Φεβρουαρίου 24, 2026
" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Οι περισσότεροι τους αποκαλούν λαθρομετανάστες και θεωρούν ότι είναι εισβολείς. Κάποιοι άλλοι τους συμπονούν μεν, αλλά τους θεωρούν θύματα των διακινητών που εκμεταλλεύονται την ανάγκη τους και πλουτίζουν από αυτό.

Ενοχλημένοι ιδιαίτερα είναι οι κάτοικοι των νησιών που βρίσκονται απέναντι από τις τουρκικές ακτές. Γιατί το σημερινό δρομολόγιο προσφυγιάς είναι Τουρκία - Ελλάδα. Κάποτε όμως ήταν το ακριβώς αντίθετο. Από την Ελλάδα στην Τουρκία, με διακινητές, βάρκες, απωθήσεις, ναυάγια, πείνα και θάνατο

Οι αναλογίες είναι συγκλονιστικές και φέρνουν στην επιφάνεια μια ιστορική πραγματικότητα άγνωστη εν πολλοίς. Πως η προνομιακή θέση των νησιών που βρίσκονταν απέναντι από την ουδέτερη τότε Τουρκία σε σχέση με την ολοκληρωτικά ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη έδινε την ευκαιρία σε πολλούς Έλληνες να αποτολμήσουν ένα –ακατανόητο για όσους δεν έχουν βρεθεί σε παρόμοια θέση - ταξίδι στο άγνωστο για να γλιτώσουν από την πείνα και τον πόλεμο. Ακριβώς σαν κι αυτό που κάνουν τώρα οι σημερινοί “λαθρομετανάστες”

Ο Σταύρος Τζίμας από την Καθημερινή, σε ένα άρθρο  του από το 2016, περιγράφει ένα τέτοιο ταξίδι, θυμίζοντας ότι η Ιστορία κάνει κύκλους. Κάποτε ήμασταν εμείς που βρεθήκαμε στην ανάγκη, τώρα είναι κάποιοι άλλοι και τίποτα δεν αποκλείει ότι θα ξαναβρεθούμε σε αυτή τη θέση – και θα πληρώνουμε διακινητές, θα δεχόμαστε δολοφονικές απωθήσεις, θα πνιγόμαστε στη θάλασσα.

Δυστυχώς, το μοναδικό πράγμα που φαίνεται πως μας διδάσκει η Ιστορία είναι πως εμείς οι άνθρωποι δεν διδασκόμαστε τίποτα από αυτήν

--------------------------------------

Η κηδεία έγινε καταμεσής του πελάγους. «Ένα παιδάκι από τα Καρδάμυλα ξεψύχησε. Ένας παπάς που ήταν πάνω στο καράβι τού διάβασε μια νεκρώσιμη ευχή και κατόπιν το πτώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα…»

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, 2 Απριλίου 1942, όταν μια μεγάλη ομάδα Χιωτών έφυγε νύχτα για την Τουρκία με βάρκες. Ο πόλεμος και η πείνα τούς εξώθησαν σε φυγή «απέναντι» και από εκεί για τη Μέση Ανατολή.

Φθάνοντας στις τουρκικές ακτές στη Σμύρνη, οι τουρκικές αρχές τούς έβαλαν σε ένα λαθρεμπορικό καράβι με προορισμό την Κύπρο. Τριακόσια άτομα για πέντε ολόκληρα μερόνυχτα έπλεαν κάτω από δύσκολες συνθήκες προς το νησί της Αφροδίτης.

Πόσα άλλα παιδιά και πόσοι μεγαλύτεροι πέθαναν ή πνίγηκαν σε τέτοια ταξίδια απελπισίας;

Εβδομήντα χρόνια και πλέον μετά, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Οι μαρτυρίες Ελλήνων οι οποίοι βίωσαν το δράμα της προσφυγιάς, καθώς αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου για να σωθούν, δεν διαφέρουν από αυτά που ζούμε, αντιστρόφως σήμερα, στις ίδιες θάλασσες, με θύματα πρόσφυγες και μετανάστες από περιοχές που την εποχή εκείνη βρέθηκαν σε ρόλο «οικοδεσπότη», όπως η Ελλάδα τώρα.

