" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Στην εικόνα η Ύδρα αποτυπωμένη το 1808 από τον Antoine-Laurent Castellan

 

του Νίκου Μπελαβίλα, Καθηγητή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχ. Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου

Ομιλία στον εορτασμό της Εθνικής Επετείου 25ης Μαρτίου 1821 - 24 Μαρτίου 2026 Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

 

Ανατραφήκαμε και μεγαλώσαμε ακούγοντας και διαβάζοντας την Ιστορία της Επανάστασης με δέος, υπερηφάνεια και απέραντο σεβασμό. Η γενεσιουργός πράξη της σύγχρονης Ελλάδας και, ταυτόχρονα, η ιδρυτική πράξη του κράτους του οποίου είμαστε πολίτες, αποτελεί το κορυφαίο ιστορικό γεγονός στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων.

Λόγω της εγγύτητας, της αμεσότητας, αλλά και των δεκάδων αφηγήσεων που η μνήμη ή ο γραπτός λόγος διέσωσε, βρίσκεται υψηλότερα τόσο από τις ιστορίες της μακρινής ή της λιγότερο μακρινής αρχαιότητας όσο και από τις αρχέγονες αφηγήσεις: τα ίδια τα Ομηρικά Έπη, το κλέος της Αθήνας του Περικλή και τον ηρωισμό της Σπάρτης του Λεωνίδα, το θαύμα της Σαλαμίνας και του Μαραθώνα, την κυριολεκτικά μυθική πορεία των Μακεδόνων και του Αλεξάνδρου προς την Ανατολή, την ίδρυση και το μεγαλείο της Βασιλεύουσας και την αρχετυπική πτώση της μαζί με τον «Μαρμαρωμένο Βασιλιά». Ούτε αυτά, αλλά ούτε και οι πιο κοντινές μας ιστορίες των Βαλκανικών Πολέμων, της Μικρασιατικής Καταστροφής, του θριάμβου στα βουνά της Αλβανίας και, στη συνέχεια, της εποποιίας της Εθνικής Αντίστασης εναντίον των Ναζί στις πόλεις και στα ελληνικά βουνά, δεν κατέχουν την ίδια θέση.

Επιτρέψτε μου να πω όμως, πως όλα τα πιο πάνω συγκροτούν μία συνεκτική αφήγηση ιστορικής εθνικής συνέχειας, η οποία αποτελεί το διδακτικό «ευαγγέλιο» της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, όπως αυτό σταδιακά συντάχθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα ως τις ημέρες μας.

Στο κέντρο αυτής της αφήγησης - και χωρίς αυτό το κέντρο δεν θα είχε στηθεί όλο το ιστορικό οικοδόμημα - στέκουν οι κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης. Άλλοτε πραγματικές, άλλοτε τυλιγμένες με μυθικές διαστάσεις, άλλοτε εμπλουτισμένες από τους θρύλους και τις παραδόσεις· δεν θα τις διακρίνω και δεν υπάρχει λόγος, καθώς ήδη η επιστήμη της Ιστορίας έχει διακρίνει πλέον τα φανταστικά από τα πραγματικά γεγονότα της εξέγερσης: ο πρωτομάρτυρας Ρήγας, η Αγία Λαύρα, τα Δερβενάκια, η θυσία του Μεσολογγίου, το Μανιάκι και οι Σουλιώτισσες, η σφαγή της Χίου και οι πυρπολητές, η Αλαμάνα, η Γραβιά, το Ναβαρίνο.

Αυτή, λοιπόν, η γοητευτική ιστορία άρχισε να γράφεται από τα μέσα του 19ου αιώνα - λέω πολύ συνειδητά «από τα μέσα» και όχι από το 1829 που τέλειωσε ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας, καθώς ως τότε γνωρίζουμε πως η προγενέστερη, τουλάχιστον, ιστορία δεν αποτελούσε με αυτή τη μορφή την αφήγηση του Ρήγα, του Κοραή και των Φιλικών. Συγκροτήθηκε στη μορφή που γνωρίζουμε, τρεις δεκαετίες αργότερα, όταν η ταυτότητα των Ελλήνων αμφισβητήθηκε, όταν η θεωρία περί σλαβικής αλλοίωσης της φυλής διαδόθηκε, όταν πλέον το νεοσύστατο κράτος επιχειρούσε - όπως εξάλλου συνέβη με όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά κράτη - να ταυτιστεί με το έθνος, και αυτό να αναζητηθεί από τις απαρχές της προϊστορίας ως τη σύγχρονη εποχή.

Η προκήρυξη του Ιασίου - το περίφημο ιστορικό κείμενο ξεκινάει με την προσταγή "Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος", την αναφορά στην πατρίδα και τη θρησκεία. Τούτα τα δύο αποτελούν τους πυλώνες επάνω στους οποίους αναπτύσσεται. Το σέβας λοιπόν στην Ιερά Θρησκεία, και δίπλα σε αυτήν η «Κλασσική Γη της Ελλάδος» των Πατέρων μας, ο Θηβαίος Επαμεινώνδας, ο Αθηναίος Θρασύβουλος, ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων - οι Τυραννοκτόνοι - αλλά και ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής και ο Λεωνίδας. Υπάρχουν αυτοί, η λαμπρή κλασσική αρχαιότητα και μόνο αυτή, και όσο και αν μας φαίνεται περίεργο, δεν υπάρχουν ο Μέγας Αλέξανδρος ούτε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Και αν πιάσουμε τον Θούριο, το «ιερώτερο άσμα της φυλής μας», όπως το χαρακτήρισε ο Γεώργιος Τερτσέτης το 1859 —το λεβέντικο επαναστατικό τραγούδι που θύμιζε την προτροπή της γαλλικής Μασσαλιώτιδας, όπως το περιέγραψε ο Γιώργος Μπαμπινιώτης στον πανηγυρικό της 25ης Μαρτίου του 2001 - θα δούμε ότι στην πραγματικότητα αυτό το ελληνικό επαναστατικό εμβατήριο καλεί τους πάντες στον ξεσηκωμό: από τη Μάλτα ως τη Μαύρη Θάλασσα, από την Μπόσνα (τη Βοσνία), τον Δούναβη και τον Σάβα (τη Σερβία) ως το Χαλέπι (τη Συρία) και το Μισίρι (την Αίγυπτο)· Βουλγάρους και Αρβανίτες, Αρμένιους και Ρωμιούς, Αράπηδες και άσπρους, Χριστιανούς και Τούρκους, να ξεσηκωθούν εναντίον των τυράννων, όπως το έπραξαν οι ευρωπαϊκοί λαοί.

Η Ιστορία μας στον δρόμο άλλαξε. Το όραμα του Ρήγα, που απευθυνόταν σε όλες τις φυλές και τις θρησκείες της αυτοκρατορίας, περιορίστηκε στα σύνορα της μετέπειτα Ελλάδας, καθώς και οι άλλες εθνότητες των Βαλκανίων - κυρίως οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι, αργότερα οι Βούλγαροι και οι Αλβανοί - ακολούθησαν τον δικό τους δρόμο. Όσο για την υπόλοιπη αυτοκρατορία, αυτή τελικά τεμαχίστηκε σε μία συνεχή διαδικασία που διήρκεσε έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αυτή η μακρά εισαγωγή είχε έναν στόχο: να αναδείξει πως ό,τι ονομάζουμε εθνική μας Ιστορία μετασχηματίστηκε και μετασχηματίζεται. Αρχικά ο Μεσαίωνας – ούτε καν η Ύστερη Αρχαιότητα δεν αποτέλεσαν κεφάλαιά της, στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Οι Ελληνιστικοί Χρόνοι εισήλθαν στην έρευνα αργότερα - περισσότερο το Χριστιανικό Βυζάντιο με περιορισμένον όμως τον ορίζοντα της ιστορικής έρευνας - μόνο τα θρησκευτικά του κειμήλια και μνημεία, η τέχνη της αγιογραφίας του, οι ναούς και οι μονές, αγνοώντας για δεκαετίες την καθημερινή ζωή, την οικονομία, την τεχνολογία, τις πόλεις, τα χωριά. Χρειάστηκε να φτάσουμε στην εποχή μας για να υπάρξει ένας Στήβεν Ράνσιμαν, μία Ελένη Αρβελέρ, ώστε να μπορούμε να καταλάβουμε πώς ακριβώς ήταν κτισμένη και πώς ζούσε αυτή η χιλιόχρονη κοινωνία έξω από τις αυλές του Μεγάλου Παλατίου της Κωνσταντινούπολης, ή τα αθωνικά μοναστήρια.

