Εκτύπωση αυτής της σελίδας

"Το τζάμπα πέθανε". Ο κυνισμός ως εργαλείο επιβολής Κύριο

Η παραπάνω φωτογραφία αναρτήθηκε στα social media από τη βουλευτή της ΝΔ, Χριστίνα Αλεξοπούλου. Είναι μια φωτογραφία με εμφανή τα σημειολογικά στοιχεία που θέλει να στείλει στον αποδέκτη. Μια εικόνα της Παναγίας και η Βουλή στο βάθος. Η πολιτική και η θρησκευτική εξουσία μαζί. Όπως στο Βυζάντιο που ο αυτοκράτορας κυβερνούσε, λέει, ελέω Θεού. «Είμαι εξουσία», φωνάζει η φωτογραφία

Η Χριστίνα Αλεξοπούλου έγινε ευρέως γνωστή το Σαββατοκύριακο με την περίφημη φράση “το τζάμπα πέθανε”, μιμούμενη έμπορο που αντιστέκεται στα παζάρια

Η απάντηση αυτή αναφερόταν στους εκπαιδευτικούς με αφορμή ερώτηση του δημοσιογράφου Τάκη Χατζή για το εάν ένας εκπαιδευτικός που διορίζεται μακριά από τον τόπο διαμονής του μπορεί να ζήσει με 800 ευρώ το μήνα και ταυτόχρονα να πληρώνει και το απαιτούμενο ενοίκιο

 

 

Η Χριστίνα Αλεξοπούλου προφανώς δεν μπορεί να ζήσει με 800 ευρώ. Γι αυτό αμείβεται εξάλλου με μερικά χιλιάρικα τουλάχιστον το μήνα. Ας όψονται βέβαια αυτοί που την ψήφισαν – που είναι βέβαιο πως οι περισσότεροι από αυτούς προσπαθούν να επιβιώσουν με 800 ευρώ

Η απάντησή της Αλεξοπούλου πάντως, εκτός από κυνισμό και έλλειψη ενσυναίσθησης για μια κατηγορία εργαζομένων που έχουν καταντήσει χαμάληδες ενός συστήματος που δεν τους υπολογίζει καθόλου, δείχνει και το πώς αυτή η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τη δημόσια παιδεία.

Μια δημόσια παιδεία που διαρκώς υποβιβάζεται υποχρηματοδοτούμενη και υποστελεχωμένη. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δημόσια Λύκεια – και στην Αττική, όχι μόνο στην επαρχία – που λειτουργούν με κενά και ελλείψεις καθηγητών σε βασικά μαθήματα – σε μαθήματα δηλαδή που θα εξεταστούν τα παιδιά το καλοκαίρι με Τράπεζα Θεμάτων ή με Πανελλήνιες Εξετάσεις

Ας αφήσουμε όμως το θέμα της δημόσιας Παιδείας αυτό καθ’εαυτό και ας μιλήσουμε για τον απίστευτο κυνισμό που επιδεικνύουν τα μέλη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, προεξάρχοντος του Άδωνι Γεωργιάδη. Γιατί το κάνουν; Είναι μόνο έλλειψη ενσυναίσθησης; Ή μήπως είναι εργαλείο και επίδειξη δύναμης;

Απάντηση σε αυτό το ερώτημα προσπαθεί να βρει η Φωτεινή Λαμπρίδη σε άρθρο που δημοσίευσε το tvxs και αναδημοσιεύουμε κι εμείς

-----------------------------------------

Την φράση «το τζάμπα πέθανε», ακούσαμε από τη βουλεύτρια της ΝΔ Χριστίνα Αλεξοπούλου στο Mega, ως απάντηση στο πώς μπορούν να επιβιώσουν εκπαιδευτικοί με μισθούς 800 ευρώ εν μέσω στεγαστικής και διατροφικής ακρίβειας.

Υπενθυμίζεται ότι σε ανάρτησή της στο twitter το 2019, η κ. Αλεξοπούλου είχε αναδημοσιεύσει άρθρο της εκκλησιαστικής ιστοσελίδας romfea.gr σχετικά με την «προστασία του αγέννητου παιδιού», παίρνοντας ξεκάθαρη θέση κατά των αμβλώσεων.

Στα λεγόμενά της χθες, οι δημοσιογράφοι πάγωσαν, σταυροκοπήθηκαν, οι τηλεθεατές μουδιάσαμε, ωστόσο δεν ήταν η πρώτη φορά που στέλεχος της ΝΔ γίνεται προσβλητικό απέναντι στους πολίτες εκφράζοντας άκρως κυνικό λόγο. Μήπως τελικά δεν πρόκειται για «άστοχες στιγμές» αλλά για ενσυνείδητη πολιτική επιλογή;

Τα τελευταία χρόνια, στελέχη της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζονται όλο και συχνότερα να απαντούν σε κοινωνικά αδιέξοδα με φράσεις που σοκάρουν όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αλλά για την ψυχρότητα με την οποία εκφέρονται. Από το  «αν ο κ. Καραμανλής έλεγε ότι υπάρχει θέμα ασφάλειας στα τρένα, δεν θα έμπαινε κανείς» του Άδωνι Γεωργιάδη μέχρι τα όσα ακούστηκαν πρόσφατα στην εξεταστική για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ ο λόγος της εξουσίας στη χώρα μετατοπίζεται από τη διαχείριση προβλημάτων στη σχεδόν επιδεικτική αδιαφορία για αυτά.