Αφηγήσεις που κατέγραψαν ντόπιοι ερευνητές, καταθέσεις κάποιων από τους ελάχιστους εν ζωή προσφύγων τότε στην «Κ», αλλά και αποκαλυπτικές εκθέσεις διπλωματικών υπηρεσιών που καταχωρίζονται, μεταξύ άλλων, στο υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο «Τα παιδιά του Οδυσσέα» (Ψυχογιός) του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας του ΑΠΘ κ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη, συνθέτουν την εικόνα μιας τραγωδίας, με βάρκες, λαθρεμπόρους, μπαξίσια, ναυάγια, πείνα και θάνατο, πολύ θάνατο.   

Ο Γιώργος Μαραβέλης από την Καλλιμασιά της Χίου περιέγραψε αργότερα την περιπέτειά του.

«Ξεκινήσαμε από το Βότοπο με τα τρία παιδιά και τη γυναίκα μου. Η βάρκα του Μπελλέ ήταν γεμάτη. Για εισιτήρια του έδωκα τα σπαρμένα χωράφια που κρατούσα.

Μόλις βγήκαμε στην Τουρκία σ’ ένα παραθαλάσσιο σημείο, ήρθαν άλλες τρεις βάρκες με κόσμο. Εκεί μας πήραν μυρωδιά οι Τούρκοι. Φώναξαν τους βαρκάρηδες, τους έβγαλαν τα παπούτσια και τους χτυπούσαν στις πατούσες (σ.σ. φάλαγγα ). “Φτάνει πια”, φώναζαν οι βαρκάρηδες. Τους ακούγαμε. Οι Τούρκοι μάς ξανάβαλαν στις βάρκες για να γυρίσουμε πίσω. Ευτυχώς εκείνη τη νύχτα ήταν μπουνάτσα. Το νερό ήταν τέσσερα δάχτυλα κάτω απ’ τη βάρκα. Και λίγο κύμα να ‘χε θα πνιγόμαστε. Εβγήκαμε πίσω στο νησί, βρεγμένοι έως τα μπούνια και ήρθαμε με τα πόδια στο χωριό. Η πείνα όμως ήταν αβάσταγη. Γι’ αυτό έκαμα και δεύτερη απόπειρα. Επλέρωσα το βαρκάρη και του ‘πα “να με πας να με ‘φήκεις, όσο πιο μακριά μπορείς”. Νύχτα πάλι φτάσαμε σ’ ένα μέρος. Μισοκολύμπησα, έβαλα στον ώμο έναν έναν τους άλλους και τους ήβγαλα στη στεριά. Το πρωί μας βρήκαν οι Τούρκοι, άλλα αυτή τη φορά δεν μας έστειλαν πίσω. Μείναμε έξι μήνες στην Τουρκία και από εκεί πήγαμε στη Συρία και στη συνέχεια στο Κονγκό»

Ο κ. Δημήτρης Μελαχροινούδης, από τη Χίο, που έχει καταγράψει σε βιβλίο αφηγήσεις συγχωριανών του, λέει στην «Κ» πως «οι άνθρωποι τότε πέθαιναν από την πείνα, αναγκάζονταν να φύγουν για την απέναντι στεριά αναζητώντας κάτι καλύτερο. Η διακίνηση γινόταν με βάρκες και, για να φύγουν, έπρεπε να πληρώσουν κάποιο ποσό. Έδιναν ό,τι μπορούσαν, ένας έδωσε το χωράφι που καλλιεργούσε. Μερικοί ντόπιοι αγόραζαν βάρκες γι’ αυτή τη δουλειά».