Πολύ περισσότερο, οι «γκρίζες ζώνες» των άλλων: οι Σταυροφορίες (πέρα από την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης), ο επί αιώνες άγνωστος κοινός βίος με τους Σταυροφόρους (Φράγκους) στον Μωριά, με τους Καταλανούς στη Θήβα, στην Άμφισσα ή στη Θεσσαλία, με τους Βενετσιάνους στις Κυκλάδες και στην Κρήτη, με τους Γενοβέζους στη Χίο, με τους Ιωαννίτες Ιππότες στα Δωδεκάνησα, αλλά και η κάθοδος των Αλβανών μισθοφόρων ή των Σλάβων μας ήταν παντελώς άγνωστες – τα βιβλία τέλειωναν με λίγες αράδες – «οι επιδρομές άλλων φυλών».

Αρκετά πρόσφατα είχα την ευκαιρία να μελετήσω και να τεκμηριώσω την εξέλιξη δύο χωριών του Ταϋγέτου και των Αγράφων – Κουμουστά και Βίνιανη - η γνωστή πρωτεύουσα της Εθνικής Αντίστασης. Και τα δύο βρίσκονταν στις ορεινές παρυφές της άλλοτε βυζαντινής και μετέπειτα σταυροφορικής επικράτειας –ερειπωμένες κατά τον Μεσαίωνα ελληνιστικές οικήσεις οι οποίες αναβίωσαν και αναπτύχθηκαν από Σλάβους αγρότες. Υπάρχουν μετά βεβαιότητας τη στιγμή της Άλωσης, τον μέσο 15ο αιώνα και έφθασαν στην ακμή τους με πληθυσμούς εκατοντάδων κατοίκων κατά τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα.

Ήταν κοινότητες αγροτών με καλλιέργειας μεταξιού, αμπελιών, με κοπάδια, με νερόμυλους και αλώνια, με εκκλησιές και πυργόσπιτα, που ομογενοποιήθηκαν σταδιακά με το υπόλοιπο οικιστικό δίκτυο, απέκτησαν μία νέα ταυτότητα και νέα πατρίδα. Στο τέλος οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν ως Έλληνες πλέον στον Αγώνα του 1821. Η Κουμουστά της Λακωνίας και η Βίνιανη της Ευρυτανίας είναι δύο πανέμορφα ορεινά ελληνικά χωριά που δεν κατακτήθηκαν - αλλά ερειπωμένα κατά τον Μεσαίωνα επανακατοικήθηκαν από «αλλόφυλους» φτωχούς αγρότες και άνθισαν στους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Σήμερα μόνο τα τοπωνύμια τους θυμίζουν ότι οι πρώτοι οικιστές των νεώτερων χρόνων δεν μιλούσαν καλά-καλά Ελληνικά. Αναφέρω ετούτα τα δύο παραδείγματα προκειμένου να αντιληφθούμε πως η Ιστορία πολλές φορές είναι κάτι πολύ πιο περίπλοκο από το παιδικά σχήμα της διαμάχης «καλών-κακών», ή «ξένων και γηγενών». Και αυτή η επιστημονική θεώρηση μας αποκαλύπτει πολλά περισσότερα - και πολύ περισσότερο αλήθειες που κατά τίποτα δεν μειώνουν την εθνική ταυτότητα καθώς όπως έγραφε ο Σολωμός: «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές».

Αν η Βυζαντινή Ιστορία ερευνήθηκε λίγο, είναι βέβαιο ότι από την ίδρυση του νέου μας κράτους και για πολλές-πολλές δεκαετίες η «μικρή» ιστορία των πόλεων, των οικισμών, της οικονομίας, της καθημερινότητας μίας εποχής, της Οθωμανικής κυριαρχίας, η οποία διήρκεσε πέντε ολόκληρους αιώνες αποτελούσε σκοτεινό κεφάλαιο. Μόλις κατά τη δεκαετία του 1970 νέοι ιστορικοί, σπουδαγμένοι οι περισσότεροι και στις γαλλικές και βρετανικές σχολές άρχισαν να ξαναδιαβάζουν την Ιστορία, να ανατρέχουν στις πραγματικές πηγές, στα κοινοτικά και στα μοναστηριακά αρχεία, στις μεγάλες διεθνείς βιβλιοθήκες, σιγά-σιγά να μπαίνουν και στα αρχεία του Τοπ Καπί στην Κωνσταντινούπολη. Η νέα εκείνη γενιά ιστορικών – και αυτό ήταν σπουδαίο συνυπήρξε με τους βαλκάνιους αντίστοιχους επικοινωνώντας, ανταλλάσσοντας πληροφορίες, φωτίζοντας τους λεγόμενους ως τότε «σκοτεινούς χρόνους» της Τουρκοκρατίας. Ανακαλύπτοντας έναν πλούτο στοιχείων που σε μεγάλο βαθμό αναθεώρησαν την άποψη μας για την προεπαναστατική Ελλάδα.

Ως τότε μελετώνταν κατά καιρούς οι πόλεμοι και η αντίσταση στην Οθωμανική εξουσία, ή οι διωγμοί, το παιδομάζωμα, οι εξεγέρσεις. Με αυτό το άλμα, άρχισαν να ερευνώνται οι κοινωνικές δομές, η οικονομία και μαζί τους η αστική γεωγραφία, η αρχιτεκτονική, η πολεοδομία. Μεγάλα ονόματα της Σχολής των Αρχιτεκτόνων, ο Χαράλαμπος Μπούρας, η Αναστασία Τζάκου και η Μάρω Φίλιππα-Αποστόλου, ο Δημήτρης Φιλιππίδης, ο Δημήτρης Καρύδης, ο Μανώλης Κορρές και ο Γιώργος Σαρηγιάννης συνέβαλαν τα μάλα ερευνώντας και γράφοντας για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία των αιώνων μετά την Άλωση.

Ας επιστρέψουμε στην Ιστορία: Ναι, οι Έλληνες εξεγείρονται ή συμμετέχουν σε ξεσηκωμούς και πολέμους κατά της εξουσίας του Σουλτάνου ή τοπικών πασάδων. Η πρώτη μεγάλη ευκαιρία εμφανίζεται ήδη από τον 16ο αιώνα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συμμαχίας κατά της οθωμανικής επέκτασης. Την εποχή της ναυμαχίας της Ναυπάκτου του 1571, πολλοί πληθυσμοί της ελληνικής χερσονήσου, ιδίως στα νησιά και στις παράλιες περιοχές, εξεγείρονται ή συνδράμουν τον Ιερό Συνασπισμό, βλέποντας στην ήττα του οθωμανικού στόλου. Όμως τελικά οι δυνάμεις της Δύσης αποχωρούν και η ανταπόδοση των Οθωμανών είναι σκληρή.

Έναν αιώνα μετά, η Κρήτη - η μεγαλύτερη εναπομείνασα ενετική κτήση στην Ανατολή - μπαίνει στο στόχαστρο. Επί δεκαετίες μάχεται, σε έναν πόλεμο που εξαντλεί και τις δύο αυτοκρατορίες. Πρόκειται για τον Κρητικό Πόλεμο ο οποίος διήρκεσε από το 1645 ως το 1669, μια σύρραξη που απορροφά όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις των αντιπάλων. Οι Κρήτες, ορθόδοξοι χριστιανοί υπό ενετική διοίκηση, συμμετέχουν μαζικά στην άμυνα, συγκροτώντας δικά τους σώματα. Η πολιορκία του Χάνδακα κρατά εικοσιδύο χρόνια, από τις μακροβιότερες στην ιστορία της πολιορκητικής τέχνης. Απλώθηκε στα νησιά και στην Αττική. Η λεηλασία της Μονής της Πάτμου από τον Μοροσίνι το 1659 και η ανατίναξη του Παρθενώνα το 1687 είναι στιγμιότυπα αυτού ακριβώς του πολέμου: δείχνουν τόσο την ένταση των συγκρούσεων όσο και τον τρόπο με τον οποίο οι συγκρούσεις ήταν συγκρούσεις ηγεμονιών – της Ενετικής και της Οθωμανικής – και όχι εθνοτήτων, ούτε καν θρησκειών.

Ο πόλεμος ουσιαστικά συνεχίστηκε με διαλείμματα ως τις αρχές του 18ου. Οι Βενετοί έχασαν την Κρήτη αλλά κατέλαβαν ολόκληρο τον Μωριά και την Τήνο. Οι ντόπιοι πληθυσμοί συμμετέχουν ενεργά, είτε ως ένοπλοι βοηθοί είτε μέσω τοπικών εξεγέρσεων που διευκολύνουν την προέλαση των δυτικών. ‘Όλο αυτό έληξε το 1715 όταν η οθωμανική εξουσία επιβλήθηκε οριστικά.

Πέρα από τους μεγάλους πολέμους των αυτοκρατοριών, η ιστορία είναι διάσπαρτη από μικρότερους, αυθόρμητους ξεσηκωμούς. Τοπικές εξεγέρσεις υπήρξαν στον αγροτικό χώρο, σε πόλεις και χωριά, στην Κρήτη, στη Μάνη, στη Ρούμελη, στη Μακεδονία, στις Κυκλάδες — κινήματα που συχνά προκαλούνταν από υπερβολικές φορολογικές απαιτήσεις, από την αυθαιρεσία τοπικών πασάδων ή ακόμη και από την εκτός νόμου δραστηριότητα κλεφτών ή πειρατών. Η άγρια καταστολή τους από τους Τούρκους ήταν δεδομένη: εκτελέσεις προκρίτων, πυρπολήσεις χωριών, εξανδραποδισμοί πληθυσμών.

Όμως από το τέλος των Ενετοτουρκικών πολέμων, δηλαδή από την αυγή του 18ου αιώνα - η επόμενη μεγάλη σύγκρουση - του Ρωσοτουρκικού και των Ορλωφικών ήρθε εξήντα χρόνια αργότερα - σχεδόν τρεις γενιές με τα μέτρα εκείνων των καιρών.

Η ενδιάμεση μακρά περίοδος σχετικής ηρεμίας είναι η «Οθωμανική Ειρήνη» (Pax Ottomana), η οποία ουσιαστικά έδωσε τη δυνατότητα οικιστικής και οικονομικής ανάπτυξης σε ολόκληρη τη Βαλκανική, στην ελληνική χερσόνησο και στο Αιγαίο. Για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες εμφανίζονται αστικά κέντρα με αρκετές χιλιάδες κατοίκους: η Λάρισα καταμεσής του πλούσιου κάμπου με 20.000 κατοίκους, κέντρο της Θεσσαλίας, με διοίκηση, εμπόριο, παζάρια και χάνια· η Λιβαδειά με 10.000 και δεκάδες βιοτεχνίες, κέντρο της Ρούμελης· τα Γιάννενα με 30.000-40.000 κόσμο, ενώ γύρω ακμάζουν χωριά, κωμοπόλεις και, βέβαια, ολόκληρο το δίκτυο των δεκάδων οικισμών στα βουνά της Ηπείρου. Ας μην ξεχνάμε δε ότι τα δυτικά νησιά μας, τα Επτάνησα, κάτω από Ενετική, και αργότερα Γαλλική και Βρετανική διοίκηση ακολούθησαν δρόμους που μοιάζουν περισσότερο με αυτούς των Ιταλικών λιμανιών και λιγότερο με εκείνους της Ανατολής. Το νησιωτικό Ιόνιο είναι η πρώτη ελληνική γεωγραφική περιφέρεια όπου έχουμε κατά τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα ανάπτυξη πραγματικής αστικής τάξης αριστοκρατών και πόλεων που θυμίζουν τις νέες πόλεις της Δύσης.

Στον Βορρά τα πράγματα είναι ακόμη πιο ήρεμα, καθώς εκεί κανείς δεν απειλεί την οθωμανική ειρήνη. Η πανάρχαια μητρόπολη, η Θεσσαλονίκη —μία «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» μετά τον 15ο αιώνα— είναι η πόλη των τριών θρησκειών που δεν είχε γνωρίσει πόλεμο επί πέντε αιώνες. Ο πληθυσμός της ανερχόταν σε 60.000-80.000 κάτοικους. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν εξεγέρσεις σε πόλεις ή στην ύπαιθρο η όπως αυτή των Ιωαννίνων από τον Σκυλόσοφο, ή στη Βέροια και τη Νάουσα που συνοδεύτηκαν από άγριες σφαγές αλλά και μεγάλες «τιμωρητικές» αποβάσεις στα νησιά από τον Καπουδάν Πασά, κυρίως λόγω πειρατείας και σύμπραξης με δυτικούς κουρσάρους, στη Μήλο, στη Μύκονο και αλλού.

Στα νησιά η Μυτιλήνη και η Χίος – η «Σκάλα του Λεβάντε» ακμάζουν. Στη Ρούμελη και στον Μωριά, δύο είναι οι μεγάλες πόλεις: η Χαλκίδα, ναυτικό στρατηγικό κέντρο ήδη από τη βυζαντινή εποχή, και η Τριπολιτσά με 20.000-30.000 κατοίκους, που αποτελεί τη διοικητική και στρατιωτική πρωτεύουσα τους τελευταίους αιώνες. Αντιθέτως, η Αθήνα δεν ακτινοβολεί τόσο πολύ. Ζει σε μια σχετική ηρεμία - με εξαίρεση σπάνιες συγκρούσεις - χωρίς τις παλαιότερες επιδρομές συμμοριών ή ατάκτων. Οι Τούρκοι άρχοντες εγκατεστημένοι επάνω στον οικισμό της Ακρόπολης, στο «Κάστρο», οι γηγενείς παλαιοί Αθηναίοι, οι Αρβανίτες, οι Τουρκόγυφτοι στις αντίστοιχες γειτονιές γύρω από την Αγορά, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μετάλλαξη της Αρχαίας Αγοράς. Αυτή την εικόνα αποτύπωσε ένας άλλος δάσκαλος, ο αρχιτέκτων Ιωάννης Τραυλός, αφήνοντάς μας μια ιδιαίτερα ακριβή εικόνα της εξέλιξης των Αθηνών. Η προεπαναστατική Αθήνα πέρασε στην Ιστορία χάρη στις γραφικές απεικονίσεις δεκάδων ταξιδιωτών αλλά και τον έρωτα του Βύρωνα του 1809, που εικονογραφείται μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον αρχαίων ερειπίων και κήπων, έρωτα για τη νεαρή Κόρη των Αθηνών, την Τερέζα Μακρή, θυγατέρα του προξένου της Αγγλίας.

