Φεβρουαρίου 06, 2026
" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Πάλι πλημμυρίσαμε

Ιανουαρίου 22, 2026

Έβρεξε χθες και για μια φορά ακόμη η Αθήνα –και ολόκληρη η Αττική – έζησαν εικόνες ανοχύρωτης και απροστάτευτης πόλης

Γράφει επ’ αυτού ο Νίκος Μπελαβίλας, καθηγητής πολεοδομίας και ιστορίας της πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

«Ναι, αγαπητές και αγαπητοί, πάλι πλημμυρίσαμε. Πάλι υπερχείλισαν τα φραγμένα ρέματα, πάλι τα ποτάμια βγήκαν στους δρόμους, πάλι το αρχαίο έλος του Λεκανοπεδίου εμφανίστηκε στο Μοσχάτο, στο Φάληρο, στις Τζιτζιφιές.

Και η βροχή, αν, ο μη γένοιτο, ξεπεράσει τα 150 χιλιοστά στη λεκάνη του Κηφισού — όπως τείνει να συμβεί αυτή τη στιγμή στου Παπάγου, στο Χαλάνδρι ή όπως συνέβη πριν λίγα χρόνια στη Μάνδρα— ξεχάστε τα ποτάμια: τα νερά θα φτάσουν στη θάλασσα  μέσα από τα σπίτια, από την Πειραιώς και τη Θησέως.

Φίλοι δημοσιογράφοι, αυτή τη φορά καλέστε τους αρμόδιους υπουργούς, όχι τους επιστήμονες που εδώ και χρόνια προειδοποιούν και περιγράφουν με ακρίβεια τι θα συμβεί. Ρωτήστε τους: τι έκαναν;

Ποιο πρόγραμμα πολιτικής προστασίας υλοποιήθηκε; Ποια κονδύλια διατέθηκαν; Ποια ρέματα απελευθερώθηκαν; Ποια έργα εγκιβωτισμού εγκαταλείφθηκαν; Ποια αυθαίρετα που φράζουν τη ροή κατεδαφίστηκαν; Ποιες λεκάνες ανάσχεσης κατασκευάστηκαν, ποιές αντιπλημμυρικές ζώνες; Πόσα εκατομμύρια ευρώ δόθηκαν στην Περιφέρεια Αττικής και στους δήμους για να ξεκινήσουν έργα;

Αυτό είναι πλέον το ερώτημα. Όχι τι θα πάθουμε — αυτό το ξέρουμε. Αλλά πώς δεν θα το πάθουμε»

Πολύ φοβάμαι πως ο Νίκος Μπελαβίλας απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων. Τον ακούει κανείς;

Εδώ πάντως, στη Ραφήνα, το Μεγάλο Ρέμα –που βρίσκεται σε φάση βίαιου εγκιβωτισμού - έφτασε χθες στα όριά του (ας σημειώσουμε πάντως εδώ, πως αυτοί που πλημμύρισαν ήταν οι δρόμοι της πόλης και όχι το Ρέμα)

Και ούτε το έργο εγκιβωτισμού φαίνεται να αποσύρεται, όπως προτείνει ο καθηγητής, ούτε τα αυθαίρετα που φράζουν τη ροή του ρέματος κατεδαφίζονται. Όσο για τις λεκάνες ανάσχεσης που ο καθηγητής του Μετσοβίου προτείνει να κατασκευαστούν, εδώ στη Ραφήνα, αυτό ακούγεται σαν ανέκδοτο, καθώς το έργο εγκιβωτισμού προβλέπει κατάργηση και της φυσικής αντιπλημμυρικής ζώνης της Πετρέζας

Το ποτάμι μετατρέπεται σιγά σιγά σε τσιμεντένιο οχετό που κατεβάζει νερό με τρομερή ταχύτητα και αυτό αποκαλείται αντιπλημμυρικό έργο

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει ελπίδα σε αυτό τον τόπο. Γιατί δεν είναι μόνο οι πολιτικές και αυτοδιοικητικές ηγεσίες που επιδεικνύουν εγκληματική αδιαφορία - είναι και το σύνολο σχεδόν των πολιτών, που αντί να αντιμετωπίζουν τα ρέματα και τα ποτάμια σαν ευλογία, τα αντιμετωπίζουν σαν κατάρα

 

 

 

