" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Ο Χαράλαμπος Κοπανάκης είναι ιερέας, παπάς. Ο λόγος του διαφέρει από το μέσο όρο των παπάδων. Και γι αυτό τον παρακολουθούμε και τον απολαμβάνουμε. Εάν όλοι οι παπάδες ήταν σαν κι αυτόν, θα ήταν πολύ καλύτερα τα πράγματα. Και για την Εκκλησία και για την κοινωνία

Σε ανάρτηση που έκανε στο facebook, ο Χαράλαμπος Κοπανάκης στηλιτεύει την σκανδαλώδη αύξηση του μισθού των Μητροπολιτών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: “Όταν χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν μια ζωή ζουν με συντάξεις πείνας, όταν νέα ζευγάρια αδυνατούν να στεγάσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια, όταν η οικογένεια εξυμνείται στα λόγια αλλά δεν στηρίζεται στην πράξη, τότε είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς αν αντιλαμβανόμαστε σωστά τι είναι πραγματικά επείγον και τι όχι”

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο

----------------------------------------------

Ο πατέρας μου είναι 80 ετών και σήμερα λαμβάνει σύνταξη περίπου 550 ευρώ. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν θυμάμαι ποτέ στα παιδικά μου χρόνια, να ξυπνάω και να βρίσκεται στο σπίτι.

Αυτό σημαίνει ότι έφευγε καθημερινά γύρω στις 5:30 ή 6:00 το πρωί. Αντίστοιχα, δεν θυμάμαι ποτέ να επιστρέφει όσο ο ήλιος ήταν ακόμη ψηλά. Γύριζε πάντα μετά τη δύση του ηλίου.

Οι συνέπειες αυτής της πολυετούς καταπόνησης, είναι σήμερα αποτυπωμένες στο σώμα του.

Μια καταπόνηση που δεν ξεκίνησε στην ενήλικη ζωή του, αλλά από την παιδική του ηλικία, σε εποχές που δεν υπήρχε η ευαισθησία που υπάρχει σήμερα γύρω από την παιδική εργασία.

Σήμερα κινείται με δυσκολία, ενώ ακόμη και τα δάχτυλα των χεριών του έχουν υποστεί στρεβλώσεις, που καθιστούν δύσκολες απλές καθημερινές πράξεις αυτοεξυπηρέτησης.

Άνθρωποι σαν τον πατέρα μου, υπάρχουν χιλιάδες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Και δεν αναφέρομαι καν σε άλλες κοινωνικές ομάδες που καλούνται σήμερα να σηκώσουν δυσανάλογα βάρη. Νέα ζευγάρια που τολμούν να δημιουργήσουν οικογένεια, ενώ ταυτόχρονα ακούν διαρκώς το αφήγημα ότι φέρουν ευθύνη για τη δημογραφική συρρίκνωση της χώρας και ότι οφείλουν να αποκτήσουν περισσότερα παιδιά.

Στην πραγματικότητα όμως, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους καλούνται να εργάζονται και οι δύο γονείς, να μεγαλώνουν παιδιά, να καλύπτουν τις ανάγκες τους και παράλληλα να πληρώνουν εξωσχολικές δραστηριότητες και πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη, αφού η λεγόμενη δωρεάν παιδεία, συχνά λειτουργεί περισσότερο ως ευφημισμός παρά ως πραγματικότητα.

Πολλοί από αυτούς θα ζήσουν για χρόνια ή ισόβια στο ενοίκιο.

Άλλοι θα βρεθούν αντιμέτωποι ακόμη και με τη γεωγραφική διάσπαση της οικογένειάς τους.

Ιδιαίτερα στον χώρο της εκπαίδευσης, ενώ ακούμε συνεχώς για την αξία της οικογένειας, δεν υπάρχει ουσιαστική μέριμνα συνυπηρέτησης.