Καθώς οι τουρκικές αρχές έστελναν πίσω ψαροκάικα και βάρκες με πρόσφυγες, ανάμεσά τους Άγγλοι και Έλληνες αξιωματικοί που έφευγαν για τη Μέση Ανατολή, η ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα προέβαινε σε διαβήματα προς την τουρκική κυβέρνηση, ενώ επιδίωκε τη συνδρομή της  Intelligence Service, αλλά και… τη βοήθεια Τούρκων λαθρεμπόρων. Σε έκθεσή του προς το υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 1941, με αριθμό πρωτοκόλλου 361, ο τότε στρατιωτικός ακόλουθος Βασίλειος Αποκορίτης ανέφερε ότι συναντήθηκε ο ίδιος με Τούρκους λαθρεμπόρους, οι οποίοι τον βοήθησαν να καταστρώσει ένα σχέδιο διαφυγής. Σύμφωνα με το σχέδιο, θα ναυλώνονταν από τις ελληνικές αρχές πλοία έως πενήντα τόνων, με τουρκική σημαία και πλοιάρχους Τούρκους λαθρέμπορους, οι οποίοι θα φρόντιζαν για την ασφαλή μεταφορά των προσφύγων από τα ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα τη Χίο και τη Σάμο, στην Κύπρο.

Τα πλοία θα ταξίδευαν με κανονικά έγγραφα για την εκτέλεση δήθεν εμπορίου μεταξύ Σμύρνης και Μερσίνας. Ως εκ τούτου, θα αναχωρούσαν από τη Σμύρνη και, αντί να κατευθυνθούν στη Μερσίνα, θα πήγαιναν αρχικά στη Σάμο και τη Χίο, όπου θα επιβίβαζαν όσους ήθελαν να διαφύγουν. Ακολούθως θα κατευθύνονταν στην Κύπρο, όπου θα τους περίμεναν οι αγγλικές αρχές. Η συγκεκριμένη «εμπορική» δραστηριότητα θα απέφερε στους λαθρεμπόρους και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αντίτιμο της συμμετοχής τους στην όλη επιχείρηση.

Ο Χρήστος Κάργας από τα Θυμιανά της Χίου αφηγήθηκε την τραγική ιστορία της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι γονείς του και τα δυο μικρά του αδέλφια από τη Σμύρνη, όπου είχαν καταφύγει με βάρκες, πλήρωσαν και μπήκαν σε ένα καράβι με προορισμό την Κύπρο. Όμως το καράβι προσέκρουσε σε ξέρα και βυθίστηκε, με αποτέλεσμα να πνιγούν και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του. Μαζί τους επέβαιναν και πάνω από εκατό άλλοι πρόσφυγες. Οι γερμανικές αρχές κρατούσαν ακινητοποιημένες τη νύχτα τις βάρκες, όμως οι διακινητές είχαν κάποιες εφεδρικές κρυμμένες, και έτσι μετέφεραν κόσμο.

«Φύγαμε νύχτα με τους γονείς μου, τους θείους μου και άλλους συντοπίτες με βάρκα που κινούνταν με ενάμιση κουπί. Βγήκαμε στην ακτή, ανάψαμε φωτιά και την άλλη μέρα οι Τούρκοι μάς πήγαν σ’ ένα σπίτι. Φοβόμουν πολύ, είχε κύμα, ευτυχώς γλιτώσαμε», αφηγείται στην «Κ» η κ. Μαριάνθη Ανδρεάδη. Τότε ήταν έξι ετών… 

της Μαρίας Νάτση

 

«Ἀνήκω στοὺς λίγους ποὺ πιστεύουν πὼς ὑπάρχει μιὰ μεθοδολογία τοῦ ὀρθῶς πολιτικῶς σκέπτεσθαι, διότι ὑπάρχει καὶ ἕνας σταθερὸς ἀπόλυτος σκοπὸς πρὸς τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ κατευθύνεται ἡ πολιτικὴ πράξη, ὅσο θέλομε νὰ ἔχη νόημα καὶ ἀξία ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου» ... Κωνσταντίνος Τσάτσος

Το δίκαιο στις οργανωμένες πολιτείες  λειτουργεί  όχι μόνο ως μέτρο της πολιτικής πράξης αλλά και ως όριο της εξουσίας.