του Νίκου Μπελαβίλα, Καθηγητή Πολεοδομίας και Ιστορίας της Πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και Διευθυντή του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος

 

Στη Μάνδρα το πρόβλημα δεν είναι η πλημμύρα, αλλά η ίδια η Μάνδρα. Όσες και όσοι γνωρίζουν να διαβάζουν χάρτες μπορούν να το διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι: ο χάρτης της πόλης του 19ου αιώνα σε αντιπαραβολή με τον χάρτη της πόλης του 21ου αιώνα. Η παλιά αρβανίτικη κωμόπολη ήταν κτισμένη και επιβίωσε εκαντοντάδες χρόνια επάνω σε έναν λόφο, ανάμεσα σε δύο ρέματα. Τα σπίτια βρίσκονταν 10–20 μέτρα ψηλότερα από τις κοίτες τους. Εκείνοι οι προπαππούδες δεν έχτισαν μέσα στη διαδρομή της πλημμύρας, μέσα στο νερό — κι ας μην γνώριζαν υδρογεωλογία. Αυτά μας δείχνει ο περίφημος χάρτης των Curtius και Kaupert του 1884.

Ωστόσο, η μεταπολεμική Μάνδρα απλώθηκε επάνω στις κοίτες των ρεμάτων. Στο γύρισμα του 20ου-21ου αιώνα, όταν το Θριάσιο εξεράγη με βιομηχανικές και μεταφορικές χρήσεις και οι ελαιώνες μετατράπηκαν σε κτίρια, η οικιστική–βιομηχανική ζώνη όχι μόνο συνέχισε να καλύπτει τις φυσικές πλημμυρικές κοίτες, αλλά επεκτάθηκε και επάνω στη συμβολή των δύο κλάδων που κατεβαίνουν από το όρος Πατέρας: των ρεμάτων Αγίας Αικατερίνης και Σούρες. Στραγγαλίζοντάς τα. Αυτό μας το δείχνει ο χάρτης του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του 2003. To κόκκινο σχήμα στα δεξιά είναι το νέο προβλεπόμενο κέντρο και βρίσκεται επάνω στο ρέμμα, όπως και το μώβ διαγραμμισμένο τρίγωνο κάτω που είναι η βιομηχανική ζώνη αλλά και το νοτιοανατολικό τμήμα με περιοχές κατοικίας

 

mandra01

 

Φέτος η Μάνδρα ήταν σχετικά τυχερή, καθώς τα 200–300 χιλιοστά βροχής έπεσαν λίγο νοτιότερα, προς τη θάλασσα στη Βλυχάδα και όχι στη βόρεια πλαγιά του βουνού. Έτσι ευτυχώς βιώσαμε μια μεγάλη πλημμύρα, αλλά όχι τον Αρμαγεδδώνα του 2017. Αλλιώς θα είχαμε τα ίδια αποτελέσματα, παρότι τόσο η τότε Περιφερειακή Αρχή της Ρένας Δούρου όσο και η επόμενη του Γιώργου Πατούλη κατασκεύασαν τα προβλεπόμενα έργα. Όπως όμως γνωρίζουμε, τέτοιοι χείμαρροι δεν τιθασεύονται σε υπόγεια κανάλια. Υπερχειλίζουν και βγαίνουν στην επιφάνεια, μετατρέποντας τους δρόμους σε ποτάμια.

Με όλο τον σεβασμό στις περιουσίες των ανθρώπων και στις προσπάθειες της αυτοδιοίκησης, όσο αντιπλημμυρικά έργα κι αν κατασκευαστούν, αν δεν κατεδαφιστούν κτίρια — σπίτια, αποθήκες, σούπερ μάρκετ — και αν δεν ξηλωθούν δρόμοι ώστε να απελευθερωθούν οι φυσικές διαδρομές του νερού, η πόλη θα πνίγεται με κάθε τέτοια βροχή.