Αφήνοντας τις πόλεις και περνώντας στις μικρότερες κλίμακες των οικισμών προκειμένου να αντιληφθούμε τις διαστάσεις της ανάπτυξης τους κατά την ύστερη Οθωμανική περίοδο, ας ανατρέξουμε στο φαινόμενο των δυναμικών κοινοτήτων τόσο στους ορεινούς όγκους όσο και στα νησιά, όπου φαίνεται ανάγλυφα αυτή η εξέλιξη οικιστικής αναγέννησης, και η δημιουργία ισχυρών παραγωγικών, βιοτεχνικών κέντρων και εμπορικών δικτύων:

Είναι το ορεινό δίκτυο του Πηλίου, με την Πορταριά, τη Μακρυνίτσα, τη Ζαγορά, την Τσαγκαράδα, με την αγροτική παραγωγή στο οποίο θα πρόσθετα και τα θεσσαλικά Αμπελάκια με την υφαντουργία τους.

Είναι το δίκτυο του Ζαγορίου, κάπου τριάντα χωριά-βιοτεχνίες και μια ορεινή οικονομία γεωργίας, δασοπονίας και κτηνοτροφίας παράλληλα με την τέχνη της πέτρας, αλλά και το ίδιο το ευημερούν Μέτσοβο.

 Όπως και το δίκτυο των Μαστιχοχωρίων στη Χίο, τα παλαιά ανθηρά παραγωγικά κέντρα των Γενοβέζων που επεξεργάζονταν το δάκρυ του μαστιχόδενδρου, αναβίωσαν κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Το νησί τότε είχε περισσότερους από 100.000 κάτοικους- τους διπλάσιους από ότι σήμερα.

Σε αυτή την διαρκή ανοδική άνθηση, η οποία εξελίχθηκε καθ’ όλο τον 18ο αιώνα, έπαιξε ρόλο η σχετική χαλάρωση της σουλτανικής εξουσίας και η ανάπτυξη των αυτοδιοικούμενων δομών και των συνεταιρισμών – στα βιοτεχνικά και ναυτικά κέντρα.

Αλλά και τα ισχυρά κίνητρα - προνόμια που δόθηκαν από τον Σουλτάνο προκειμένου να αναβιώσουν εγκαταλελειμμένοι τόποι - ενίσχυσαν το ρεύμα. Περισσότερα από δεκαπέντε νησιά εποικίστηκαν συστηματικά τότε, με προνόμια στη γη και στη φορολογία.

 Έτσι, στην προικισμένη από τη φύση Σάμο, για παράδειγμα, μεταξύ του 1572 και του 1821, αναπτύσσεται ένα ανθηρό, δίκτυο περίπου τριάντα χωριών και τριών πόλεων, σε ένα νησί που, καθ’ όλη την ύστερη βυζαντινή περίοδο, ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένο.

Και υπάρχει, φυσικά, το πραγματικά ακραίο νησιωτικό παράδειγμα της Ύδρας. Ένας γυμνός βράχος, δέχεται Αλβανούς μισθοφόρους και φυγάδες των τελευταίων μεγάλων πολέμων οι οποίοι σφράγισαν την εποχή της πτώσης της Κωνσταντινούπολης. Αυτοί οι ορεσίβιοι πολεμιστές και κτηνοτρόφοι μεταλλάχθηκαν σε μια «ράτσα» ναυτικών: πειρατών, εμποροπλοιάρχων και, τελικά, κορυφαίων ναυμάχων της Επανάστασης. Τη στιγμή της έκρηξης, το 1821, η Ύδρα κατοικείται από περίπου 27.000 ανθρώπους και διαθέτει περισσότερα από 150 μεγάλα εμπορικά - οπλισμένα τα περισσότερα - ιστιοφόρα. Λίγο νωρίτερα, με θαυμασμό, Άγγλοι και Γάλλοι περιηγητές, όπως ο Καστελλάν και ο Χόουπ, περιέγραφαν την πλούσια Ύδρα που γιόρταζε το Πάσχα και τα αρχοντικά σπίτια της με τις νέες ακριβές στέγες «αλά ιταλικά» και τα έπιπλα φερμένα από τη Δύση.

Δεν είναι μόνο η Ύδρα - το ίδιο βλέπουμε και στις υπέροχες απεικονίσεις των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου από τους Πιττόν ντε Τουρνεφόρ και Σουαζέλ-Γκουφιέ, αλλά και στις κωμοπόλεις και τα χωριά του ηπειρωτικού κορμού από τους Σιμόν Πομάρντι, Εντουαρντ Ντόντουελ και Γουίλιαμ Μάρτιν Ληκ.

Η ανάπτυξη της εκπαίδευσης ήρθε να συμπληρώσει αυτή την προοδευτική εξέλιξη: από τα μονοτάξια σχολεία υπό την Εκκλησία, που εξαπλώνονται από το τέλος του 16ου αιώνα, φθάνουμε στα σχολεία και στις μεγάλες σχολές με σημαντικούς δασκάλους, που στηρίζονται πλέον και σε κοσμικές δομές δωρητών, ομογενών της διασποράς. Ο ελληνόφωνος χώρος, από την Ήπειρο και τα νησιά, στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τη Μολδοβλαχία - διαθέτει, στο τέλος της Οθωμανικής περιόδου, σχολεία· θέλω να πω, δεν υστερεί από άλλες περιοχές της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Αυτό που δεν υπήρξε στην Ελλάδα υπό την Οθωμανική κυριαρχία, στον τομέα της εκπαίδευσης, ήταν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, όπως υπήρξαν σε περιοχές της Ιταλίας - η Πάντοβα, της Γαλλίας - η Σορβόνη, της Ισπανίας - η Σαλαμάνκα και της Αγγλίας - η Οξφόρδη. Αλλά αν μου επιτραπεί να ξεφύγω λίγο, τα πιο πάνω αρχαία ευρωπαϊκά ιδρύματα στις χώρες της Δύσης είχαν στηθεί πολύ πριν την εποχή των Τούρκων, δηλαδή τον 11ο και τον 12ο αιώνα. Στην Ελλάδα δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Ας κρατήσουμε τη γνώση ότι εδώ υπήρξαν δεκάδες γενικά σχολεία όπως και οι μεγάλες σχολές στην Πόλη, στη Σμύρνη, στην Πάτμο, στον Άθω, στα Γιάννενα, στην Τραπεζούντα, στο Μοναστήρι, στο Βουκουρέστι

Τέλος, τα πενήντα χρόνια πριν από την Επανάσταση, η συνθήκη του 1774, του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, μετά τα Ορλωφικά, εξασφάλισε ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες και αυτονομία στις ελληνικές κοινότητες της αυτοκρατορίας.

Ας προχωρήσουμε σε ένα ακόμη σημείο: πλησιάζοντας προς το 1821, βρισκόμαστε σε μια περίοδο παρακμής της αυτοκρατορίας. Η πραγματική εξουσία του Σουλτάνου περιορίζεται κυρίως γύρω από την Κωνσταντινούπολη, ενώ, παράλληλα, η επαρχιακή διοίκηση αποδυναμώνεται και διαλύεται. Στην περιφέρεια ενισχύονται διάφοροι τοπικοί παράγοντες, κυρίως μουσουλμάνοι μεγάλοι γαιοκτήμονες, οι οποίοι συχνά γίνονται ισχυρότεροι από τους διοικητές των εγιαλετίων και των σαντζακίων. Αλλά και οι ίδιοι οι διοικητές - αγάδες και πασάδες - αυτονομούνται και άλλοτε παραχωρούν ελευθερίες και άλλοτε επιβάλλουν πιέσεις, φορολογώντας δίκαια ή άδικα, στρατολογώντας μισθοφόρους αρματωλούς, ενίοτε συγκρουόμενοι με την Πύλη, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα έντονης αστάθειας. Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων είναι ίσως το πλέον ενδιαφέρον και γλαφυρό συνάμα παράδειγμα.

