνει σε καραντίνα. Οι άνθρωποι της πόλης αποκλείονται από τον έξω κόσμο και ο καθένας από κει και πέρα αντιδρά με το δικό του τρόπο απέναντι την απομόνωση και τον φόβο του θανάτου.

prosfiges ape 0

Για τον όρο "Μετανάστες", ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ

 

Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα 'ναι, μα εξορία.
Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ' εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.

Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο

thermi

Με αφορμή την ασπίδα απανθρωπιάς που σχημάτισαν στη Θερμή Λέσβου δίποδα ανθρωπόμορφα σκουλήκια που ξεπήδησαν από την κακοφορμισμένη πληγή της ελληνικής κοινωνίας, θυμηθήκαμε ένα υπέροχο ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη

 

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες — μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφίνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ' τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

prosfyges evros 735x375

 

Μίλτου Σαχτούρη «Η Αποκριά»

 

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανέπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

 

έπεφτε χιόνι

γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο

εν δυο παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά.