Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Αναθεώρηση του Συντάγματος: Το τέλος του μεταπολιτευτικού Συντάγματος και η νέα θεσμική πραγματικότητα Κύριο

της Μαρίας Νάτση

 

Το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα είναι τέκνο της βαθιά πληγωμένης Μεταπολίτευσης· μιας εποχής που, παρότι έφερε ακόμη τα σημάδια της δικτατορίας και του διχασμού, κατόρθωσε να γεννήσει έναν θεσμικό κορμό υγιή, δυνατό και ανθεκτικό στον χρόνο.

«Με τη σημερινή υπογραφή του Συντάγματος αποκαθίσταται επί βάσεων υγιών η δημοκρατία που τόσο δοκιμάστηκε στο παρελθόν», διακήρυξε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Υπό τη σταθερή καθοδήγησή του, οι πρωτεργάτες Κωνσταντίνος Τσάτσος και Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου διαμόρφωσαν τα 120 άρθρα του νέου καταστατικού χάρτη, πολλά από τα οποία υπήρξαν τολμηρά και πρωτοποριακά για την εποχή τους. Στο ίδιο πνεύμα εντάχθηκε και η ριζοσπαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ο Καραμανλής, υπό την καθοδήγηση αλλά και την πίεση του Κ. Τσάτσου, με υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων τον Γ. Ράλλη, και με τον καταλυτικό συμβουλευτικό ρόλο του Ε. Παπανούτσου, προχώρησε σε βαθιές τομές. Η μεταρρύθμιση αυτή στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στις εισηγήσεις που είχε καταθέσει ο Παπανούτσος το 1964 και οι οποίες δεν είχαν προλάβει να υλοποιηθούν λόγω της αποστασίας.

Ο Καραμανλής δήλωσε " έχει λεχθεί σωστά ότι Δημοκρατία χωρίς παιδεία είναι Υποκρισία χωρίς όρια, αλλά είναι εξίσου σωστό ότι Παιδεία χωρίς Δημοκρατία, είναι εμπαιγμός" .

Έτσι, παρά τις έντονες αντιδράσεις μεγάλου μέρους του κόμματός του και ιδίως της δεξιάς πτέρυγας, εισήχθη η δημοτική γλώσσα και κατοχυρώθηκε ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της Παιδείας. Το άρθρο 16 του Συντάγματος συνδέθηκε άρρηκτα με τη θωράκιση της δημοκρατίας μετά τη δικτατορία, την αποφυγή ιδιωτικών «ελεγχόμενων» πανεπιστημίων και τη διασφάλιση της ισότητας στην πρόσβαση. Αποτέλεσε θεσμική δήλωση για το μοντέλο κοινωνικού κράτους που υιοθέτησε η Μεταπολίτευση και, για πολλούς, συνιστά διαχρονικό κοινωνικό κεκτημένο. Αυτός ο καρπός συλλογικής προσπάθειας επιχειρήθηκε στο παρελθόν να τροποποιηθεί, χωρίς επιτυχία. Σήμερα, ωστόσο, τίθεται εκ νέου στο επίκεντρο της αναθεωρητικής συζήτησης, καθώς έχει δοθεί το πράσινο φως για τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, διαμορφώνοντας μια νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα που, κατά πολλούς, επιβλήθηκε προτού καν ολοκληρωθεί η θεσμική της κατοχύρωση. Είναι βέβαιο ότι, πενήντα ένα χρόνια μετά, το εκπαιδευτικό τοπίο έχει μεταβληθεί ριζικά. Η τηλεκπαίδευση, τα πτυχία ξένων πανεπιστημίων, το ανοικτό πανεπιστήμιο, η εδραιωμένη παραπαιδεία, τα ιδιωτικά σχολεία και, πολύ σύντομα, η τεχνητή νοημοσύνη, διεκδικούν τον χώρο τους. Δεν μπορούμε να πορευόμαστε σε αυτό το νέο περιβάλλον με έναν παλιό χάρτη· όμως δεν μπορούμε και να χάσουμε τον προσανατολισμό μας. Και αυτός δεν είναι άλλος από μια ισχυρή και υγιή Δημόσια Παιδεία.