Οι δραστηριότητες των δυναμικών ελληνικών κοινοτήτων εκείνης της εποχής δεν είναι πάντα «ηθικές» και νόμιμες – και τούτο δεν έχει σχέση με την βούληση ή την άρνηση να είναι νομοταγείς απέναντι στην Πύλη. Το αντίθετο – θα τους βρούμε και νομοταγείς στην Πύλη. Πολλοί από αυτούς υπηρέτησαν στα υψηλότερα αξιώματα της αυτοκρατορίας: δραγουμάνοι του στόλου, μπέηδες της Μάνης ή της Ύδρας, οσποδάροι της Μολδοβλαχίας ή και βεζίρηδες άλλων επαρχιών, μέλη δηλαδή της ανώτερης διοίκησης των Οθωμανών. Η παρουσία τους στην τουρκική ιεραρχία δεν ήταν ούτε σπάνια ούτε περιθωριακή· αντίθετα, συνιστούσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος, το οποίο, μακριά από τη στερεοτυπική εικόνα μιας άκαμπτης μουσουλμανικής εξουσίας, άφηνε περιθώρια ανέλιξης στους χριστιανικούς πληθυσμούς, ιδίως σε τεχνικά, οικονομικά και διπλωματικά πόστα. Η ευελιξία αυτή, ωστόσο, είχε και την ανεστραμμένη της όψη. Ήταν αυτοί που υφίσταντο πρώτοι τους διωγμούς σε περιπτώσεις ανυπακοής.

Την ίδια στιγμή, οι ίδιες κοινότητες, συχνά τα ίδια πρόσωπα, αναπτύσσουν δραστηριότητες που κινούνται στα όρια της παρανομίας ή τα υπερβαίνουν κατάφορα. Στους Ναπολεόντιους Πολέμους, όταν η ηπειρωτική Ευρώπη βρίσκεται υπό τον βρετανικό αποκλεισμό, τα ελληνικά πλοία - ιδίως της Ύδρας και των Σπετσών,- γίνονται οι κατ’ εξοχήν λαθρέμποροι της Μεσογείου. Μεταφέρουν σιτάρι, βαμβάκι, δέρματα, αλλά και βιομηχανικά προϊόντα, παραβιάζοντας τον γαλλικό αποκλεισμό. Το εμπόριο αυτό, παράνομο στα χαρτιά, ήταν επικερδέστατο και συσσώρευσε στα νησιά του Αιγαίου τεράστια πλούτη, τα οποία λίγα χρόνια αργότερα θα χρηματοδοτήσουν την Επανάσταση.

Παράλληλα, οι θάλασσες του Αιγαίου παραμένουν επί αιώνες πεδίο πειρατείας. Οι ακτές της Μάνης, των Σφακιών της Κρήτης, των Φούρνων Ικαρίας, του Κάβο Ντόρο, της Αλονήσου και της Καρπάθου, αποτελούν ορμητήρια πειρατικών στόλων που λεηλατούν εμπορικά πλοία, επιτίθενται σε παράκτιους οικισμούς και συχνά συμπράττουν με δυτικούς κουρσάρους - Μαλτέζους, Ενετούς, Γάλλους. Η πειρατεία δεν είναι απλώς περιθωριακή δραστηριότητα· είναι θεσμοθετημένη κοινωνική πρακτική - το παραεμπόριο που αποτέλεσε τον πρόγονο του σύγχρονου ναυτικού εμπορίου όπως έγραφε η Αρβελέρ, σε περιοχές όπου η οθωμανική εξουσία ασκείται χαλαρά, και όπου η ναυτική παράδοση προσφέρει στους κατοίκους εναλλακτική διέξοδο επιβίωσης και κοινωνικής ανόδου. Οι Υδραίοι, οι Σπετσιώτες, οι Ψαριανοί, οι Μανιάτες, οι Σφακιανοί, οι Μυκονιάτες, οι κάτοικοι των μικρών νησιών ζουν από τη θάλασσα με τρόπο που δεν διαχωρίζει το εμπόριο από την αρπαγή. Και η Υψηλή Πύλη, ανίκανη να ελέγξει αποτελεσματικά τα άκρα της αυτοκρατορίας, περιορίζεται σε τιμωρητικές εκστρατείες, που σπάνια έχουν μόνιμο αποτέλεσμα. Έτσι στήνεται το μεγάλο πανηγύρι του πλούτου στο Αρχιπέλαγος, η άνοιξη των νησιωτικών κοινοτήτων και των εμποροκαπετάνιων που ταξίδευαν ως την Αμερική και την Άπω Ανατολή όπως λένε οι θρύλοι των νησιών.

Στη στεριά, το αντίστοιχο φαινόμενο είναι η κλεφτουριά. Στα βουνά της Ρούμελης, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, ομάδες ενόπλων Ελλήνων ζουν εκτός του συστήματος, αψηφώντας τις φορολογικές επιταγές και συγκρουόμενοι με τα οθωμανικά αποσπάσματα, ληστεύοντας ταξιδιώτες, τοπικούς άρχοντες αλλά και κτηνοτρόφους. Άλλοτε είναι πρώην αρματωλοί που επαναστατούν, άλλοτε παραβατικοί χωρικοί ή όσοι κατέφυγαν στα όρη για να γλιτώσουν τη φορολογία, άλλοτε μισθοφόροι που υπηρέτησαν σε ξένους στρατούς και επέστρεψαν με πολεμική εμπειρία. Η κλεφτουριά δεν είναι απλώς ληστεία· φέρει μέσα της έναν συμβολικό χαρακτήρα αντίστασης, ένα είδος «αντικαθεστωτικού» ήθους, τροφοδότη των δημοτικών τραγουδιών και της συλλογικής μνήμης.

Οι κλέφτες εξυμνούνται ως τιμημένοι επαναστάτες, όσο κι αν η καθημερινότητά τους περιλαμβάνει και βίαιες αρπαγές, ανταλλαγές ομήρων ή συμβίωση με τοπικούς παράγοντες της εξουσίας. Όμως ας μην ξεχνάμε ότι το ίδιο ακριβώς φαινόμενο – του ανυπότακτου αντικαθεστωτικού ληστή το συναντάμε παντού, στα περάσματα των Άλπεων, των Πυρηναίων, των Ουραλίων, στη μακρινή ορεινή Κίνα, στο Μεξικό και στις Άνδεις. Είναι ένα πανάρχαιο όπως και η πειρατεία φαινόμενο, που προηγείται της ωρίμανσης των εθνικών κρατών και της διαμόρφωσης των νεωτερικών θεσμών δικαίου από τα κράτη ή τους διεθνείς συνασπισμούς. Και στην Ελλάδα επιβίωσε πολύ μετά – εκατό χρόνια - την αποχώρηση των Τούρκων.

Και, βέβαια, δεν λείπουν οι μισθοφόροι, Έλληνες ένοπλοι υπηρετούν σε όλα τα στρατόπεδα: Άγγλους, Γάλλους, Βενετσιάνους, Ρώσους, αλλά και Τούρκους αγάδες και πασάδες, που τους προσλαμβάνουν ως φρουρούς, φοροεισπράκτορες στα «δερβένια», αρματωλούς, σωματοφύλακες ή ενόπλους συνοδούς καραβανιών. Η πολιτική ταυτότητα είναι ευέλικτη, προσαρμόζεται στην εκάστοτε ευκαιρία. Η ίδια οικογένεια μπορεί να έχει μέλη που υπηρετούν ταυτόχρονα τον Σουλτάνο, τον Τσάρο, τον Άγγλο πρόξενο και τη δική τους τοπική φατρία. Η αντίληψη της νομιμότητας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν υφίσταται· αντ’ αυτής υπάρχει ένα πλέγμα συμφερόντων, συμμαχιών, πελατειακών σχέσεων και ταυτοτήτων σε συνύπαρξη και συχνά σύγκρουση, χωρίς να αναιρούν η μία την άλλη.