Πεινάτε. Ε, και; Κατηγορούμαστε για διαπλοκή και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Ε, και; Κατηγορούμαστε πως κλονίζουμε το κράτος δικαίου ελέγχοντας της Δικαιοσύνη. Ε, και; Στο τέλος της ημέρας, όπως θα πει η κυβερνητική προπαγάνδα, ο Μητσοτάκης θα εγγυηθεί τη σταθερότητα.

Η κυβέρνηση αυτή έχει ωφελήσει το κεφάλαιο όσο καμία άλλη στη μεταπολιτευτική περίοδο. Φορολογικές ελαφρύνσεις για μεγάλες επιχειρήσεις, απορρύθμιση της εργασίας, αποδυνάμωση συλλογικών συμβάσεων, εκτόξευση της επισφαλούς απασχόλησης, δημόσιο χρήμα σε λίγους και ισχυρούς, παντελής απονεύρωση ελεγκτικών μηχανισμών. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, η στέγη γίνεται απρόσιτη, η καθημερινότητα για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ασφυκτική.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κυνισμός δεν είναι ένα λάθος. Λειτουργεί ως εργαλείο. Ένα εργαλείο που επιδιώκει να μετατοπίσει το πρόβλημα από τη δομή στην ατομική ευθύνη. Αν δεν βγαίνεις με 800 ευρώ, φταις εσύ. Τι θέλεις να σου δώσουμε τσάμπα σπίτι; Αν δεν βρίσκεις σπίτι, δεν προσπάθησες αρκετά. Αν εξαντλείσαι, «έτσι είναι η ζωή δύσκολη». Ο κυνικός λόγος απονομιμοποιεί το κοινωνικό αίτημα πριν καν διατυπωθεί πλήρως.

Ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα σοκ. Ένα σοκ που παραλύει, προκαλεί τα μουδιάσματα που προανέφερα. Όταν η εξουσία μιλά χωρίς κανένα ίχνος ενσυναίσθησης, σπάει ένα άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο: ότι, έστω και προσχηματικά, θα προσποιηθεί πως μας κατανοεί, μας ακούει, έχει ευθύνη να μας φροντίσει.

Αυτό το σπάσιμο του συμβολαίου δεν είναι τυχαίο όπως δεν είναι και η τυχαία η επιθετικότητα στελεχών στα ΜΜΕ (δείτε Βούλτεψη και Γεωργιάδη), σε συνθήκες που προστάζουν τουλάχιστον ταπεινότητα από την πλευρά της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση έχει κάνει την επιλογή της επίδειξης ισχύος «μπορούμε να το πούμε έτσι, και δεν θα μας συμβεί τίποτα»;

Το ερώτημα είναι αν ο κυνισμός είναι συνειδητή στρατηγική ή αποτέλεσμα αποθράσυνσης εξαιτίας της απόστασης της κυβέρνησης από την κοινωνία και της πεποίθησης πως τα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούν νυχθημερόν θα διασφαλίσουν την ισχύ τους.

Η απάντηση ίσως βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία, πρόκειται για μια εξουσία που αισθάνεται ισχυρή, πολιτικά θωρακισμένη, με θεσμούς, ΜΜΕ και οικονομικά συμφέροντα σε ευθυγράμμιση. Από την άλλη, ο κυνισμός λειτουργεί και πειθαρχικά όμως.

Δηλαδή εκπαιδεύει την κοινωνία στη χαμηλή προσδοκία, στην αποδοχή του «there is no alternative» (δεν υπάρχει εναλλακτική λύση). Εδώ οι ευθύνες της αντιπολίτευσης για την αποθράσυνση της κυβέρνησης είναι μεγάλες.

Το πυρ που ανοίγουν τα κυβερνητικά στελέχη κάθε φορά επιστρατεύοντας τον κυνισμό, φαίνεται να προσανατολίζεται σε μία κοινωνική – επαγγελματική ομάδα, ενώ στην πραγματικότητα είναι απέναντι σε όλη την κοινωνία.

Η κ. Αλεξοπούλου, με το «το τζάμπα πέθανε», δεν απευθύνεται μόνο στους εκπαιδευτικούς. Απευθύνεται σε όλους: εργαζόμενους – ες, νέους ες, άνεργους. Τους λέει ότι η εποχή των δικαιωμάτων έχει τελειώσει και ότι όποιος δεν αντέχει, περισσεύει. Είναι μια ωμή ταξική δήλωση, ειπωμένη χωρίς φόβο, σχεδόν με περηφάνια.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τέτοιες δηλώσεις προσβάλλουν. Προφανώς και προσβάλλουν. Το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουν να περνούν ως «ατυχείς εκφράσεις» ή αν θα αναγνωριστούν ως αυτό που είναι: η κανονικοποίηση ενός λόγου που νομιμοποιεί την κοινωνική βία. Γιατί όταν η εξουσία μιλά κυνικά, δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Την διαμορφώνει.

Και τότε, το «το τζάμπα πέθανε» παύει να είναι απλά μια προειδοποίηση. Γίνεται πολιτική.  Γίνεται επίθεση προς όλες και όλους. Ας μην ξεχνάμε όμως, πως οι μεγαλύτερες ασκήσεις κυνισμού έγιναν πάνω στις ζωές των προσφύγων. Όταν ο σημερινός υπουργός μετανάστευσης έλεγε πως «χωρίς νεκρούς δεν μπορούμε να έχουμε επιτυχημένη φύλαξη συνόρων», όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός παραδεχόταν τα θανατηφόρα pushbacks στο CNN. Κάποτε θα ερχόταν και η σειρά μας να ακούσουμε πως αν δεν μπορούμε να ζήσουμε με 800 ευρώ, είναι πρόβλημα μας γιατί «το τζάμπα πέθανε».

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 02 Φεβρουαρίου 2026 13:11