Τι γίνεται όταν αυτό χάνεται και η πολιτική εξουσία ασκείται χωρίς κανέναν ηθικό προσανατολισμό;

Η χώρα μας, όπως και πολλές άλλες, έχει υπογράψει το Δίκαιο της Θάλασσας, με θεμελιώδη αρχή  ότι κάθε άνθρωπος στη θάλασσα έχει δικαίωμα στη ζωή, ανεξάρτητα από εθνικότητα, θρησκεία , καθεστώς ή αν διαθέτει έγγραφα. Η υποχρέωση διάσωσης δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας ούτε ζήτημα «καλής θέλησης», αλλά ρητή και αδιαπραγμάτευτη νομική υποχρέωση.

Η αποτροπή σκαφών που βρίσκονται σε κίνδυνο είναι πράξη παράνομη.  

Η εγκατάλειψη ανθρώπων στη θάλασσα είναι πράξη παράνομη.

Η επαναπροώθηση χωρίς εξέταση αιτήματος ασύλου και η χρήση βίας που θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή, είναι πράξεις παράνομες

 

 

Όταν κάποιος προσπαθεί να νομιμοποιήσει  αυτές τις πρακτικές καταργεί το ίδιο το κράτος δικαίου· και όταν οι νόμοι  παύουν να ισχύουν,  αυτό που απομένει δεν είναι η πατρίδα, αλλά η ζούγκλα.

Μέσα σε αυτό το κενό δικαίου αντηχούν οι φωνές μίσους πολιτικών «συνοριοφυλάκων», πρόθυμων να επιδείξουν σκληρότητα απέναντι σε ανυπεράσπιστους.. Οι ένθερμοι αυτοί υπερασπιστές της πατρίδας είναι βέβαιο ότι θα εξαντλήσουν όλη τη βαναυσότητα τους σε κάθε εξαθλιωμένο και αδύναμο που θα βρεθεί στο διάβα τους. Είναι όμως άλλο τόσο βέβαιο ότι, αν έρθει η ώρα να υπερασπιστούν αληθινά  την πατρίδα από έναν πραγματικό  εχθρό, ισχυρότερο από αυτούς, θα είναι οι πρώτοι που θα την παραδώσουν.

Αυτοί οι ιδιότυποι πατριώτες δεν φαίνεται να  ενοχλούνται με το ξεπούλημα της χώρας κομμάτι-κομμάτι σε όσους διαθέτουν τα χρήματα να την αγοράσουν. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025 έχουν εκδοθεί 17.254 Golden Visa. Οι Τούρκοι έρχονται δεύτεροι στις αγορές ακινήτων μετά τους Κινέζους, με ιδιαίτερη προτίμηση στη Βόρεια Ελλάδα.

Εξίσου αδιάφοροι είναι και για το γεγονός ότι ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται έως το 2050 να μειωθεί κατά 1,5 εκατομμύριο και ο αριθμός των ανθρώπων σε εργατική ηλικία (20-64 ετών) θα συρρικνωθεί δραματικά.

Και αυτό δεν οφείλεται στις βαρκούλες που καταφθάνουν από το Αιγαίο.

Οι γεννήσεις στην Ελλάδα έπεσαν κατακόρυφα από το 2021 και μετά — με σχεδόν 20% λιγότερα μωρά το 2024 σε σχέση με το 2021, ενώ  ο δείκτης γονιμότητας  είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη με περίπου 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το 2,1 που απαιτείται για σταθερό πληθυσμό. 

Όμως αυτά τα ζητήματα απαιτούν ριζικές αλλαγές και αληθινή κοινωνική πολιτική. Κι αυτό είναι δύσκολο. Πιο εύκολο είναι να φτιάχνεις εχθρούς και να μετατοπίζεις τη συζήτηση αλλού. Η ρητορική μίσους είναι εύκολη, εύπεπτη, αφομοιώνεται  χωρίς δυσκολία. Δεν απαιτεί προσπάθεια, δεν προϋποθέτει παιδεία. Δεν χρειάζεται καν σκέψη.

