Ο Γιώργος Μπουτσίνης (καπετάν Νικήτας) ήταν ηγετική μορφή της Εθνικής Αντίστασης στην Αττική και συγγραφέας του εμβληματικού έργου «Το αντάρτικο στην Αττική 1941-1945». Η δράση του καπετάνιου και του συγκροτήματος του (2ο Συγκρότημα του ΕΛΑΣ Αττικής), αναπτύχθηκε κυρίως στην Πάρνηθα, την Πεντέλη και τα Μεσόγεια (ανατολική Αττική). Καταγράφεται όμως και δράση του μαζί με το 1ο συγκρότημα, εκείνο της δυτικής Αττικής, που συναποτελούσαν το Ι/34 τάγμα του ΕΛΑΣ -τα λεγόμενα «αρβανίτικα αντάρτικα».
Στο βιβλίο του που προαναφέραμε και που πρωτοκυκλοφόρησε το 1979 σε αυτοέκδοση, προσφέρει αρκετές πληροφορίες για τοπωνύμια και κρησφύγετα των ανταρτών στην Πεντέλη αλλά και γεγονότα και συναγωνιστές του από τα Μεσόγεια. Ενδεικτικά περιγράφει ως «ραχοκοκαλιά του ΕΛΑΣ στα Μεσόγεια» πρόσωπα όπως ο Γιάννης Καλοκαιρινός (στέλεχος της τοπικής οργάνωσης με δράση στην τροφοδοσία), Κωνσταντίνος Λουκάς (σύνδεσμος για τη μεταφορά πληροφοριών προς το βουνό), μέλη της οικογένειας Ξηντάρα (αναφέρεται η συμβολή τους στη φιλοξενία και κάλυψη ανταρτών). Αναφέρεται και στον Βασίλη Πιπερίγκο (ντόπιος μαχητής με συμμετοχή στις επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ στην περιοχή). Αυτά ενδεικτικά.
Ο Γ. Μπουτσίνης ιδιαίτερα τονίζει ότι το Πικέρμι δεν ήταν απλώς ένα χωριό, αλλά ένας κόμβος που επέτρεπε την ενέδρα σε γερμανικές φάλαγγες αφού συνέδεε τα Μεσόγεια με το ορεινό συγκρότημα της Πεντέλης. Μάλιστα εξασφάλιζε ταχεία υποχώρηση μετά από την επίθεση αφού προσέφερε κάλυψη μέσω των γύρω αμπελώνων και ελαιώνων. Αυτές τις ενέδρες και επιθέσεις περιγράφει στο βιβλίο του το οποίο αν συνδυαστεί με εκείνο, το ιδιαίτερα στοιχειοθετημένο βιβλίο του Σόλωνα Γρηγοριάδη «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974» παρέχει σαφείς πληροφορίες για την Αντίσταση και τα γεγονότα της περιόδου στην ανατολική Αττική
Το βιβλίο του Μπουτσίνη αποτελεί μια από τις πιο λεπτομερείς πρωτογενείς πηγές για τη δράση του ΕΛΑΣ στην Αττική και τη Βοιωτία. Μπορεί η πλειονότητα των εξιστορούμενων γεγονότων να εντοπίζεται στην Πάρνηθα και τη δυτική Αττική, σημαντική είναι όμως και η αναφορά του στα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην ανατολική πλευρά. Με ιδιαίτερες αναφορές στο Πικέρμι. Στο βιβλίο του Μπουτσίνη γίνεται λεπτομερής αναφορά στην ενέδρα και τη μάχη της 12ης Ιουλίου 1944 αλλά και σε εκείνη της 21ης Ιουλίου του ίδιου έτους, εδώ όμως χρειάζεται και η συμπλήρωση από τον Σόλωνα Γρηγοριάδη. Ειδικά όταν παρουσιάζονται τα αντίποινα που εφάρμοσαν Γερμανοί και συνεργάτες τους, την επομένη της επίθεσης της 21/7/1944 με την εκτέλεση των (τουλάχιστον) 54 στο σημείο της μάχης.
Η ενέδρα της 12ης Ιουλίου είναι πολύ γνωστή αφού οδήγησε στα αντίποινα της 17ης Ιουλίου και θα αναφερθούμε και παρακάτω σε αυτή. Εδώ θα αναφέρουμε τη λιγότερο γνωστή ενέδρα, εκείνη της 21ης Ιουλίου η οποία όμως κορύφωσε το εκδικητικό μένος των Γερμανών και των συνεργατών τους.
Η ενέδρα της 21ης Ιουλίου 1944
Αρχικά υπήρξε η πληροφορία πως μια ισχυρή γερμανική εφοδιοπομπή θα περνούσε από τη Λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση τη Ραφήνα, μεταφέροντας πυρομαχικά και εφόδια για τις δυνάμεις τους στην Εύβοια και το Αιγαίο.
