Στην ιστοσελίδα  atexnos.gr  διαβάσαμε ένα κείμενο του Ηρακλή Κακαβάνη για ένα άγνωστο ποίημα του Κώστα Βάρναλη και το αναδημοσιεύουμε.

Το ποίημα «Το ΟΧΙ του λαού» είναι ένα από τα άγνωστα ποιήματα του Κώστα Βάρναλη που βρήκα στο αρχείο του ποιητή και δημοσίευσα στο βιβλίο μου «Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματα». Το ποίημα στο αρχείο είναι άτιτλο, εμπνευσμένο από το ΟΧΙ και τους αγώνες του λαού. Τον τίτλο τον έδωσε η επιμελήτρια του αρχείου Θεανώ Μιχαηλίδου. Όπως φαίνεται στη φωτογραφία που συνοδεύει την ανάρτηση στο κάτω μέρος του χειρογράφου υπάρχει η λέξη ΟΧΙ. Το πιθανότερο ότι είναι η ετυμηγορία του ποιητή για μη δημοσίευση του ποιήματος.

 

Το ΟΧΙ του λαού

 

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που λέει στους ξένους «όχι»
και που κρατάει κατάκορφα της λεφτεριάς τη λόχη
κι όντας οι λίγοι αφέντες του, που τον διαφεντεύγουν
τον παρατάν μεσοστρατίς και ασκώνονται και φεύγουν;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που στάθηκε λιοντάρι,
όντας του πέσανε μαζί δυο κολοσσοί κουρσάροι
κι από τα ξένα οι αφέντες του, αντί να τον βοηθήσουν,
τα φκιάνανε με τον Οχτρό για να ξαναγυρίσουν.

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που πάντα προδομένος
πολέμαγεν αβόηθητος, ξυπόλυτος, δεμένος
και θάμπωνε τον ουρανό, τη γη και τα πελάη
κι ο πιο μεγάλος φάνταζε μικρός σ’ αφτόνε πλάι;

Ποιος είναι κείνος ο λαός, που με καρδιά τσελίκι
πολέμαγε για λεφτεριά και πέθαινε για νίκη
μα τούχωναν μπαμπέσικα, τη μαχαιριά στην πλάτη
του ξένου η αρπάχτρα κάκητα, του ντόπιου η δόλια απάτη;

 

 

Το φετινό βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στον Αυστριακό συγγραφέα Πέτερ Χάντκε. Προσπερνάμε το θεσμό των βραβείων Νόμπελ που μας έδωσαν απλά την αφορμή και στεκόμαστε στο ποίημα. Στο πιο διάσημο ποίημα του Χάντκε, το «Τραγούδι της παιδικής ηλικίας» (Lied Vom Kindsein). Ένα ποίημα που έγραψε ο Χάντκε για την ταινία του Wim Wenders, "Τα φτερά του έρωτα" (Der Himmel über Berlin), της οποίας το σενάριο συνυπογράφει μαζί με τον Βέντερς

 

Όταν το παιδί ήταν παιδί
περπατούσε κουνώντας τα χέρια του,
ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,
το ποτάμι να είναι χείμαρρος,
και αυτή η λακκούβα με νερό να είναι η θάλασσα. 


Όταν το παιδί ήταν παιδί,
δεν ήξερε ότι ήταν παιδί,
όλα ήταν ένα μέρος της ψυχής,
και όλες οι ψυχές ήταν μία.

 

 

«Αφού η γη συγκεντρώθηκε με τον καιρό σε λιγοστούς, είτε με την βία είτε με την πονηριά, περνώντας από τα χέρια των πατεράδων στα χέρια των παιδιών, απόχτησε σε μια-δυο γενιές νομιμότητα και κάποια ιερότητα. Ήταν η ιδιοκτησία. Κανένας δε θυμόταν, πως ήταν κλεμμένη. Έτσι οι πιο δυνατοί κι οι πιο κατεργαρέοι γενήκανε οι αφεντάδες της γης κι οι αφεντάδες του λαού.  Μα ποιος ήταν ο λαός;  Όσοι, είτε από αδυναμία, είτε από κουταμάρα, δεν προλάβανε ν' αρπάξουν τίποτα ή ό,τι αρπάξανε, τους το πήραν έπειτα οι δυνατοί...»