Η χώρα δεν απειλείται από τις βάρκες των εξαθλιωμένων, αλλά από την πολιτική επιλογή της εγκατάλειψης του δικαίου.

Οι πολιτικοί "συνοριοφύλακες" έθεσαν  μάλιστα ένα δίλημμα εξίσου φτωχό και αδιέξοδο με την πολιτική τους σκέψη:

«Είστε με τους λιμενικούς ή με τους διακινητές;» 

Κι ο νους μας στέκει για λίγο  γελώντας μπροστά σε αυτήν την παιδαριώδη κακοφτιαγμένη  παγίδα των λέξεων.

Όμως λίγο πιο κάτω  έρχεται αντιμέτωπος με το αληθινό δίλημμα της εποχής που μας καλεί να επιλέξουμε:

«Πολιτισμός ή Βαρβαρότητα;»

Αν ήταν ο γιος σου ...

Φεβρουαρίου 09, 2026

Στη φωτογραφία του Άγγελου Μπαράι από την Καθημερινή, βλέπουμε ένα από τα παιδιά που χτυπήθηκαν από το περιπολικό του Λιμενικού Σώματος.  Έναν “εισβολέα” κατά τη Μαρία Καρυστιανού, έναν “λαθρομετανάστη” κατά τον Άδωνι Γεωργιάδη, έναν από αυτούς που πρέπει να τους “μπουμπουνάμε” όταν δεν ανταποκρίνονται στο “Αλτ, τις ει;” σύμφωνα με τον Κυριάκο Βελόπουλο, έναν από αυτούς που πρέπει να πεθάνουν ή να τους κάνουμε τη ζωή κόλαση για να μην ξανάρθουν άλλοι σύμφωνα με το Θάνο Πλεύρη

Αυτό το παιδί, ίσως ψάχνει τους γονείς του, ίσως ψάχνει τα αδέρφια του και ίσως τελικά δεν βρει κανέναν από αυτούς. 

Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε από τον Sergio Guttilla, δημοσιεύτηκε το 2018 σε ιταλικό διαδικτυακό περιοδικό και είναι αφιερωμένο σε 100 μετανάστες, οι οποίο πνίγηκαν λίγο έξω από την Ιταλία, περιμένοντας κάποιο πλοίο να τους σώσει. Η μετάφραση είναι του Andonis Theocharis Kioukas (Πηγή: ο κλόουν)

 

Αν ήταν ο γιος σου

θα γέμιζες την θάλασσα

με όλα τα πλοία του κόσμου.

Θα ήθελες όλοι μαζί, μυριάδες,

να γινόμασταν μια γέφυρα

να περπατήσει πάνω μας

και να περάσει απέναντι.

 

Αν ήταν ο γιος σου

δεν θα τον άφηνες μόνο του ποτέ.

Θα σκίαζες προσεκτικά το πρόσωπό του

να μην το κάψει ο ήλιος.

Θα τον τύλιγες στην αγκαλιά σου

να μη μουσκέψει από την αλμύρα της θάλασσας.

 

Αν ήταν ο γιος σου,

θα βούταγες στα κύματα,

θα τα βαζες με τον ψαρά που δεν σας

ανεβάζει στη βάρκα του.

Θα φώναζες για βοήθεια,

θα χτυπούσες τις πόρτες της εξουσίας

 

για να αξιώσεις τη ζωή του.

Αν ήταν ο γιος σου,

σήμερα θα ήσουν βυθισμένος στο πένθος,

θα 'φτανες να μισήσεις τον κόσμο,

για τα δεμένα πλοία στα λιμάνια,

για αυτούς που σας κρατούν μακριά,

και για κείνους που σε λίγο,

θα καλύψουν τα ουρλιαχτά με θαλασσινό νερό.