Ετούτη η πολυπλοκότητα, με το σημερινό βλέμμα μας φαίνεται αντιφατική, ήταν ακριβώς η πραγματικότητα ενός κόσμου σε μετάβαση: του ύστερου οθωμανικού συστήματος, όπου η κεντρική εξουσία αποδυναμώνεται, οι τοπικές δυνάμεις πολλαπλασιάζονται, και οι Έλληνες, εκμεταλλευόμενοι κάθε διαθέσιμο εντός ή εκτός συστήματος πόρο κατορθώνουν να συσσωρεύσουν δύναμη, εμπειρία και αυτοπεποίθηση. Αυτή η δύναμη, όταν οι συνθήκες ωριμάσουν, θα στραφεί εναντίον της ίδιας της Πύλης, μεταμορφώνοντας τους πιο δυναμικούς εξ αυτών σε πρωταγωνιστές της Επανάστασης.

Θα μπορούσαμε να αποτολμήσουμε ένα συμπέρασμα: διαδικασίες οι οποίες, σε πόλεις της βόρειας και της δυτικής Ευρώπης, ξεκίνησαν νωρίτερα, τον 12ο ή 13ο αιώνα - στα λιμάνια της Χάνσας στη Βαλτική, στο Άμστερνταμ, στη Χάγη, στο Αμβούργο, στο Ταλλίν, ή, εδώ στη Μεσόγειο, στη Βενετία, στη Γένοβα και στη Βαρκελώνη - όπως η πολιτική αυτοδιοίκηση, η πολιτική ελευθερία, οι σύγκλητοι, τα συμβούλια ή στη δική μας μικρή κλίμακα οι δημογεροντίες διαφόρων τύπων, τα προνόμια, το εμπόριο και η βιοτεχνία, καθώς και η πλήρης ή σχετική αυτονομία από τους μεσαιωνικούς ηγεμόνες, στην Ελλάδα εμφανίστηκαν κατά τον ύστερο 17ο και, κυρίως, κατά τον 18ο αιώνα.

Η Επανάσταση του 1821 είναι μια νεωτερική επανάσταση· δεν είναι μια εξέγερση απελπισμένων, αλλά ενός λαού που τον ξεσηκώνουν δυναμικοί έμποροι, ναυτικοί, φωτισμένοι λαϊκοί ιερείς, ομογενείς από τις μεγάλες πόλεις και τα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, έμπειροι πολέμαρχοι, σύμμαχοι των Ρώσων, των Άγγλων ή των Γάλλων, και διανοούμενοι σαν τον Ρήγα και τον Κοραή. Οι πρωτεργάτες είναι πιο μορφωμένοι, πιο ικανοί, πιο κινητικοί από τις παρηκμασμένες και διεφθαρμένες αρχαϊκές τοπικές εξουσίες των Οθωμανών ή και των Φαναριωτών που κατακεραυνώνουν οι προκηρύξεις των επαναστατών.

Ας μην ξεχνάμε ότι, ήδη στην Ευρώπη και στις δύο Αμερικές, είχε προηγηθεί ο αιώνας των Φώτων, είχε αρχίσει ο χορός των μεγάλων επαναστάσεων, που διήρκεσαν άλλον έναν αιώνα και άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας, τερματίζοντας ουσιαστικά τα μεσαιωνικά φεουδαρχικά καθεστώτα και τις παλαιές αυτοκρατορίες - συμπεριλαμβανομένης της Οθωμανικής, εκατό χρόνια μετά τη δική μας επανάσταση. Είχε αρχίσει, όμως, και έφθανε στην κορύφωσή της η μεγάλη τεχνολογική και επιστημονική Βιομηχανική Επανάσταση, και μαζί της γεννιόταν ένας νέος κόσμος, ο σημερινός. Οι Φιλικοί, οι διανοούμενοι των πόλεων, οι έμποροι και οι καπετάνιοι των λιμανιών, των εμπορικών κέντρων, οι μυημένοι εγνώριζαν τις εξελίξεις, διάβαζαν τις επαναστατικές φυλλάδες και τις εφημερίδες, επικοινωνούσαν με όλη αυτή την κοσμογονία και διέδιδαν τα νέα στις πόλεις και στα χωριά μέσω των πολύ ισχυρών πλέον δικτύων των ελληνικών κοινοτήτων. Και τελικά ξεσηκώθηκαν! Τα υπόλοιπα των γνωρίζουμε καλά!

Επέλεξα να μην αναφερθώ στα μηνύματα της Επετείου, όπως θα όφειλε ένας πανηγυρικός της ημέρας. Και τούτο, διότι αυτή η Επέτειος έχει μεγάλα μηνύματα. Εντός τους, σε ό,τι τα συγκροτεί, υπάρχουν λέξεις-κλειδιά: Πατρίδα, Θρησκεία, Έθνος, Φυλή, Αντίσταση, Αδελφοσύνη, Περηφάνεια, Αυτοθυσία, Ανδρειοσύνη. Διαφορετικά νοηματοδοτούμενες από τον καθένα και την καθεμία εξ ημών. Με διαφορετικά μηνύματα.

Μία εξ όλων των λέξεων αποτελεί κοινό μας τόπο – είναι για όλες και όλους μας το διαχρονικό μήνυμα: η λέξη που ύμνησαν ο Ρήγας και ο Σολωμός. Ελευθερία!

 

Ο Νίκος Μπελαβίλας, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολεοδομίας στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ και Διευθυντής του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος ΕΜΠ, μιλά στο Press Point και τον Πάνο Χαρίτο για τα πλημμυρικά φαινόμενα στη χώρα και τις πολιτικές αντιμετώπισης από τις αρμόδιες αρχές.

Απαντώντας στο ερώτημα ποια θα μπορούσαν να είναι τα μέτρα για τα πλημμυρικά φαινόμενα στην Αττική, ο Νίκος Μπελαβίλας λέει:

«Δεν είναι ένα μέτρο, είναι δεκάδες μέτρα. Οι τεχνικές, οι μέθοδοι για να αντιμετωπίσει κάποιος το νερό στις πόλεις, είναι πάρα πολλές και πρέπει να είναι πολλές και διαφορετικές.

Είναι διαφορετικό το φαινόμενο της Μάνδρας, διαφορετικό της Πικροδάφνης και διαφορετικό της Άνω Γλυφάδας. Διαφορετικό το τι συμβαίνει σήμερα στον Αγιόκαμπο ή με τον Daniel πριν μερικές εβδομάδες.

Δεν τσιμεντώνουμε. Σταματάμε να δημιουργούμε στεγανές επιφάνειες που δεν επιτρέπουν στο νερό να απορροφηθεί από τη γη. Αυτό σημαίνει ότι σχεδιάζουμε με ποιότητα και ευαισθησία τον δημόσιο χώρο και όχι με τον τρόπο που μάθαμε να τον σχεδιάζουμε στην Ελλάδα τον τελευταίο μισό αιώνα. Δεν υπάρχει λόγος να έχουμε ασφαλτοστρωμένες αυλές σχολείων για να μην πάνε τα παιδιά βρώμικα στα σπίτια με τα παπούσια με χώματα.

Μη εγκιβωτισμός των ρεμάτων. Ένα ρέμα που έχει μια κοίτη και μετατρέπεται σε τσιμεντένιο αγωγό, χάνει τη δυνατότητα να τραβήξει νερό.

Τον Κηφισό πρέπει να τον προσέξουμε γιατί το νερό μπορεί να παραλάβει εν δυνάμει είναι τεράστιο. Η υπερδόμηση της Αθήνας οδήγησαν στο να χτίσουμε σε έλη»

Ο Νίκος Μπελαβίλας είναι σαφής. "Δεν τσιμεντώνουμε. Σταματάμε να δημιουργούμε στεγανές επιφάνειες που δεν επιτρέπουν στο νερό να απορροφηθεί από τη γη". Δεν πρέπει να κάνουμε δηλαδή αυτό που επιχειρείται αυτή τη στιγμή στη Ραφήνα: Μια τσιμέντωση του Μεγάλου Ρέματος με ταυτόχρονη κατάργηση της φυσικής πλημμυρικής ζώνης της Πετρέζας (!). Τον ακούει κανείς από το Δήμο Ραφήνας-Πικερμίου; Από την Περιφέρεια Αττικής μήπως; 

 

Πάλι πλημμυρίσαμε

Ιανουαρίου 22, 2026

Έβρεξε χθες και για μια φορά ακόμη η Αθήνα –και ολόκληρη η Αττική – έζησαν εικόνες ανοχύρωτης και απροστάτευτης πόλης

Γράφει επ’ αυτού ο Νίκος Μπελαβίλας, καθηγητής πολεοδομίας και ιστορίας της πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

«Ναι, αγαπητές και αγαπητοί, πάλι πλημμυρίσαμε. Πάλι υπερχείλισαν τα φραγμένα ρέματα, πάλι τα ποτάμια βγήκαν στους δρόμους, πάλι το αρχαίο έλος του Λεκανοπεδίου εμφανίστηκε στο Μοσχάτο, στο Φάληρο, στις Τζιτζιφιές.