Το 2ο Συγκρότημα του ΕΛΑΣ Αττικής υπό τον Γ. Μπουτσίνη (καπετάν Νικήτα) και τον Θύμιο Καψή (καπετάν Ανάποδο) έπιασε τα υψώματα δεξιά και αριστερά της οδού, στα στενά πριν την είσοδο του Πικερμίου. Μόλις η εφοδιοπομπή μπήκε στο προκαθορισμένο σημείο (περίπου εκεί που σήμερα βρίσκεται ο τύμβος των εκτελεσθέντων των αντιποίνων) ξεκίνησε η επίθεση. Η μάχη κράτησε αρκετές ώρες. Οι αντάρτες χρησιμοποίησαν αυτόματα όπλα και χειροβομβίδες, ακινητοποιώντας τα πρώτα και τα τελευταία οχήματα της φάλαγγας για να την εγκλωβίσουν. Οι Γερμανοί είχαν δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, ενώ καταστράφηκαν περίπου 10-12 φορτηγά αυτοκίνητα.
Μετά το χτύπημα, οι ομάδες του ΕΛΑΣ αναδιπλώθηκαν γρήγορα προς το Νταού Πεντέλης και τις δύσβατες πλαγιές του βουνού, αποφεύγοντας την περικύκλωση από τις γερμανικές ενισχύσεις που έφτασαν από την Αθήνα.
Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους (Ευζωνικά τάγματα - Τάγματα Ασφαλείας, Χωροφυλακή και Ειδική Ασφάλεια) συνεχίζοντας την τακτική των αντιποίνων την οποία είχαν ξεκινήσει να εφαρμόζουν από τον Νοέμβριο του 1943, μετέφεραν 54 κρατούμενους από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και τις φυλακές Αβέρωφ και τους εκτέλεσαν με απαγχονισμό επί τόπου στο Πικέρμι, ως άμεση και σκληρή απάντηση στη συνεχιζόμενη αντάρτικη δράση στην περιοχή. Ενώ ο αριθμός των εκτελεσμένων είναι γνωστός, αυτό που παραμένει ασαφές είναι το αν και οι 54 είχαν μεταφερθεί από στρατόπεδα και φυλακές ή αν μεταξύ τους περιλαμβάνονται και κάποιοι που συνελήφθησαν από την περιοχή. Άλλωστε όπως είπαμε είχε προηγηθεί στις 12 Ιουλίου η ενέδρα σε γερμανικό όχημα, πάλι στο Πικέρμι που κατέληξε στον θάνατο του Γερμανού Διοικητή του "Οχυρού" της Ραφήνας και του Γερμανού Λιμενάρχη για την οποία τα αντίποινα εφαρμόστηκαν στις 17 Ιουλίου. Τότε συνελήφθησαν από την περιοχή δεκάδες πολίτες που μεταφέρθηκαν στο κτήμα Λεβίδη στην Παλλήνη για εκτέλεση (και όχι στο Πικέρμι ή στα σύνορα Χαρβατίου – Πικερμίου αν προτιμάτε). Η εκτέλεση εκείνη ματαιώθηκε την τελευταία στιγμή χάρη στην παρέμβαση ενός Γερμανού υποδιοικητή του Ναυτικού, αλλά οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν τελικά στις φυλακές (Χαϊδάρι, Αβέρωφ) όπου και βασανίστηκαν φριχτά..
Η (δεύτερη) ενέδρα της 21ης Ιουλίου, η οποία έγινε μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα θεωρήθηκε από τη γερμανική διοίκηση ως απόδειξη ότι τα προηγούμενα «επιεική» αντίποινα (η ματαίωση της εκτέλεσης στη Ραφήνα) δεν λειτούργησαν αποτρεπτικά. Έτσι οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους προχώρησαν άμεσα στη μαζική εκτέλεση των 54, προκειμένου να «παραδειγματίσουν» τον πληθυσμό της ανατολικής Αττικής. Ο Σόλωνας Γρηγοριάδης στο βιβλίο του «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974» αναφέρεται στην ενέδρα της 21ης Ιουλίου 1944, περιγράφοντας την επίθεση του ΕΛΑΣ κατά της γερμανικής εφοδιοπομπής και συνδέοντας την με εκείνη της 12ης Ιουλίου. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Οι Γερμανοί, θορυβημένοι από τη δράση του ΕΛΑΣ στην "πόρτα" της Αθήνας, αποφάσισαν να πνίξουν την αντίσταση στο αίμα. Οι 54 που οδηγήθηκαν στο Πικέρμι δεν ήταν μαχητές της ενέδρας, αλλά το τίμημα που επέβαλαν οι κατακτητές για να κρατήσουν ανοιχτή την αρτηρία προς τα Μεσόγεια.»