 

Αν ήταν ο γιος σου,

θα τους έλεγες απάνθρωπους, δειλούς,

θα τους έφτυνες.

Θα έπρεπε τότε να βρουν τρόπο να σε σταματήσουν, να σε κρατήσουν, να σε αποκλείσουν

γιατί η ανεξέλεγκτη οργή σου θα σε έκανε

να τους πάρεις μαζί σου στο βυθό της ίδιας θάλασσας.

 

Αλλά μείνε ήσυχος, στο ζεστό σου σπιτάκι

δεν είναι ο γιος σου… δεν είναι ο γιος σου…

Μπορείς να κοιμηθείς ήσυχα

και πάνω από όλα ασφαλής.

Δεν είναι ο γιος σου.

Είναι απλώς ένα παιδί της χαμένης ανθρωπιάς,

ένα παιδί της βρόμικης ανθρωπότητας, που δεν κάνει θόρυβο.

Δεν είναι ο γιος σου… Δεν είναι ο γιος σου…

Κοιμήσου ήσυχος, φυσικά

δεν είναι ο δικός σου.

 

Όχι ακόμα…

 

 

 

του Γιάννη Μακριδάκη

 

Το πουλάκι μου, μόνο στην αγκαλιά μου ησύχαζε. Ήτανε παγωμένο και έτρεμε σύγκορμο το κορμάκι του. Μόνο μάμι μάμι έλεγε, ούτε να κλάψει δεν είχε κουράγιο πια. 

Είναι σε σοκ, μου είπε η κοπελιά με την άσπρη ρόμπα, που το είχε βάλει πριν από λίγα λεπτά στον αξονικό τομογράφο. Σε μεγάλο σοκ. Για αυτό δεν κούνησε καθόλου, ήτανε σαν μαρμαρωμένο στον αξονικό και τελειώσαμε γρήγορα. Έχει τραυματιστεί στον αυχένα. Κρατήστε το, αν θέλετε, να το παρηγορήσετε, αφού μόνο στην αγκαλιά σας ηρεμεί.

Το κράτησα, τι να έκανα.

Το πουλάκι μου

Εγώ βρέθηκα εκεί από τύχη. Μια ξαφνική αδιαθεσία με έστειλε στα επείγοντα εκείνη τη νύχτα. Εβδομηνταδύο χρόνων γυναίκα είμαι, φοβήθηκα, μένω και κοντά στο νοσοκομείο. Πήγα να με κοιτάξουνε. Έχω πάει κι άλλες φορές και ξέρω πόσο καλοί και εξυπηρετικοί είναι οι άνθρωποι εκεί. Με ηρεμούνε και φεύγω.

Προχτές όμως δεν πρόλαβαν να με εξετάσουνε. Ξαφνικά, εκεί που περίμενα τη σειρά μου, αρχίσανε να καταφτάνουνε τα φορεία.

Το ένα μετά το άλλο.

Τα σπρώχνανε άνθρωποι με τα ρούχα τους τα σπιτικά, όχι με ρόμπες.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι είχε γίνει, νόμιζα πως γινήκανε πολλά τρακαρίσματα μαζεμένα. Μετά είπανε για ναυάγιο.

Γέμισε στο λεφτό το νοσοκομείο. Άσπρες ρόμπες, πράσινες ρόμπες, πασούμια, φορεία, ανθρώπους που τρέχανε, ανθρώπους που βογγούσανε και κλαίγανε, παιδάκια πολλά, αχ τα πουλάκια μου. Ήτανε όλα τραυματισμένα και κλαίγανε τα ματάκια τους και φωνάζανε μάμι μάμι.

Πώς βρέθηκε άξαφνα μέσα στην αγκαλιά μου αυτό το μικρό αγοράκι, ούτε που το κατάλαβα.