Ο Νίκος Μπελαβίλας είναι καθηγητής πολεοδομίας και ιστορίας της πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Με μια ανάρτησή του παίρνει θέση απέναντι στην  θρασεία και ανιστόρητη πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποκόψει το εθνικό μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη από τις κοινωνικές ζυμώσεις και εν πολλοίς από την ιστορία αυτού του τόπου. Γιατί τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα εξελίσσονται γύρω από αντίστοιχα εθνικά μνημεία, εμπλουτίζοντάς τα και με νέες ιστορικές σελίδες

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής του ΕΜΠ: «Όποιος το σκέφτηκε, δεν έχει ιδέα ούτε από Ιστορία, ούτε από το τι σημαίνει κοινωνία και πολιτική. Τέτοιες “εξυπνάδες” τις λένε, κατά κανόνα, όσοι έχουν χάσει πλήρως την επαφή με την κοινωνία — βασιλείς και δικτάτορες στις τελευταίες ημέρες της δόξας τους»

Ας διαβάσουμε όμως ολόκληρο το κείμενό του

.....................................................................

 

Για να συνεννοηθούμε: Τα εθνικά μνημεία αποτελούν τα ύψιστα χωρικά σύμβολα των κοινωνιών. Όταν οι κοινωνίες και οι λαοί θέλουν να δηλώσουν, να μνημονεύσουν, να υμνήσουν ή να θρηνήσουν συλλογικά — με ένταση, με βαρύνουσες και εμβληματικές πράξεις — το πράττουν ενώπιον τους, αναφέρονται σε αυτά.

Αυτή είναι η Βαστίλλη, αυτή είναι η Κόκκινη Πλατεία, η Πλατεία Ταχρίρ, η Τιεν Αν Μεν, η Τραφάλγκαρ Σκουέαρ· σχεδόν όλες, μα όλες, οι μεγάλες πλατείες της Ευρώπης και της Αμερικής.

Είναι στον γενετικό κώδικα των πόλεων: οι μεγάλες πλατείες των αστικών συγκεντρώσεων να ταυτίζονται, πολλές φορές, με το μνημείο της πόλης ή να βρίσκονται δίπλα του.

Ο κύριος τόπος συγκέντρωσης του λαού της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ο Ιππόδρομος, και δίπλα του το κορυφαίο ιερό τοπόσημο της Αυτοκρατορίας — η Αγία Σοφία. Εκεί ξέσπασε η Στάση του Νίκα.

Το ίδιο συνέβη στη Βενετία, με την πλατεία του Σαν Μάρκο, τον ναό και το δουκικό παλάτι, στις μεσαιωνικές και αναγεννησιακές πλατείες.

Μπορώ να συνεχίσω με άπειρα παραδείγματα. Αυτές οι πλατείες, με τα μνημεία τους, υπήρξαν — και παραμένουν — οι ισχυροί αστικοί πυκνωτές των πόλεων, αρχαίων και σύγχρονων. Και δεν φαίνεται πως θα πάψουν να είναι.

Πίσω στην Αθήνα: Η πρώτη πλατεία της πόλης, η Πλατεία των Ανακτόρων, είχε ως κορυφαίο σύμβολο τα ίδια τα Ανάκτορα του Όθωνα. Στο σχεδόν αδιαμόρφωτο ακόμη πλάτωμά της ξέσπασε η Επανάσταση για το Σύνταγμα στις 3 Σεπτεμβρίου 1843. Έτσι γεννήθηκε η Πλατεία Συντάγματος.

Ένα μεγάλο τμήμα του χώρου της είναι αφιερωμένο, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα — από το 1932 — στον Άγνωστο Στρατιώτη. Τότε, η Πλατεία Συντάγματος δεν είχε ακόμη αποκτήσει τους συμβολισμούς που φέρει σήμερα. Τους απέκτησε με την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του 1944, με τα ματωμένα Δεκεμβριανά, με τα δίσεχτα χρόνια των Ιουλιανών και της Αποστασίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί ακριβώς έστησαν τα τεθωρακισμένα τους οι δικτάτορες στις 21 Απριλίου 1967, κι εκεί γιόρτασαν οι Αθηναίοι το τέλος τους, υποδεχόμενοι τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις 24 Ιουλίου 1974. Εκεί σκοτώθηκαν ο Κουμής και η Κανελλοπούλου από τα αφιονισμένα ΜΑΤ στη διαδήλωση του Νοέμβρη του 1980. Εκεί στήθηκαν οι μεγάλες νικητήριες συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και το 1985. Εκεί τα μεγάλα εργατικά και εκπαιδευτικά συλλαλητήρια, οι φοιτητικές διαδηλώσεις του Νόμου 815 (1979) και του Άρθρου 16 (2007).

