Φεβρουαρίου 20, 2026
" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Πρωτοχρονιά του 2026 και μέσω των σύγχρονων τεχνολογιών -που όμως τα αιώνια μηνύματα είναι αυτά που τους προσδίδουν ουσία- έφτασε η ανάρτηση του δικηγόρου Θανάση Καμπαγιάννη, που περιείχε την αναδημοσίευση του κειμένου της Ρόζας Λούξεμπουργκ, από την Πρωτοχρονιά του 1912, στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ της εφημερίδας ΑΥΓΗ της 18ης Ιανουαρίου 2009, μεταφρασμένο από τη συγγραφέα και ιστορικό Έλενα Πατρικίου. Αναδημοσιεύουμε την ανάρτηση αυτούσια, με το εισαγωγικό κείμενο του Θ. Καμπαγιάννη αφού δεν πιστεύουμε πως θα μπορούσαμε να προσθέσουμε κάτι περισσότερο εκτός από τις ευχές μας για καλή χρονιά, ακόμα και αν οι εποχές και αυτοί που έχουν τον τίτλο του ιδιοκτήτη της χώρας, όσο είναι στο χέρι τους, μόνο δυσοίωνους και δίσεκτους καιρούς ετοιμάζουν.

Θανάσης Καμπαγιάννης 1/1/2026 περί ώρα 8η εσπερινή (fb)

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε αυτό το συγκλονιστικό κείμενο για την πρωτοχρονιά του 1912, απόδειξη του πόσο σύγχρονη υπήρξε η σκέψη της, εδώ αναμετρώμενη με τις - ήδη υπαρκτές στη γερμανική κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα - διαφορές ανάμεσα στους φτωχούς των πόλεων και τη συνδικαλισμένη εργατική τάξη. Καλή χρονιά να έχουμε με την πάντα επίκαιρή κατάληξη του κειμένου: Κάτω το αισχρό κοινωνικό καθεστώς που γεννά τέτοια φρίκη!

Στο νυχτερινό άσυλο

της Ρόζας Λούξεμπουργκ

Η γιορτινή ατμόσφαιρα που βασίλευε στην πρωτεύουσα του Ράιχ ταράχθηκε απότομα. Οι τρόφιμοι ενός δημοτικού νυχτερινού ασύλου έπεσαν θύματα μαζικής δηλητηρίασης: ο εμποροϋπάλληλος Γιόζεφ Γκάιχε, 21 ετών· ο εργάτης Καρλ Μέλχιορ, 47 ετών· ο Λουσιάν Στσυπτιερόβσκι, 65 ετών. Κάθε μέρα ο κατάλογος μεγάλωνε. Ο θάνατος τους βρήκε παντού: στο άσυλο, στη φυλακή, απλώς πεσμένους στον δρόμο ή κουβαριασμένους σε κάποια αποθήκη. Πριν προλάβουν οι κωδωνοκρουσίες να αναγγείλουν την είσοδο του νέου έτους, 150 άστεγοι ξεψυχούσαν, 70 είχαν ήδη εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο.

Ποια ήταν λοιπόν η αιτία αυτών των μαζικών δηλητηριάσεων; Επρόκειτο για επιδημία ή για δηλητηρίαση που προεκλήθη από την κατανάλωση χαλασμένων τροφών; Η αστυνομία έσπευσε να καθησυχάσει τους πολίτες: δεν επρόκειτο για μεταδοτική ασθένεια. Οι καθώς πρέπει άνθρωποι δεν διέτρεχαν ουδένα κίνδυνο.