Μου είχε περάσει η αδιαθεσία. Την είχα ξεχάσει δηλαδή. Σηκώθηκα μέσα σε όλον αυτόν τον μαύρο χαμό, για να βοηθήσω κι εγώ. Να κάνω ό,τι μπορούσα. Βοηθούσανε κι άλλοι άνθρωποι που ήταν εκεί. Άλλωστε και αυτοί που σπρώχνανε τα φορεία δεν ήξερες αν ήτανε νοσοκομιακοί ή άλλοι ανθρώποι που ήρθανε για βοήθεια. Με τα ρούχα τους, σαν που είχανε έρθει μέσα στη νύχτα από τα σπίτια τους, σπρώχνανε.

Πού είναι η μανούλα σου αγάπη μου, το ρωτούσα. Ποια είναι η μανούλα σου ψυχή μου;

Δεν καταλάβαινε το πουλάκι μου. Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι.

Ευτυχώς, το τραύμα του στον αυχένα δεν ήτανε βαρύ. Εγώ το πήγα το πουλάκι μου στην Παιδιατρική κλινική. Εγώ το έβαλα στο κρεβατάκι που του δώσανε.  Μου το άφησε η κοπελιά, η γιατρίνα, έξω από τον αξονικό τομογράφο και έφυγε τρέχοντας για να βάλει ένα άλλο παιδάκι μέσα, για ακτίνες. Μου είπε αφού σας λέει μαμά, κρατήστε το λίγο να το παρηγορήσετε. Το κράτησα, τι να κάνα. Σαν το εγγονάκι μου να 'τανε. Αλλά τότε θα ήξερα ποια είναι η μανούλα του και θα της το πήγαινα. Ο εγγονός μου είναι δεκαπέντε χρονών αλλά όταν ήτανε μικρός, έτσι τον είχα κι αυτόνε στην αγκαλιά μου όταν έλειπε η κόρη μου στη δουλειά της.

Μόλις άδειασε η αναπηρική καρέκλα, που φέρανε το άλλο παιδάκι για τις ακτίνες, είπα στον νοσοκόμο να κάτσουμε πάνω το πουλάκι μου και να το πάμε στην Παιδιατρική. Το έκατσα στην καρέκλα και του κρατούσα σε όλη τη διαδρομή το χεράκι του. Του έλεγα μη φοβάσαι αγάπη μου, μη φοβάσαι ψυχή μου, θα τη βρούμε τη μανούλα σου. Ο νοσοκόμος έσπρωχνε την αναπηρική με βήμα ταχύ, κι εγώ λάφαξα. Δεν μπορούσα όμως να μείνω πίσω. Έπρεπε να του κρατώ το χεράκι του και να του λέω πως θα τη βρούμε τη μανούλα του, για να είναι ήσυχο. Με κοιτούσε μέσα στα μάτια το πουλάκι μου συνέχεια.

Μόλις το βάλαμε στο κρεβάτι το σκέπασα με τα σκεπάσματα. Του τα κλείδωσα σφιχτά κάτω από το κορμάκι του, το πήρα μια σφιχτή αγκαλιά, του χάιδεψα τα μαλλάκια του και το φίλησα στο μέτωπο. Είπα την προσευχή μου και τρέξανε τότε για πρώτη φορά και τα δικά μου τα μάτια. Του έβρεξα τα μαγουλάκια του με τα δάκρυά μου. Θεέ μου μεγαλοδύναμε βοήθησε το κορμάκι Σου αυτό. Δεν έχει φταίξει σε τίποτα. Και όλα τα άλλα παιδάκια Σου Θε μου βοήθησέ τα απόψε.

Κοιμήθηκε το πουλάκι μου εξαντλημένο αμέσως. Ησύχασε η πνοούλα του.

Έφυγα από το νοσοκομείο ράκος

Αλλά η ψυχή μου ήτανε και είναι ακόμα στον ουρανό. Έτσι θα ναι και η ψυχή των γιατρών και των νοσοκόμων, σίγουρα. Θα πετάει στον ουρανό περήφανη για όλα αυτά που προσφέρανε.