Λέγεται ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε σχεδόν εμμονή με το Σύνταγμα. Στο παρελθόν είχε εισηγηθεί μια πρόταση αναθεώρησης, την οποία ονόμασε «βαθιά τομή», χωρίς όμως να υλοποιηθεί τότε. Πολλές από τις ιδέες του ενσωματώθηκαν τελικά στον νέο καταστατικό χάρτη της χώρας, ο οποίος προέβλεπε αυξημένες αρμοδιότητες για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας — αρμοδιότητες που από αρκετούς χαρακτηρίστηκαν υπερεξουσίες. Ο Πρόεδρος μπορούσε, μεταξύ άλλων, να διαλύει τη Βουλή και να προκηρύσσει εκλογές όταν η κυβερνητική πολιτική δεν ανταποκρινόταν στη λαϊκή βούληση ή όταν έκρινε ότι η κυβέρνηση κινδύνευε να οδηγηθεί σε αυθαιρεσία και εκτροπή. Αν ωστόσο, ο λαός επιβεβαίωνε με την ψήφο του την εμπιστοσύνη του προς τον Πρωθυπουργό, ο Πρόεδρος όφειλε να παραιτηθεί. Επιπλέον, μπορούσε σε έκτακτες περιστάσεις να συγκαλεί το Υπουργικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του και να προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα. Η εκλογή του Προέδρου απαιτούσε ευρεία συναίνεση και όχι απλώς κυβερνητική πλειοψηφία. Η αντιπολίτευση αντέδρασε σφοδρά στις εξουσίες του Προέδρου και τελικά αποχώρησε από την ψηφοφορία. Ο Νίκος Αλιβιζάτος-Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου- εξηγεί ότι η αντίδραση εκείνης της περιόδου ήταν έντονα επηρεασμένη από την εμπειρία των βασιλικών παρεμβάσεων και δεν επέτρεψε την αναζήτηση μιας μέσης λύσης: «Κοντολογίς, ιδωμένη εκ των υστέρων, η αντιμετώπιση του Προέδρου της Δημοκρατίας από την τότε αντιπολίτευση ως ενός “εκκολαπτόμενου Γλυξβούργου” θα μπορούσε ίσως συναισθηματικά να εξηγηθεί, ιστορικά όμως ήταν αδικαιολόγητη».

Παρά τις σκέψεις ορισμένων ότι οι αυξημένες αρμοδιότητες στόχευαν στο να προετοιμάσουν τον ίδιο τον Καραμανλή για τη θέση του Προέδρου, ο ίδιος υποστήριζε πως δεν επρόκειτο για υπερεξουσίες αλλά για αναγκαίες δικλείδες ασφαλείας απέναντι σε κάθε ενδεχόμενη κυβερνητική αυθαιρεσία ή εκτροπή. Ελεγε συγκεκριμενα "ας αποφασίσει ο λαός". Ο αντίλογος, βεβαίως, υποστηρίζει ότι οι αυξημένες εξουσίες του Προέδρου λειτουργούσαν ως παράγοντας πολιτικής αστάθειας, καθώς μπορούσαν να οδηγήσουν σε προκήρυξη εκλογών σε κρίσιμες στιγμές, ενώ —κατά την άποψη ορισμένων— σε κάποιες περιπτώσεις έγινε καταχρηστική επίκλησή τους. Το 1986, επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου, πραγματοποιήθηκε η πιο κρίσιμη τροποποίηση, η οποία περιόρισε σημαντικά τις εξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας και ενίσχυσε τον πρωθυπουργοκεντρικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Κρίνοντας εκ των υστέρων, ίσως δικαιώσουμε -παρά τις όποιες αστοχίες—-την αρχική επιλογή του Κ. Καραμανλή. Διότι σήμερα βλέπουμε τη δημοκρατία να λειτουργεί μέσα σε ένα έντονα συγκεντρωτικό πλαίσιο, με αυστηρό πρωθυπουργοκεντρικό έλεγχο. Όταν η εξουσία δεν ελέγχεται επαρκώς, όταν δεν λογοδοτεί ουσιαστικά, όταν τα λάθη δεν αναχαιτίζονται και οι αποφάσεις δεν ανατρέπονται, τότε η θεσμική ισορροπία αποδυναμώνεται. Είναι, επομένως, αδήριτη ανάγκη η επαναδημιουργία ισχυρών μηχανισμών ελέγχου — είτε μέσω της ουσιαστικής αξιοποίησης των ήδη υπαρχόντων θεσμών, όπως εκείνου του Προέδρου της Δημοκρατίας, είτε ακόμη και με τη δημιουργία νέων θεσμικών οργάνων εποπτείας του κυβερνητικού έργου. Όσο πιο συγκεντρωτική γίνεται η εξουσία, τόσο πιο εύθραυστη καθίσταται η δημοκρατία.

Η τρέχουσα αναθεώρηση αγγίζει και το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το οποίο ο Νίκος Αλιβιζάτος  έχει χαρακτηρίσει «ανήθικο προνόμιο». Ενώ αποτελούμε όπως είπε μια "δακτυλοδεικτούμενη εξαίρεση", καθώς "σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν εξαρτάται η κίνηση της διαδικασίας άρσης ασυλίας αποκλειστικά από τη Βουλή ." Στην πράξη, η άρση της βουλευτικής ασυλίας εξαρτάται από την κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία συχνά εμφανίζεται να «διυλίζει τον κώνωπα και να καταπίνει την κάμηλον»: να προστατεύει βουλευτές της από σοβαρές κατηγορίες, ακόμη και κακουργηματικού χαρακτήρα, και ταυτόχρονα να συναινεί στην άρση ασυλίας βουλευτών της αντιπολίτευσης για επουσιώδεις λόγους. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούνται διαφορετικά μοντέλα. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η Δικαιοσύνη ενεργεί χωρίς την προϋπόθεση κοινοβουλευτικής έγκρισης, ενώ στη Γαλλία εφαρμόζεται μικτό σύστημα, το οποίο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Ολομέλεια της Βουλής. Η σύγκριση δεν αναδεικνύει απλώς μια θεσμική ιδιομορφία, αλλά ένα ζήτημα δημοκρατικής αξιοπιστίας.