Από το μαθητικό ξέσπασμα του Δεκεμβρίου 2008 για τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, έως τις Πλατείες του 2011, από το Δημοψήφισμα του 2015 έως τα Τέμπη του 2025, η Πλατεία Συντάγματος συνέχισε να είναι το συλλογικό βήμα της Δημοκρατίας. Ο τόπος συνάθροισης του αθηναϊκού λαού — άλλοτε ειρηνικά, άλλοτε βίαια· άλλοτε για καλό, άλλοτε για κακό· άλλοτε για να διεκδικήσει, άλλοτε για να συγκρουστεί.

Εδώ και πολλά χρόνια, η Πλατεία Συντάγματος δύο φορές τον χρόνο — 25 Μαρτίου και 28 Οκτωβρίου — ανήκει στην εξουσία, η οποία από την υπερυψωμένη εξέδρα της παρακολουθεί τις παρελάσεις στρατού και μαθητών.  Ο «λαός» στα πεζοδρόμια πίσω από κορδόνια ασφαλείας.

Μόνο αυτές τις δύο ημέρες η πλατεία αποστειρώνεται· ανήκει στους κοσμικούς και θρησκευτικούς ηγέτες της χώρας. Ενίοτε και  σε ολιγόλεπτες επισκέψεις ξένων ηγετών. Όλες τις άλλες ημέρες ανήκει σε όλους — με το Μνημείο άσβεστο και αβεβήλωτο.

Με εξαιρέσεις, όπως πάντα: ανεγκέφαλους ή εντεταλμένους που κάποτε επιχειρούν να το βανδαλίσουν.

Μα ποιος δεν τους θυμάται — όπως και ποιος δεν θυμάται, επίσης, τους γέροντες σταυραετούς της Εθνικής Αντίστασης, τους ζώντες τότε θρύλους της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο, αγκαλιασμένους, να δέχονται τα χτυπήματα των βέβηλων κρανοφόρων της αστυνομίας, στις 12 Μαρτίου του 2012, ενώπιον του Άγνωστου Στρατιώτη. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα περί βεβηλώσεων·

Ας τελειώνουμε με τους βέβηλους — όχι με την Πλατεία Συντάγματος.

ΥΓ.  Δύο εξαιρετικοί ιστορικοί, ο Antonis Liakos και ο Vangelis Karamanolakis, έχουν ήδη γράψει πολύ καλύτερα από εμένα για το τι σημαίνει να φυλάει ο στρατός το λίκνο της Δημοκρατίας. Το μόνο που αξίζει να συμπληρωθεί είναι το εξής:

Όποιος το σκέφτηκε, δεν έχει ιδέα ούτε από Ιστορία, ούτε από το τι σημαίνει κοινωνία και πολιτική. Τέτοιες «εξυπνάδες» τις λένε, κατά κανόνα, όσοι έχουν χάσει πλήρως την επαφή με την κοινωνία — βασιλείς και δικτάτορες στις τελευταίες ημέρες της δόξας τους.

Ο Νίκος Μπελαβίλας γράφει για την πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τα όρια των οικισμών -μια απόφαση που προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων από όλο σχεδόν το επίσημο πολιτικό φάσμα της χώρας- και ερωτά: Θα τελειώσουμε επιτέλους με τα όρια και τους όρους «λάστιχο» της δόμησης, αλλά και με την απαράδεκτη εκτός σχεδίου δόμηση; Θα τελειώσουμε επιτέλους με την αυθαιρεσία κάθε τοπικού παράγοντα που λειτουργεί με πελατειακή λογική;

Μια ενδιαφέρουσα ανάρτηση του καθηγητή πολεοδομίας και ιστορίας της πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο που τολμά να μιλήσει θαρραλέα και χωρίς να χαϊδεύει αυτιά βάζοντας τα πράγματα σε μια λογική σειρά, όπως πρέπει να γίνεται σε κάθε πολιτισμένη χώρα 

Ακολουθεί η ανάρτηση:

 

Υπάρχει μία πόλη, ένας οικισμός. Εκεί χτίζουμε πυκνά κτίρια σε οικοδομικά τετράγωνα, προβλέποντας να αφήσουμε χώρους – γεωμετρικά ικανούς και σε κατάλληλες διατάξεις – ώστε να διαμορφωθούν οι δρόμοι, οι πλατείες, τα πάρκα, αλλά και οι απαραίτητες κοινωνικές υποδομές: ένα σχολείο, ένα γυμναστήριο ή ένα μικρό γήπεδο, ένα κέντρο υγείας.