Και η βροχή, αν, ο μη γένοιτο, ξεπεράσει τα 150 χιλιοστά στη λεκάνη του Κηφισού — όπως τείνει να συμβεί αυτή τη στιγμή στου Παπάγου, στο Χαλάνδρι ή όπως συνέβη πριν λίγα χρόνια στη Μάνδρα— ξεχάστε τα ποτάμια: τα νερά θα φτάσουν στη θάλασσα  μέσα από τα σπίτια, από την Πειραιώς και τη Θησέως.

Φίλοι δημοσιογράφοι, αυτή τη φορά καλέστε τους αρμόδιους υπουργούς, όχι τους επιστήμονες που εδώ και χρόνια προειδοποιούν και περιγράφουν με ακρίβεια τι θα συμβεί. Ρωτήστε τους: τι έκαναν;

Ποιο πρόγραμμα πολιτικής προστασίας υλοποιήθηκε; Ποια κονδύλια διατέθηκαν; Ποια ρέματα απελευθερώθηκαν; Ποια έργα εγκιβωτισμού εγκαταλείφθηκαν; Ποια αυθαίρετα που φράζουν τη ροή κατεδαφίστηκαν; Ποιες λεκάνες ανάσχεσης κατασκευάστηκαν, ποιές αντιπλημμυρικές ζώνες; Πόσα εκατομμύρια ευρώ δόθηκαν στην Περιφέρεια Αττικής και στους δήμους για να ξεκινήσουν έργα;

Αυτό είναι πλέον το ερώτημα. Όχι τι θα πάθουμε — αυτό το ξέρουμε. Αλλά πώς δεν θα το πάθουμε»

Πολύ φοβάμαι πως ο Νίκος Μπελαβίλας απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων. Τον ακούει κανείς;

Εδώ πάντως, στη Ραφήνα, το Μεγάλο Ρέμα –που βρίσκεται σε φάση βίαιου εγκιβωτισμού - έφτασε χθες στα όριά του (ας σημειώσουμε πάντως εδώ, πως αυτοί που πλημμύρισαν ήταν οι δρόμοι της πόλης και όχι το Ρέμα)

Και ούτε το έργο εγκιβωτισμού φαίνεται να αποσύρεται, όπως προτείνει ο καθηγητής, ούτε τα αυθαίρετα που φράζουν τη ροή του ρέματος κατεδαφίζονται. Όσο για τις λεκάνες ανάσχεσης που ο καθηγητής του Μετσοβίου προτείνει να κατασκευαστούν, εδώ στη Ραφήνα, αυτό ακούγεται σαν ανέκδοτο, καθώς το έργο εγκιβωτισμού προβλέπει κατάργηση και της φυσικής αντιπλημμυρικής ζώνης της Πετρέζας

Το ποτάμι μετατρέπεται σιγά σιγά σε τσιμεντένιο οχετό που κατεβάζει νερό με τρομερή ταχύτητα και αυτό αποκαλείται αντιπλημμυρικό έργο

Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει ελπίδα σε αυτό τον τόπο. Γιατί δεν είναι μόνο οι πολιτικές και αυτοδιοικητικές ηγεσίες που επιδεικνύουν εγκληματική αδιαφορία - είναι και το σύνολο σχεδόν των πολιτών, που αντί να αντιμετωπίζουν τα ρέματα και τα ποτάμια σαν ευλογία, τα αντιμετωπίζουν σαν κατάρα

 

 

 

του Νίκου Μπελαβίλα, Καθηγητή Πολεοδομίας και Ιστορίας της Πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και Διευθυντή του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος

 

Στη Μάνδρα το πρόβλημα δεν είναι η πλημμύρα, αλλά η ίδια η Μάνδρα. Όσες και όσοι γνωρίζουν να διαβάζουν χάρτες μπορούν να το διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι: ο χάρτης της πόλης του 19ου αιώνα σε αντιπαραβολή με τον χάρτη της πόλης του 21ου αιώνα. Η παλιά αρβανίτικη κωμόπολη ήταν κτισμένη και επιβίωσε εκαντοντάδες χρόνια επάνω σε έναν λόφο, ανάμεσα σε δύο ρέματα. Τα σπίτια βρίσκονταν 10–20 μέτρα ψηλότερα από τις κοίτες τους. Εκείνοι οι προπαππούδες δεν έχτισαν μέσα στη διαδρομή της πλημμύρας, μέσα στο νερό — κι ας μην γνώριζαν υδρογεωλογία. Αυτά μας δείχνει ο περίφημος χάρτης των Curtius και Kaupert του 1884.

Ωστόσο, η μεταπολεμική Μάνδρα απλώθηκε επάνω στις κοίτες των ρεμάτων. Στο γύρισμα του 20ου-21ου αιώνα, όταν το Θριάσιο εξεράγη με βιομηχανικές και μεταφορικές χρήσεις και οι ελαιώνες μετατράπηκαν σε κτίρια, η οικιστική–βιομηχανική ζώνη όχι μόνο συνέχισε να καλύπτει τις φυσικές πλημμυρικές κοίτες, αλλά επεκτάθηκε και επάνω στη συμβολή των δύο κλάδων που κατεβαίνουν από το όρος Πατέρας: των ρεμάτων Αγίας Αικατερίνης και Σούρες. Στραγγαλίζοντάς τα. Αυτό μας το δείχνει ο χάρτης του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του 2003. To κόκκινο σχήμα στα δεξιά είναι το νέο προβλεπόμενο κέντρο και βρίσκεται επάνω στο ρέμμα, όπως και το μώβ διαγραμμισμένο τρίγωνο κάτω που είναι η βιομηχανική ζώνη αλλά και το νοτιοανατολικό τμήμα με περιοχές κατοικίας

 

mandra01

 

Φέτος η Μάνδρα ήταν σχετικά τυχερή, καθώς τα 200–300 χιλιοστά βροχής έπεσαν λίγο νοτιότερα, προς τη θάλασσα στη Βλυχάδα και όχι στη βόρεια πλαγιά του βουνού. Έτσι ευτυχώς βιώσαμε μια μεγάλη πλημμύρα, αλλά όχι τον Αρμαγεδδώνα του 2017. Αλλιώς θα είχαμε τα ίδια αποτελέσματα, παρότι τόσο η τότε Περιφερειακή Αρχή της Ρένας Δούρου όσο και η επόμενη του Γιώργου Πατούλη κατασκεύασαν τα προβλεπόμενα έργα. Όπως όμως γνωρίζουμε, τέτοιοι χείμαρροι δεν τιθασεύονται σε υπόγεια κανάλια. Υπερχειλίζουν και βγαίνουν στην επιφάνεια, μετατρέποντας τους δρόμους σε ποτάμια.

Με όλο τον σεβασμό στις περιουσίες των ανθρώπων και στις προσπάθειες της αυτοδιοίκησης, όσο αντιπλημμυρικά έργα κι αν κατασκευαστούν, αν δεν κατεδαφιστούν κτίρια — σπίτια, αποθήκες, σούπερ μάρκετ — και αν δεν ξηλωθούν δρόμοι ώστε να απελευθερωθούν οι φυσικές διαδρομές του νερού, η πόλη θα πνίγεται με κάθε τέτοια βροχή.