Προς αναθεώρηση τίθεται και το άρθρο 103 του Συντάγματος της Ελλάδας, που κατοχυρώνει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Η κατάργηση της μονιμότητας φαντάζει, εκ πρώτης όψεως, εύλογη μεταρρύθμιση, καθώς υπόσχεται ενίσχυση της αξιοκρατίας, μείωση φαινομένων αδράνειας και βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων υπηρεσιών. Όλα αυτά, όμως, θα μπορούσαν να ισχύσουν σε μια κοινωνία που λειτουργεί με σταθερούς αξιοκρατικούς όρους. Στη δική μας πραγματικότητα, όπου η ανατολίτικη λέξη ρουσφέτι εξακολουθεί να ευδοκιμεί και η πολιτική αυθαιρεσία να βρίσκει πρόσφορο έδαφος, το πιθανότερο σενάριο είναι διαφορετικό: η μη μονιμότητα να μετατραπεί σε εργαλείο πίεσης συνδικαλιστών, σε μέσο φίμωσης εργαζομένων που εκφράζουν δημόσια αντίλογο ή καταγγέλλουν αυθαιρεσίες, σε μηχανισμό θήρευσης ψήφων ή ακόμη και σε έμμεσο εκβιασμό δημοσίων υπαλλήλων ώστε να προβούν σε μη σύννομες πράξεις και αποφάσεις. Παράλληλα, δημιουργείται ένα περιβάλλον αποτρεπτικό για ικανά και ανεξάρτητα στελέχη. Στη χρόνια υποστελέχωση και στις χαμηλές αμοιβές προστίθεται πλέον και η θεσμική ανασφάλεια. Το άρθρο 103 της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων δεν κατοχυρώνει ένα ατομικό προνόμιο· κατοχυρώνει την πολιτική ουδετερότητα και τη σταθερότητα της δημόσιας διοίκησης.

Το Σύνταγμα του 1975, αποτέλεσε το σταθερό θεμέλιο της μακροβιότερης περιόδου δημοκρατικής ομαλότητας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, επιδεικνύοντας αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε μεταβατικές και δύσκολες πολιτικές περιόδους. Το Σύνταγμα, όμως, δεν είναι στατικό. Η αναθεώρησή του, σύμφωνα με τον Ευάγγελο Βενιζέλο, «δεν είναι πράξη πολιτικής συγκυρίας αλλά διαδικασία θεσμικής εγγύησης και συνέχειας του κράτους». Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων, καθώς —όπως αναφέρει ο Κ.Τσάτσος— «το Σύνταγμα είναι η οργανωμένη έκφραση των θεμελιωδών αξιών της πολιτείας» και χωρίς σεβασμό στους θεσμούς «η ελευθερία μετατρέπεται σε αυθαιρεσία και η εξουσία σε γυμνή δύναμη». Ο Αριστόβουλος Μάνεσης, διακεκριμένος καθηγητής συνταγματικού δικαίου, αναφέρει ότι η δύναμη του Συντάγματος είναι '' η εγγύηση της ελευθερίας αλλά και «μέτρο της πολιτικής και όριο της εξουσίας''. Η συγκεκριμένη αναθεώρηση αποτελεί έναν κρίσιμο σταθμό για τη Δημοκρατία. Είναι πράξη υψίστης πολιτικής σημασίας που απαιτεί ευρεία κοινωνική συναίνεση και ουσιαστική συμμετοχή. Κάθε αναθεώρηση δεν μεταβάλλει απλώς διατάξεις· μετατοπίζει ισορροπίες, αναδιατάσσει σχέσεις εξουσίας και επανακαθορίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα του πολιτεύματος. Σήμερα, πενήντα ένα χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν χρειάζεται αναθεώρηση, αλλά προς ποια κατεύθυνση. Προς περισσότερη λογοδοσία ή προς μεγαλύτερη συγκέντρωση; Προς ενίσχυση των αντιβάρων ή προς περαιτέρω αποδυνάμωσή τους;

Ο Α. Μάνεσης είχε προειδοποιήσει εγκαίρως: «Το Σύνταγμα δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων». Διότι δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση, ούτε σε κάποια συγκυριακή πλειοψηφία αλλά στη δημοκρατική συνέχεια του τόπου. Και αν πράγματι βρισκόμαστε στο τέλος του μεταπολιτευτικού συνταγματικού κύκλου, τότε το ερώτημα δεν είναι απλώς τι αλλάζουμε. Το ερώτημα είναι τι παραδίδουμε στην επόμενη εποχή: ένα Σύνταγμα λιγότερο ή βαθύτερα δημοκρατικό;

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 09 Μαρτίου 2026 14:30

Σχετικά Άρθρα