Οι μάχες του 2ου συγκροτήματος του ΕΛΑΣ στο Πικέρμι και η σύνδεση τους με την απελευθέρωση της Αθήνας
Δύο κρίσιμες ενέδρες στο Πικέρμι, συγκρούσεις στην υπόλοιπη Ανατολική Αττική (Σταμάτα – Αύγουστος και Κορωπί – Οκτώβριος 1944) και οι μεγάλες μάχες που δόθηκαν στη δυτική Αττική από το 1ο συγκρότημα (μάχες Κάζας, Ελευσίνας, Μάνδρας) όπως γράφει ο Μπουτσίνης, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην προετοιμασία για την απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου για τρεις βασικούς λόγους:
- Απομόνωσαν τους Γερμανούς
Οι συνεχείς ενέδρες στη Λεωφόρο Μαραθώνος και στη Λεωφόρο Λαυρίου ανάγκασαν τους Γερμανούς να αποσύρουν δυνάμεις από το κέντρο της Αθήνας για να φυλάνε τις γραμμές ανεφοδιασμού τους. Αυτό αποδυνάμωσε τη γερμανική φρουρά εντός της πόλης.
- Προστάτευσαν κρίσιμες υποδομές
Ο Μπουτσίνης αναφέρει ότι η παρουσία του αντάρτικου στην Πεντέλη εμπόδισε τους Γερμανούς από το να προχωρήσουν σε εκτεταμένες καταστροφές υποδομών (όπως το Φράγμα του Μαραθώνα) κατά την αποχώρησή τους, καθώς φοβούνταν την αποκοπή των δυνάμεών τους από τις ορεινές ομάδες του ΕΛΑΣ. Η μάχη του εργοστασίου της ηλεκτρικής στον Πειραιά στις 13/10/1944 είναι μία απόδειξη του τι σχεδίαζαν οι αποχωρούντες Γερμανοί και για τη βασική υποδομή υδροδότησης της πόλης αν δεν υπήρχε η δράση του 2ου συγκροτήματος του ΕΛΑΣ
- Ο κλοιός που έσφιξε τους Γερμανούς
Καθώς πλησίαζε ο Οκτώβριος του 1944, οι δυνάμεις του Μπουτσίνη είχαν δημιουργήσει έναν ημικύκλιο έλεγχο από την Πάρνηθα έως τον Υμηττό. Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα προς τα ανατολικά λιμάνια (Ραφήνα, Πόρτο Ράφτη). Η δράση των ανταρτών του Μπουτσίνη τόσο κοντά στην πρωτεύουσα ανύψωνε το ηθικό των Αθηναίων και των αντιστασιακών οργανώσεων μέσα στην πόλη, δείχνοντας ότι ο εχθρός ήταν πλέον ευάλωτος παντού
Κλείνοντας τη μικρή αναφορά μας στη δράση του 2ου συγκροτήματος του ΕΛΑΣ Αττικής υπό τον καπετάν Νικήτα (Γ. Μπουτσίνη) και στα γεγονότα που συνετέλεσαν στην ήττα του φασισμού στην Ελλάδα, θα θέλαμε να εκφράσουμε τη λύπη μας για το πόσο έχουν αλλάξει οι άνθρωποι και οι τόποι τους σήμερα. Τόσο πολύ ώστε τα μέρη που πότισαν με το αίμα τους αγωνιστές της Αντίστασης και αθώα θύματα των αντιποίνων των ναζί και των συνεργατών τους, να τα διαγουμίζουν σήμερα οι απόγονοι των συνεργατών και οι νοσταλγοί του φασισμού. Ίσως γιατί οι ήρωες και η παρακαταθήκη τους ξεχάστηκαν. Κάποιες φορές απότομα και βίαια, αμέσως μετά την Κατοχή και σε άλλες περιπτώσεις σιγά-σιγά, μικραίνοντας τις αξίες των ανθρώπων καθώς οι αξίες της γης μεγάλωναν. Το βαθύτερο σημείο ταπείνωσης των αξιών των ανθρώπων το ζούμε μάλλον σήμερα, μαζί με την εκτίναξη στο ζενίθ των αξιών της ίδιας αυτής γης. Αλλά αυτά είναι μία άλλη, πολύ διαφορετική ιστορία που δεν ξέρουμε αν θα βρεθεί κάποτε, κάποιος να τη γράψει.
Πηγές:
Το αντάρτικο στην Αττική (1941-1945)- Γ. Μπουτσίνης, εκδ. Άνω Τελεία
Γρηγόρης Φαράκος: «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία» (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα) – Για το στρατηγικό πλαίσιο της δράσης του ΕΛΑΣ γύρω από την Αθήνα το καλοκαίρι του '44.
Σόλων Γρηγοριάδης: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974» (Εκδόσεις Polaris) – Για τη γενικότερη εικόνα των γερμανικών αντιποίνων και την τακτική των «μπλόκων» στην Αττική.
Χάγκεν Φλάισερ: «Στέμμα και Σβάστικα» – Για τις γερμανικές αναφορές (Wehrmacht) σχετικά με τη δράση των ανταρτών στις γραμμές ανεφοδιασμού της Αθήνας.