 

Ο Βάρναλης έγραψε για να υπερασπιστεί τα δίκια του λαού. Ένα λαό, όμως, που ούτε τον χάιδεψε, ούτε τον θεώρησε άμοιρο των ευθυνών του για την κατάστασή στην οποία βρισκόταν. Αντιθέτως, τον κατηγόρησε για τη μοιρολατρία και την παθητικότητά του. Στο «Λαό των Μουνούχων», των ευνουχισμένων δηλαδή, που κυκλοφόρησε το 1923 στην Αλεξάνδρεια, ο Βάρναλης μιλάει με αλληγορία για τη γέννηση του αστικού κράτους και την πάλη των τάξεων

«...Την άλλη μέρα οι Μουνούχοι ξύπνησαν αργά. Από μοχθηροί κι άπραγοι, που ήταν, ξύπνησαν κλέφτες και πατριώτες. 

H ιδέα πως μπορούσε να πεθάνουν ξαφνικά, σε ώρα απροσδιόριστη από πρωτύτερα, τους έκανε να προσκολληθούν με λύσσα στα υλικά αγαθά και να ζητάνε να τα χαρούν όσο το δυνατό περισσότερο. Από στιγμή σε στιγμή ο θάνατος μπορούσε να κρούσει τη θύρα τους. Πώς ν' αφήσουν αυτά τ' άπειρα δώρα, τ' αξετίμητα δώρα της ζωής, πρώτου προφτάσουν να τα περάσουν όλα, ή τουλάχιστο τα περισσότερα, από μέσα τους; 

Ρίχτηκαν λοιπόν αμέσως στ' άρπαγμα της Γης. Τη μαντρώνανε γρήγορα-γρήγορα με πέτρες, με πλιθιές, με παλιούρια και δήλωνε καθένας, πως αυτό το μέρος είναι «δικό του». Στην αρχή, έλεγες, θα σκοτωθούν. Τόσο πολλή ήτανε η βιασύνη, που βουτούσαν τα λιβάδια και τους δεντρότοπους. Αρματωμένοι καθότανε απάνω και ξαγρυπνούσαν μερόνυχτα για τη φύλαξη τους. Μια και σε λίγες μέρες μοιράστηκαν όλη τη γη, έλεγες, πως τώρα θα ησυχάσουν και θα ευτυχήσουν. 

 

 

Γκιάκ είναι το αίμα, ο συγγενικός δεσμός και ο νόμος του αίματος. Οι ήρωες των εννέα διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου είναι άνθρωποι που διηγούνται σε πρώτο πρόσωπο τις ιστορίες τους, τα όσα έζησαν εμπλεκόμενοι σα φαντάροι στη μικρασιατική εκστρατεία, το βαλκανικό πόλεμο ή και τη ζωή που ακολούθησε, συνήθως στην ξενιτιά. Η απλότητα της διήγησης του αγράμματων ανθρώπων για τα βιώματα αίματος που έζησαν, για τις σφαγές ανθρώπων που είδαν και πήραν μέρος οι ίδιοι, για το πώς συνηθίζεις να σκοτώνεις και να μη νοιώθεις ίχνος τύψης και οίκτου, για το φονιά που κρύβει ο καθένας μέσα του και τον πόλεμο που τον βγάζει στην επιφάνεια και του δίνει αξία, με αυτά και πολλά άλλα δυσάρεστα και ενοχλητικά σε καθηλώνει –μαστιγώνει ο συγγραφέας, μεταφέροντάς σε στον τότε χώρο και χρόνο.

Και το προφανές συμπέρασμα: Ότι δεν είμαστε εμείς, οι έλληνες οι καλοί και πάντα αδικημένοι και όλοι οι άλλοι, οι αντίπαλοι (τούρκοι, βούλγαροι, κλπ.) οι κακοί, οι αδικητές, οι διώκτες και σφαγείς μας.

Απόσπασμα από το διήγημα «Νόκερ»:

 

AtticaVoice Publications

....Ξεκινήσαμε και η διαδρομή με είχε συναρπάσει. Στην πλάτη μας απλωνόταν ένα πυκνό πευκοδάσος, σημάδι φτωχότερων εδαφών που όμως γειτόνευαν με έναν κάμπο πολύ μεγάλο που δεν φαινόταν το τέλος του προς τα νοτιοανατολικά. Υπέθεσα πως θα ήταν ο κάμπος των Σπάτων και δεν θα θέλαμε και πολύ περπάτημα για να δω στα βόρεια και ανατολικά μας το Έτος, το τοπόσημο του Πικερμιού. Πράγματι έτσι έγινε και με έπιασε μία χαρά μεγάλη που αντίκρυζα γνώριμα μέρη, έστω και αν θύμιζαν ελάχιστα τον τόπο που ήξερα και ζούσα.