Όταν η πόλη μεγαλώνει – ή όταν εμείς επιθυμούμε να την επεκτείνουμε, όπως ονομάζεται στην πολεοδομία – επιλέγουμε μια κατάλληλη έκταση: που δεν είναι δάσος, ούτε αρχαιολογικός χώρος, ούτε αιγιαλός, ούτε ρέμα ή ποτάμι. Και σε αυτή την έκταση σχεδιάζουμε τις νέες συνοικίες και στη συνέχεια επιτρέπουμε την οικοδόμηση, παράλληλα ή, ακόμη καλύτερα, αφού ετοιμαστούν οι υποδομές.

Αυτός είναι ο κανόνας σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Αυτή είναι η λογική. Αυτή η πρακτική εφαρμόστηκε σπάνια – ή και καθόλου – στις ελληνικές πόλεις μέχρι τη Μεταπολίτευση. Οι πόλεις πρώτα επεκτείνονταν με καταπατήσεις και άναρχη δόμηση· ύστερα ερχόταν το κράτος, κατόπιν πολιτικών πιέσεων, να νομιμοποιήσει κάποιο πρόχειρο τοπογραφικό σχέδιο (αν υπήρχε και αυτό), φτιαγμένο από τον μεσίτη που «έκοβε» και πουλούσε τα οικόπεδα.

Έξω από τις πόλεις, στους μικρούς οικισμούς, διαμορφώθηκε μια αντίστοιχη παράδοση που διήρκεσε δεκαετίες. Χάρη σε διατάγματα της εποχής του Αντώνη Τρίτση – ο οποίος επιχείρησε να επιβάλει ένα καθεστώς ελέγχου – θεσπίστηκε ένα μεταβατικό πλαίσιο για τις επεκτάσεις: μια ακτίνα γύρω από κάθε οικισμό, κυρίως αγροτικό, μέσα στην οποία μπορούσε να επιτραπεί λελογισμένη δόμηση. Όμως αυτή την ακτίνα την όριζε κατά το δοκούν και χωρίς αντικειμενικά κριτήρια – ο εκάστοτε νομάρχης. Θεσπίζονταν όροι δόμησης και «παρεκκλίσεις», ώστε να μπορεί κανείς να χτίζει σχεδόν ελεύθερα.

Έτσι, και σε αυτή την περίπτωση, η παρέκκλιση, η εξαίρεση, έγινε κανόνας. Η ύπαιθρος κτιζόταν σιγά-σιγά: με μονοπάτια αντί για δρόμους, χωρίς κανέναν δημόσιο χώρο, χωρίς καμία υποδομή. Οι νομάρχες, επιρρεπείς στις πιέσεις και χωρίς υποχρέωση να πολεοδομήσουν συστηματικά, όριζαν αυθαίρετα μία περιμετρική γραμμή και ο οικισμός διπλασιαζόταν ή τριπλασιαζόταν μέσα σε λίγο καιρό. Παράλληλα, στήθηκε μία τεράστια κτηματομεσιτική οικονομία πάνω στην παραδοχή της αέναης επέκτασης των οικισμών – κυρίως σε παραθεριστικές ζώνες αλλά και σε προάστια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης.

Επειδή στην Ελλάδα τόσο οι πλούσιοι όσο και οι φτωχοί έχουν – από διαφορετικές αφετηρίες – το «δικαίωμα» να αυθαιρετούν και να λεηλατούν τη δημόσια γη και την ύπαιθρο, φτάσαμε στο σημερινό χάος. Από τη μία, η Μύκονος και η Πεντέλη, με τεράστιους οικισμούς επαύλεων στο πουθενά· από την άλλη, οι επίσης τεράστιοι οικισμοί λαϊκής δεύτερης κατοικίας – χωρίς ούτε μία υποτυπώδη υποδομή – στον νότιο Ευβοϊκό, στη Σαλαμίνα, στα Γεράνεια, στην ακτή του Κορινθιακού.

Σήμερα, σχεδόν ολόκληρο το επίσημο πολιτικό φάσμα της χώρας καταγγέλλει το Συμβούλιο της Επικρατείας, επειδή με την πρόσφατη απόφασή του επιχείρησε να βάλει σε τάξη αυτό το καταστροφικό χάος. Όχι απαγορεύοντας τις επεκτάσεις των οικισμών, αλλά καθορίζοντας πως αυτές θα γίνονται στο εξής με πολεοδομικούς κανόνες – όχι τυχαία, ούτε με χαριστικές ρυθμίσεις, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.