Δύο εκπαιδευτικοί που είναι ζευγάρι, ή ακόμη και ο ένας από τους δύο, μπορούν να σταλούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους και να αναγκαστούν να ζουν χωριστά για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η οποία είναι γνωστή σε όλους, πληροφορούμαστε ότι κεντρική πολιτική προτεραιότητα, αποτελεί η εξίσωση της μισθολογικής αποζημίωσης των μητροπολιτών, με εκείνη των γενικών γραμματέων των υπουργείων, κάτι που στην πράξη οδηγεί σε σημαντική αύξηση των αποδοχών τους.

Αν το νομικό πλαίσιο προβλέπει κάτι τέτοιο, προφανώς μπορεί να εφαρμοστεί. Το ερώτημα όμως παραμένει. Πώς είναι δυνατόν να μη λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα της θέσης των επισκόπων; Οι επίσκοποι δεν είναι απλοί εργαζόμενοι που καλούνται να καλύψουν τις βιοτικές τους ανάγκες αποκλειστικά από τον μισθό τους.

Υπηρετούν έναν θεσμό ισοβίως. Διαμένουν σε κτίρια που διαθέτει ο θεσμός.

Δεν πληρώνουν ενοίκιο.

Οι μετακινήσεις τους, τα καύσιμα, οι λογαριασμοί, η ένδυση, η υπόδηση, η διατροφή, η φιλοξενία προσώπων, τα ταξίδια τους, η λειτουργία της κατοικίας τους και πλήθος άλλων αναγκών, καλύπτονται από τους πόρους του ίδιου του θεσμού.

Με απλά λόγια, σχεδόν το σύνολο των βασικών εξόδων που καλείται να αντιμετωπίσει κάθε μέσος πολίτης, καλύπτεται ήδη από το εκκλησιαστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και διακονούν.

Οι γενικοί γραμματείς, οι διευθυντές και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, δεν βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση.

Έχουν οικογένειες, ενοίκια ή στεγαστικά δάνεια, λογαριασμούς και καθημερινές υποχρεώσεις που βαρύνουν αποκλειστικά τους ίδιους.

Γι' αυτό και προκαλεί εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι συχνά εμφανίζονται επίσκοποι με μεγάλα χρηματικά ποσά, σε προσωπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και η κοινή γνώμη εκπλήσσεται.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά περίπτωση επισκόπου, που ερωτώμενος για εκατομμύρια ευρώ που βρέθηκαν κατατεθειμένα στο όνομά του, απάντησε ότι τα διατηρούσε "για μια δύσκολη στιγμή."

Κι όμως, δεν θα έπρεπε να πέφτουμε από τα σύννεφα. Όταν κάποιος δεν χρειάζεται να διαθέτει τον μισθό του για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών, είναι απολύτως αναμενόμενο να μπορεί να συσσωρεύει σημαντικά ποσά.

Σε μια χώρα που δοκιμάζεται από διαδοχικά σκάνδαλα, κοινωνικές ανισότητες και διαρκή οικονομική πίεση των πολλών, αυτή η επιλογή έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη επιβαρυμένη εικόνα.

Και δεν θα χρησιμοποιήσω το επιχείρημα ότι οι επίσκοποι και οι κληρικοί υποτίθεται πως υπηρετούμε όχι απλώς έναν θεσμό, αλλά έναν τρόπο ζωής που θεμελιώνεται στην απλότητα, τη λιτότητα και τη διακονία.

Όχι γιατί το επιχείρημα δεν έχει αξία, αλλά γιατί ακόμη και αν το αφήσουμε εντελώς στην άκρη, παραμένει το βασικό ερώτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και των πραγματικών προτεραιοτήτων μιας κοινωνίας.

Όταν χιλιάδες άνθρωποι που εργάστηκαν μια ζωή ζουν με συντάξεις πείνας, όταν νέα ζευγάρια αδυνατούν να στεγάσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια, όταν η οικογένεια εξυμνείται στα λόγια αλλά δεν στηρίζεται στην πράξη, τότε είναι εύλογο να αναρωτιέται κανείς αν αντιλαμβανόμαστε σωστά τι είναι πραγματικά επείγον και τι όχι.

Υ.Γ. Συνάνθρωποί μου, αυτό που συμβαίνει λέγεται "συστημική βία."