-Εδώ, ότι βλέπεις  ήταν παλιά τα κτήματα των Πικέρμηδων. Σήμερα ο αφέντης της περιοχής είναι ο Χατζή Αλής, ο Χασεκής. Ο αφέντης της Αθήνας. Αυτός κάνει κουμάντο γιατί αυτόν όρισε ο Σουλτάνος, ή η γυναίκα του. Κανείς δεν ξέρει αλλά και δεν χρειάζεται να μάθει. Αυτά είναι επικίνδυνα πράματα.

-Και τι άνθρωπος είναι ο Χασεκής; Έρχεται καθόλου από εδώ; Τον ξέρετε;

-Δεν τον ξέρουμε αλλά καλύτερα, γιατί λένε πως είναι πολύ σκληρός και κακός άνθρωπος, Δεν ξέρουμε αν είναι και άνθρωπος δηλαδή. Να, πριν λίγες μέρες πέρασε από εδώ με τα γαϊδούρια του και τον γιό του τον Παναγή, 7 χρονών παιδί, ένας Αθηναίος, ο Δημητρός ο Σκουζές, διωγμένος από τον Χασεκή και τράβαγε για την Χαλκίδα για να γλιτώσει το κεφάλι του. Δύσκολα σου λέω. Πολύ δύσκολα.

-Και αυτός ο Πικέρνης; Τι έγινε;

(απόσπασμα από το διήγημα)


 Από τις εκδόσεις της Attica Voice (Attica Voice Publications) ένα διήγημα για τα προεπαναστατικά χρόνια στην ανατολική Αττική και πιο συγκεκριμένα την περίοδο που Χασεκής της Αθήνας ήταν ο Χατζή Αλής, ο σκληρός νομέας του τόπου,που ανάγκασε τα 3/5 σχεδόν των Αθηναιων να εγκαταλείψουν την πόλη. (Σκουζές Π. - με προλεγόμενα Γ. Τερτσέτη. επιμέλεια Γ. Βαλέτα, εκδοση Κολωλού 1948)

 


Ergolavikon

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Theo "Ανορθολογικαί Αποδράσεις"

 

ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ: Συνελήφθη εργολάβος – σαμποτέρ του κυβερνητικού έργου οδοποιίας, ο οποίος τους τελευταίους 4 μήνες, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος, προέβαινε σε παράνομες καθημερινές ενέργειες, που αποσκοπούσαν στη δυσφήμιση του κυβερνητικού έργου διάνοιξης και συντήρησης οδικών αρτηριών. Ο συγκεκριμένος εργολάβος κατά τη διάρκεια της νύχτας έσπερνε τη φρεσκοστρωμένη άσφαλτο με φορητές τρύπες που μετέφερε με τον στόλο των οχημάτων του σε διάφορα σημεία των νέων οδών. Η πληροφορία προήλθε από οδηγούς, αποφοίτους νυχτερινών κέντρων, οι οποίοι τον ακολούθησαν με κίνδυνο της ζωής τους, κάνοντας σλάλομ για να αποφύγουν τις τρύπες και έδωσαν τα στοιχεία του ενός φορτηγού τηλεφωνικώς στην τροχαία. Από κει και πέρα η σύλληψη του εργολάβου ήταν θέμα χρόνου. “It was a piece of cake for us!” δήλωσε ο διευθυντής της τροχαίας Αττικής στο CNN.

Από το ανέκδοτο βιβλίο του Theo "Ανορθολογικαί Αποδράσεις"

 

Ω, τι θα κάναμε χωρίς τα βιβλιοπούλια; Έρχονται και φεύγουν ελεύθερα, σαν τις σκέψεις μας, σε έναν κόσμο γεμάτο μαύρα σύννεφα όξινης βροχής… Στο πέρασμά τους θροϊζουν οι κουρτίνες των βιβλιοπωλείων, των αναγνωστηρίων, οι επιφάνειες των φλιτζανιών του καφέ ριγούν ελαφρά και τα γυάλινα τραπεζάκια καθρεφτίζουν φευγαλέα τις ιπτάμενες φιγούρες τους. Οι άνθρωποι ανεβάζουν προς στιγμήν τα σκεφτικά τους βλέμματα προς τον ουρανό – θυμούνται λες τον τίτλο τους, άνω θρώσκουν…

Αλλά τα βιβλιοπούλια συνεχίζουν αδιάφορα τη θριαμβική τους πτήση, εκεί, στις υψηλές αλάνες, εκεί όπου η φθορά και η ρουτίνα των ανθρώπων είναι άγνωστες, εκεί όπου το φως και το σκοτάδι παίζουν χαρούμενο κρυφτό κάτω απ’τη σκέπη τ’ ουρανού…