Έτσι φτάνουμε σε μια διακομματική αντίδραση, η οποία – στο όνομα «του λαού» – διεκδικεί το δικαίωμα στη δόμηση όπου μας αρέσει: ένα δικαίωμα που επιβιώνει επί δύο αιώνες, από την εποχή του Όθωνα, και που συνοψίζεται σε μια σταθερή επιλογή: τον προσδιορισμό της γης – δημόσιας ή ιδιωτικής, αγροτικής, δασικής, ορεινής, παράκτιας, παραλίμνιας – ως λάφυρου προς λεηλασία. Δικαίωμα και προνόμιο για τον «επενδυτή» που θέλει να χτίσει γιγαντιαία ξενοδοχεία, για τον παίκτη του χρηματιστηρίου που αναζητά βίλα με πισίνες στην καλντέρα της Σαντορίνης, στα παρθένα ακρωτήρια της Σερίφου ή μέσα στο δάσος της Χαλκιδικής, για τον εργολάβο που τεμαχίζει και οικοδομεί, για τον μετανάστη του ’50 που γύρευε ένα κεραμίδι για την οικογένειά του στο Πέραμα, αλλά και για τον εργαζόμενο παραθεριστή του ’90 που ήθελε ένα σπιτάκι για τα Σαββατοκύριακα δίπλα στη θάλασσα στη Λούτσα.

Η υπόθεση αυτή δεν είναι μοναδική. Είναι ένα από τα κεφάλαια του μεγάλου βιβλίου της ελληνικής ημιτελούς πολεοδομικής παράδοσης. Μαζί με την επί δύο αιώνες απουσία κτηματολογίου και δασικών χαρτών, μαζί με την αδιανόητη εφαρμογή της εκτός σχεδίου δόμησης σε όλη την επικράτεια.

Για να μη μελαγχολήσουμε, ας σκεφτούμε λίγο τα θετικά τα οποία πιστώνονται στις προηγούμενες κυβερνήσεις, τις προ του Μνημονίου, σε αυτές του ΣΥΡΙΖΑ του 2015-2019 και στις τωρινές της ΝΔ όσο και αν η διατύπωση ξενίζει: το κτηματολόγιο, όπως και οι δασικοί χάρτες, προχωρούν. Με αργούς ρυθμούς, αλλά προχωρούν. Και δεν πρέπει να σταματήσουν με κανέναν τρόπο. Το αρχαιολογικό κτηματολόγιο έχει ολοκληρωθεί, όπως και η περίφημη χάραξη των αιγιαλών που εκκρεμούσε γενιές και γενιές. Για πρώτη φορά από την εποχή της πολεοδομικής ανασυγκρότησης, της ΕΠΑ του 1983, εκπονούνται μαζικά πολεοδομικά σχέδια που θα καλύψουν το σύνολο του αστικού και εξωαστικού χώρου της Ελλάδας.

Ο έλεγχος των ορίων των οικισμών που ζητά το ΣτΕ είναι αντικείμενο αυτού του σχεδιασμού – και μόνο αυτού. Εκεί οφείλει να υπάρξει η δημόσια διαβούλευση: της αυτοδιοίκησης, των κατοίκων, της αγοράς. Εκεί πρέπει να γίνει ο διάλογος και να ληφθούν οι αποφάσεις για το ως πού και πώς αντέχει να επεκταθεί ένα χωριό, μία κωμόπολη, μία πόλη. Για το πόσο θα χτίσουμε από την ύπαιθρο, πόσες γεωργικές, δασικές ή ορεινές εκτάσεις θα κρατήσουμε ανέγγιχτες.

Ίσως είναι η στιγμή – χάρη και στην ευτυχή επιμονή του Συμβουλίου της Επικρατείας – να τελειώνουμε όχι μόνο με τα όρια και τους όρους «λάστιχο» της δόμησης, αλλά και με την απαράδεκτη εκτός σχεδίου δόμηση.