Προστίθεται μια ακόμη ψηφίδα στην πολυεπίπεδη συστημική βία που καλούμαστε να διαχειριστούμε.

Ο θάνατος του Γιώργου Παπαδάκη και η επιθυμία του να αποτεφρωθεί, πυροδότησε νέο κύκλο συζητήσεων και αντιπαραθέσεων σχετικά με το θέμα, δεδομένης της θέσης που έχουν πάρει τα διοικητικά όργανα της Εκκλησίας στην Ελλάδα να μην τελείται κανονική κηδεία σε περιπτώσεις αποτέφρωσης και ότι αυτή θεωρείται έμμεση άρνηση της πίστης

Από την άλλη μεριά, ο Χαράλαμπος Κοπανάκης είναι ένας ιερέας που ο λόγος και ο τρόπος του διαφέρουν από αυτούς του μέσου ιερέα. Με ανάρτησή του στο facebook παίρνει θέση και καλεί την Εκκλησία της Ελλάδας να αναθεωρήσει τη στάση της στο επίμαχο θέμα

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μοιράζομαι για ακόμη μία φορά μια προσωπική εμπειρία από ορθόδοξη ενορία της Μητρόπολης Γερμανίας, πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, όταν βρέθηκα εκεί και διακόνησα για έναν μήνα.

Η εμπειρία αυτή συνδέεται άμεσα με το ζήτημα που επανέρχεται έντονα στη δημόσια συζήτηση στη χώρα μας τις τελευταίες ημέρες. Την ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ ως τρόπο διαχείρισης του νεκρού σώματος.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν της εκεί παραμονής μου, μου ζητήθηκε να τελέσω την κηδεία ενός ορθόδοξου χριστιανού, του οποίου το σώμα, μετά την ακολουθία, θα οδηγούνταν για αποτέφρωση.

Μη γνωρίζοντας πώς διαχειρίζεται το συγκεκριμένο θέμα η τοπική Εκκλησία και έχοντας στο νου μου τα ελληνικά δεδομένα, θεώρησα σωστό να επικοινωνήσω με τον αρμόδιο επίσκοπο της περιοχής και να ζητήσω τη γνώμη του.

Η απάντησή του ήταν απολύτως φυσική, χωρίς καμία αμηχανία ή απορριπτικότητα. Μου είπε ξεκάθαρα ότι θα τελέσω κανονικά την κηδεία, εφόσον οι άνθρωποι ζητούν εκκλησιαστική κηδεία. Όταν τον ρώτησα αν πρόκειται για τρισάγιο ή για πλήρη ακολουθία, μου απάντησε σχεδόν αυτονόητα: "Τι κάνεις για τους ανθρώπους της ενορίας σου όταν πεθαίνουν; Κηδεία. Γιατί εδώ να κάνεις τρισάγιο;"

Πρόλαβα να πω "ξέρετε, στην Ελλάδα…", αλλά με διέκοψε ευγενικά και κατηγορηματικά. "Δεν με αφορά τι κάνετε στην Ελλάδα. Πότε και πώς θα καταλάβετε ότι αυτά τα θέματα χρειάζονται ποιμαντική διαχείριση και ευαισθησία;".

Και συνέχισε, "Οι άνθρωποι μας ζητούν να πάμε να διαβάσουμε μια προσευχή. Πηγαίνουμε σε κρεοπωλεία, ανθοπωλεία, κέντρα διασκέδασης, γήπεδα, σε κάθε είδους επιχειρήσεις, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι το περιεχόμενό τους δεν είναι το πιο "ηθικό". Εκεί γιατί δεν αρνούμαστε; Εσύ θα διαβάσεις την προσευχή επί του νεκρού σώματος. Από εκεί και πέρα, το πώς θα το διαχειριστεί η οικογένεια και ποια ήταν η επιθυμία του ανθρώπου εν ζωή, δεν είναι δική μας υπόθεση»

Καταθέτω αυτή την εμπειρία, γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα συχνά λειτουργούμε ως "υπερορθόδοξοι", ως θεματοφύλακες μιας απόλυτης αλήθειας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκφράζονται δημόσια αφοριστικές και απάνθρωπες κρίσεις.