 Έμαθα πως ήτανε δώδεκα τέτοια αθώα παιδάκια μέσα στη βάρκα και δύο μες στην κοιλιά των μαμάδων τους που δεν άντεξαν. Από τα δώδεκα ζωντανά, ένα σκοτώθηκε και ένα το ψάχνουνε ακόμα, μέσα στην παγωμένη θάλασσα. Η μαμά του είναι στην εντατική, χαροπαλεύει. Τι θα γίνουνε αυτοί οι άνθρωποι; Τι θα γίνουμε όλοι μας Θεέ μου;

Μα πώς έγινε αυτό το κακό; Δεν είναι άνθρωποι με ψυχή αυτοί που το κάνανε.

Έκανα δύο μέρες να συνεφέρω από την υπερένταση και να κατέβει η ψυχή μου από τα ουράνια. Χτες τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και έμαθα πως είναι καλύτερα το πουλάκι μου. Τη μαμά του γυρεύει, μου είπε η νοσοκόμα.

Μάλλον σκοτώθηκε η μανούλα του. Σήμερα θα βάλω τα δυνατά μου, θα πάρω στα χέρια την ψυχή μου, ένα κουτάκι γλυκά, αναψυκτικά και ένα παιχνίδι, ένα αεροπλανάκι που έπαιζε μαζί του πριν λίγα χρόνια ο εγγονός μου και θα πάω στο νοσοκομείο, να το ξαναδώ το πουλάκι μου.

Να δω, θα με θυμηθεί;

Πιο καλά να μη με θυμηθεί.

 

“Σπίτι” - ποίημα της Σομαλής ποιήτριας Warsan Shire, γεννημένης στην Κένυα το 1988 και η οποία μετανάστευσε στην Αγγλία σε ηλικία 1 έτους

η φωτογραφία είναι του, πολυβραβευμένου και πρόωρα χαμένου, Γιάννη Μπεχράκη

 

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,

εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

 

Τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις

ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη

οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα

με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους

 

το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου

που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου

κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του

 

αφήνεις την πατρίδα

μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

 

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά

φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου

ζεστό αίμα στην κοιλιά σου

 

Δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες

μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου

και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο ανάμεσα στα δόντια σου

και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων

κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

 

Πρέπει να καταλάβεις

ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα

εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

 

κανένας δεν καίει τις παλάμες του

κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια

κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού

τρώγοντας εφημερίδες

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει

σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

 

κανένας δε σέρνεται

κάτω από φράχτες

κανένας δε θέλει να τον δέρνουν

να τον λυπούνται

κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων

ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία

όπου το σώμα σου πονούσε

ή τη φυλακή,

επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη

από μια πόλη που φλέγεται

και ένας δεσμοφύλακας το βράδι

είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό

γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου

 

Κανένας δε θα το μπορούσε

κανένας δε θα το άντεχε

κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό

για να ακούσει τα:

γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι

πρόσφυγες

βρομομετανάστες

ζητιάνοι ασύλου

που ρουφάτε τη χώρα μας

αράπηδες με τα χέρια απλωμένα

μυρίζετε περίεργα

απολίτιστοι

κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε

να κάνετε και τη δική μας

 

Δε δίνουμε σημασία

στα λόγια

στα άγρια βλέμματα

 

ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά

από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού

ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά

από δεκατέσσερις άντρες

ανάμεσα στα πόδια σου

 

ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο να καταπιείς

από τα χαλίκια

από τα κόκαλα

από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

 

Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,

αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου

 

Και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα

εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές

εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα

να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου

να συρθείς στην έρημο

να κολυμπήσεις ωκεανούς

να πνιγείς

να σωθείς

να πεινάσεις

να εκλιπαρήσεις

να ξεχάσεις την υπερηφάνεια

η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

 

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι

μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου

που λέει φύγε,

τρέξε μακριά μου τώρα

δεν ξέρω τι έχω γίνει

αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού

θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ

 

 

Σελίδα 1 από 3

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.