Μ ένα μεστό κείμενο ο Νίκος Μπελαβίλας ανακοινώνει την απόφασή του να μην συνταχθεί ούτε με τον έναν ούτε με τον άλλον και λέει μεγάλες αλήθειες που εμείς οι αριστεροί δυσκολευόμαστε είτε να τις δούμε είτε να τις παραδεχθούμε δημόσια. Όπως λέει: "Πολύ μεγάλος στην ηλικία και στο νου για άλλη μία διάσπαση. Πολύ μεγάλος για να διεκδικώ το αλάθητο" . Αλλά και πολύ νέος για να παραιτηθεί από τους αγώνες. Απλά θα τους κάνει με τον τρόπο του. Και θα είναι ελεύθερος

 

Αγαπημένες μου συντρόφισσες και σύντροφοι δεν πάει άλλο. Το πάλεψα πολύ, δεν θέλησα να υπογράψω κείμενο αποχώρησης. Μεγάλωσα με τους απόηχους δύο τρομερών βίαιων διασπάσεων, της Τασκένδης του ’55 και αυτής του ’68. Έπειτα είχα την τύχη να ζήσω τις μεγάλες διασπάσεις της νεολαίας, ο ίδιος του «Ρήγα Φεραίου» και της Β’ Πανελλαδικής, και δίπλα μας οι φίλοι, οι συγκάτοικοι των φοιτητικών χρόνων τις δικές του, της ΚΝΕ και της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ, των οργανώσεων της εκτός Αριστεράς.

Για όσες και όσους αγνοείτε εκείνες τις μικρές ιστορίες, όλη η Μεταπολίτευση είναι ένα μεγάλο θέατρο διασπάσεων, διαγραφών, αποσχίσεων.Οι πάντες γνωρίζαμε την αλήθεια που οι "άλλοι" αγνοούσαν. Η επιβολή της "δικής" μας αλήθειας γινόταν με ξύλο στις συνελεύσεις, στα αμφιθέατρα, στις αφισοκολλήσεις, στις συγκεντρώσεις και στις διαδηλώσεις. Ποιος θα πάρει το μικρόφωνο, ποιος θα καλύψει το σύνθημα του αντιπάλου, ποιος θα επιβληθεί στο συνδικάτο, στη λέσχη, στο σύλλογο. Μιλάμε για την Αριστερά βεβαίως, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική. Όσες και όσοι δεν το έχουν ζήσει, δεν ξέρουν τι πάει να πει διάσπαση. Έπειτα ΕΑΡ-ΚΚΕεσωτ-Α.Α, ΣΥΝ-ΚΚΕ, ως τις μαζικές αποχωρήσεις την εποχή του 2010 και του 2015.

Τόσο η βία, άλλοτε άγρια φυσική, σωματική και σήμερα λεκτική στο διαδίκτυο, όσο και η κατοχή του αλάθητου των "φωτισμένων" είναι χαρακτηριστικό ενός φανατισμού της Αριστεράς που έρχεται από τους μακρινούς καιρούς των επαναστάσεων. Δεν ξεπερνιέται. Εμπεριέχεται στον γενετικό κώδικα όλων των συλλογικοτήτων που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο τους τελευταίους τρεις αιώνες. Την ξαναβρίσκουμε ακριβώς την ίδια στις αρχέγονες διαμάχες χιλιετιών των θρησκευτικών αιρέσεων και σεχτών που επιβιώνουν ακόμη.

Πολύ μεγάλος λοιπόν στην ηλικία και στο νου για άλλη μία διάσπαση. Πολύ μεγάλος για να διεκδικώ το αλάθητο.

Να μην πολυλογούμε: Δεν πάει άλλο! «Σπίτι μου» όπως λέγαμε παλιά. Εκεί υπάρχουν πολλά-πολλά να γίνουν. Στο πανεπιστήμιο, στο περιβάλλον, στην ανθρώπινη αλληλεγγύη, στην προστασία μνημείων, στον Πειραιά. Ο καθείς εφ’ ώ ετάχθη. Τουλάχιστον έχοντας την αίσθηση ότι προσφέρεις κάτι στην κοινωνία… και γλυτώνεις στον ψυχίατρο.

Στρατολογήθηκα στην Αριστερά τον Σεπτέμβριο του 1974. Και δεν υπάρχει περίπτωση να φύγω για αλλού. Ο αποχαιρετισμός αφορά τα όπλα του κομματικού μέλους. Όχι του αριστερού πολίτη. Καλή αντάμωση, και θα υπάρξει κάποτε.

Σελίδα 1 από 2

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.