Κάθε φορά που δημοσιεύεται μια είδηση για κάποιον επώνυμο που είχε επιλέξει την αποτέφρωση, διαβάζει κανείς σχόλια του τύπου, "έχασε την ψυχή του", "πήγε αδιάβαστος", "την έδωσε στον διάβολο". Κι όμως, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στο αποτεφρωτήριο της Ριτσώνας υπάρχει κληρικός, και εφόσον το ζητήσει η οικογένεια, διαβάζεται προσευχή, έστω κι αν δεν τελείται ολόκληρη η νεκρώσιμη ακολουθία.

Το βασικό θεολογικό επιχείρημα που προβάλλεται ενάντια στην αποτέφρωση αφορά την εσχατολογία. Τη Δευτέρα Παρουσία και την Ανάσταση των νεκρών. Υποστηρίζεται ότι το σώμα πρέπει να είναι ενταφιασμένο για να "αναστηθεί". Πρόκειται, όμως, για μια θεολογικά νηπιακή προσέγγιση.

Όταν μιλάμε για κοινή ανάσταση, μιλάμε για αναδημιουργία, όχι για απλή επανασυγκόλληση υλικών καταλοίπων. Ο Θεός, σύμφωνα με την πίστη μας, δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός, θα δυσκολευτεί, άραγε, να αναδημιουργήσει ένα σώμα επειδή δεν μπορεί να "εντοπίσει" τα λείψανα του ή μήπως η τέφρα είναι δυσκολότερο να εντοπιστεί από το Θεό σε σχέση με τα οστά;

Άλλωστε, ακόμη και η ταφή, όπως την εφαρμόζουμε σήμερα, δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο ταφής του Χριστού, ο οποίος τοποθετήθηκε σε λαξευμένο μνήμα και όχι θαμμένος κάτω από χώματα.

Έχω βρεθεί σε κηδείες και μάλιστα νεαρών ανθρώπων, όπου πριν καλά-καλά τελειώσει το τρισάγιο, αρχίζει να πέφτει χώμα πάνω στο φέρετρο, με τους γονείς να στέκονται από πάνω. Για πολλούς αυτό είναι βαθιά τραυματικό.

Σήμερα δεν μπορούμε να αγνοούμε την ψυχική κατάσταση των πενθούντων, ούτε τη δύναμη των εικόνων που χαράσσονται στον ψυχισμό τους. Και δεν χρειάζεται καν να αναφερθώ στις εκταφές και στις τραυματικές εμπειρίες από σώματα που δεν έχουν αποσυντεθεί επαρκώς.

Χρειάζεται λοιπόν, περισσότερος ανθρωπισμός και λιγότερα ψευδοδιλήμματα.

Ναι, τα διοικητικά όργανα της Εκκλησίας στην Ελλάδα έχουν αποφανθεί ότι δεν τελείται κανονική κηδεία σε περιπτώσεις αποτέφρωσης και ότι αυτή θεωρείται έμμεση άρνηση της πίστης. Μπορώ να κατανοήσω ότι πρόκειται για μια προσπάθεια αναχαίτισης ή επιβράδυνσης μιας αυξανόμενης κοινωνικής τάσης. Όμως, χωρίς να διεκδικώ προφητικό χάρισμα, θεωρώ σχεδόν βέβαιο ότι σε δέκα χρόνια το ζήτημα δεν θα συζητείται καν, και η Εκκλησία, σιωπηλά, θα τελεί κανονικά τις κηδείες όσων το ζητούν.

Εξάλλου, είτε μιλάμε για ταφή είτε για αποτέφρωση, μιλάμε για δύο διαφορετικούς τρόπους αποσύνθεσης του σώματος. Στη μεν ταφή μέσω της σήψης στη γη, στην δε αποτέφρωση μέσω της πυράς. Και στις δύο περιπτώσεις, το ανθρώπινο σώμα διαλύεται. Το ζητούμενο δεν είναι η μέθοδος, αλλά η ποιμαντική στάση και ο σεβασμός στον άνθρωπο.

 

 

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.