Ο Νίκος Μπελαβίλας είναι καθηγητής πολεοδομίας και ιστορίας της πόλης στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Με μια ανάρτησή του παίρνει θέση απέναντι στην  θρασεία και ανιστόρητη πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποκόψει το εθνικό μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη από τις κοινωνικές ζυμώσεις και εν πολλοίς από την ιστορία αυτού του τόπου. Γιατί τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα εξελίσσονται γύρω από αντίστοιχα εθνικά μνημεία, εμπλουτίζοντάς τα και με νέες ιστορικές σελίδες

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο καθηγητής του ΕΜΠ: «Όποιος το σκέφτηκε, δεν έχει ιδέα ούτε από Ιστορία, ούτε από το τι σημαίνει κοινωνία και πολιτική. Τέτοιες “εξυπνάδες” τις λένε, κατά κανόνα, όσοι έχουν χάσει πλήρως την επαφή με την κοινωνία — βασιλείς και δικτάτορες στις τελευταίες ημέρες της δόξας τους»

Ας διαβάσουμε όμως ολόκληρο το κείμενό του

.....................................................................

 

Για να συνεννοηθούμε: Τα εθνικά μνημεία αποτελούν τα ύψιστα χωρικά σύμβολα των κοινωνιών. Όταν οι κοινωνίες και οι λαοί θέλουν να δηλώσουν, να μνημονεύσουν, να υμνήσουν ή να θρηνήσουν συλλογικά — με ένταση, με βαρύνουσες και εμβληματικές πράξεις — το πράττουν ενώπιον τους, αναφέρονται σε αυτά.

Αυτή είναι η Βαστίλλη, αυτή είναι η Κόκκινη Πλατεία, η Πλατεία Ταχρίρ, η Τιεν Αν Μεν, η Τραφάλγκαρ Σκουέαρ· σχεδόν όλες, μα όλες, οι μεγάλες πλατείες της Ευρώπης και της Αμερικής.

Είναι στον γενετικό κώδικα των πόλεων: οι μεγάλες πλατείες των αστικών συγκεντρώσεων να ταυτίζονται, πολλές φορές, με το μνημείο της πόλης ή να βρίσκονται δίπλα του.

Ο κύριος τόπος συγκέντρωσης του λαού της Κωνσταντινούπολης υπήρξε ο Ιππόδρομος, και δίπλα του το κορυφαίο ιερό τοπόσημο της Αυτοκρατορίας — η Αγία Σοφία. Εκεί ξέσπασε η Στάση του Νίκα.

Το ίδιο συνέβη στη Βενετία, με την πλατεία του Σαν Μάρκο, τον ναό και το δουκικό παλάτι, στις μεσαιωνικές και αναγεννησιακές πλατείες.

Μπορώ να συνεχίσω με άπειρα παραδείγματα. Αυτές οι πλατείες, με τα μνημεία τους, υπήρξαν — και παραμένουν — οι ισχυροί αστικοί πυκνωτές των πόλεων, αρχαίων και σύγχρονων. Και δεν φαίνεται πως θα πάψουν να είναι.

Πίσω στην Αθήνα: Η πρώτη πλατεία της πόλης, η Πλατεία των Ανακτόρων, είχε ως κορυφαίο σύμβολο τα ίδια τα Ανάκτορα του Όθωνα. Στο σχεδόν αδιαμόρφωτο ακόμη πλάτωμά της ξέσπασε η Επανάσταση για το Σύνταγμα στις 3 Σεπτεμβρίου 1843. Έτσι γεννήθηκε η Πλατεία Συντάγματος.

Ένα μεγάλο τμήμα του χώρου της είναι αφιερωμένο, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα — από το 1932 — στον Άγνωστο Στρατιώτη. Τότε, η Πλατεία Συντάγματος δεν είχε ακόμη αποκτήσει τους συμβολισμούς που φέρει σήμερα. Τους απέκτησε με την Απελευθέρωση, τον Οκτώβριο του 1944, με τα ματωμένα Δεκεμβριανά, με τα δίσεχτα χρόνια των Ιουλιανών και της Αποστασίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί ακριβώς έστησαν τα τεθωρακισμένα τους οι δικτάτορες στις 21 Απριλίου 1967, κι εκεί γιόρτασαν οι Αθηναίοι το τέλος τους, υποδεχόμενοι τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις 24 Ιουλίου 1974. Εκεί σκοτώθηκαν ο Κουμής και η Κανελλοπούλου από τα αφιονισμένα ΜΑΤ στη διαδήλωση του Νοέμβρη του 1980. Εκεί στήθηκαν οι μεγάλες νικητήριες συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και το 1985. Εκεί τα μεγάλα εργατικά και εκπαιδευτικά συλλαλητήρια, οι φοιτητικές διαδηλώσεις του Νόμου 815 (1979) και του Άρθρου 16 (2007).

Από το μαθητικό ξέσπασμα του Δεκεμβρίου 2008 για τη δολοφονία Γρηγορόπουλου, έως τις Πλατείες του 2011, από το Δημοψήφισμα του 2015 έως τα Τέμπη του 2025, η Πλατεία Συντάγματος συνέχισε να είναι το συλλογικό βήμα της Δημοκρατίας. Ο τόπος συνάθροισης του αθηναϊκού λαού — άλλοτε ειρηνικά, άλλοτε βίαια· άλλοτε για καλό, άλλοτε για κακό· άλλοτε για να διεκδικήσει, άλλοτε για να συγκρουστεί.

Εδώ και πολλά χρόνια, η Πλατεία Συντάγματος δύο φορές τον χρόνο — 25 Μαρτίου και 28 Οκτωβρίου — ανήκει στην εξουσία, η οποία από την υπερυψωμένη εξέδρα της παρακολουθεί τις παρελάσεις στρατού και μαθητών.  Ο «λαός» στα πεζοδρόμια πίσω από κορδόνια ασφαλείας.

Μόνο αυτές τις δύο ημέρες η πλατεία αποστειρώνεται· ανήκει στους κοσμικούς και θρησκευτικούς ηγέτες της χώρας. Ενίοτε και  σε ολιγόλεπτες επισκέψεις ξένων ηγετών. Όλες τις άλλες ημέρες ανήκει σε όλους — με το Μνημείο άσβεστο και αβεβήλωτο.

Με εξαιρέσεις, όπως πάντα: ανεγκέφαλους ή εντεταλμένους που κάποτε επιχειρούν να το βανδαλίσουν.

Μα ποιος δεν τους θυμάται — όπως και ποιος δεν θυμάται, επίσης, τους γέροντες σταυραετούς της Εθνικής Αντίστασης, τους ζώντες τότε θρύλους της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο, αγκαλιασμένους, να δέχονται τα χτυπήματα των βέβηλων κρανοφόρων της αστυνομίας, στις 12 Μαρτίου του 2012, ενώπιον του Άγνωστου Στρατιώτη. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα περί βεβηλώσεων·

Ας τελειώνουμε με τους βέβηλους — όχι με την Πλατεία Συντάγματος.

ΥΓ.  Δύο εξαιρετικοί ιστορικοί, ο Antonis Liakos και ο Vangelis Karamanolakis, έχουν ήδη γράψει πολύ καλύτερα από εμένα για το τι σημαίνει να φυλάει ο στρατός το λίκνο της Δημοκρατίας. Το μόνο που αξίζει να συμπληρωθεί είναι το εξής:

Όποιος το σκέφτηκε, δεν έχει ιδέα ούτε από Ιστορία, ούτε από το τι σημαίνει κοινωνία και πολιτική. Τέτοιες «εξυπνάδες» τις λένε, κατά κανόνα, όσοι έχουν χάσει πλήρως την επαφή με την κοινωνία — βασιλείς και δικτάτορες στις τελευταίες ημέρες της δόξας τους.

Σελίδα 1 από 3

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.