Αυτή η εκατόμβη δεν ξεπερνούσε τον κύκλο των “συνήθων τροφίμων του νυχτερινού ασύλου”, χτυπούσε μόνον εκείνους που είχαν αγοράσει για τα Χριστούγεννα φτηνές παστές ρέγκες ή νοθευμένη ρακή. Αλλά από πού τις πήραν αυτοί οι άνθρωποι τις σάπιες ρέγκες; Τις είχαν αγοράσει από κάποιον παράνομο έμπορο ή τις μάζεψαν στην κεντρική αγορά, απ’ τα σκουπίδια; Αυτή η υπόθεση απορρίφθηκε εξαιτίας ενός αναντίρρητου λόγου: στην Δημόσια Κεντρική Αγορά τα κατάλοιπα δεν αποτελούν επουδενί, όπως φαντάζονται τα επιφανειακά πνεύματα που στερούνται οικονομικής παιδείας, ένα εγκαταλελειμμένο αγαθό, που ο πρώτος τυχών άστεγος μπορεί να ιδιοποιηθεί. Αυτά τα απορρίμματα συγκεντρώνονται και πωλούνται σε μεγάλες επιχειρήσεις εκτροφής χοίρων. Οι επαγρυπνούσες υπηρεσίες της Αγορανομίας καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να μην μπορεί οποιοσδήποτε αλήτης να υπεξαιρέσει παρανόμως από τα γουρούνια την τροφή τους για να την καταβροχθίσει. Επομένως, η Αστυνομία αναζητεί τον “παράνομο ιχθυοπώλη” ή τον κάπελα που πούλησε στους αστέγους τη δηλητηριασμένη ρακή.

Όσο ήταν ζωντανοί ο Γιόζεφ Γκάιχε, ο Καρλ Μελχιόρ ή ο Λουσιάν Στσυπτιερόβσκι, οι ταπεινές υπάρξεις τους δεν είχαν αποτελέσει ποτέ αντικείμενο τέτοιας προσοχής. Τώρα, ιατρικές κορυφές εντρυφούν στα σπλάχνα τους. Το περιεχόμενο του στομαχιού τους, για το οποίο ο κόσμος αδιαφορούσε παντελώς μέχρι σήμερα, το εξετάζουν προσεκτικά και το συζητούν στις εφημερίδες. Δέκα επιστήμονες εργάζονται για να απομονώσουν τον βάκιλο που ευθύνεται για τον θάνατό τους. Ο Λουσιάν Στσυπτιερόβσκι έγινε ξαφνικά μια σημαντική προσωπικότητα: σίγουρα θα φούσκωνε από ματαιοδοξία αν δεν κείτονταν, αηδιαστικό πτώμα, στο τραπέζι του νεκροτομείου. Ως κι ο Κάιζερ ενημερώθηκε, ενώ η ευγενής σύζυγός του ζήτησε να εκφράσουν τα συλλυπητήριά της στον Δήμαρχο, ο οποίος χαίρει άκρας υγείας, αλλά, τέλος πάντων, σε ποιον θέλετε να διατυπωθούν τα συλλυπητήρια, αφού κανείς δεν γνωρίζει τις πενθούσες οικογένειες; Πώς να τις ψάξουμε στα καταγώγια, στα ορφανοτροφεία, στα εργοστάσια ή στα ορυχεία; [...]

Όλη αυτή η υπόθεση αποτέλεσε μια εξόφθαλμη παραφωνία. Συνήθως η κοινωνία μας δείχνει να σέβεται την ευπρέπεια: κηρύσσει την αξιοπρέπεια, την τάξη και τα χρηστά ήθη. Ασφαλώς, δεν είναι όλα τέλεια στην λειτουργία του κράτους, αλλά κι ο ήλιος ακόμα έχει κηλίδες! Οι ίδιοι οι εργάτες –ειδικώς αυτοί που παίρνουν τους υψηλότερους μισθούς, που αποτελούν μέλη μιας οργάνωσης– πιστεύουν πως, σε τελική ανάλυση, τόσο η ύπαρξη όσο και ο αγώνας του προλεταριάτου εξελίσσονται μέσα στον σεβασμό των κανόνων της αξιοπρέπειας και της ορθότητας. Κανείς δεν αγνοεί πως υπάρχουν άσυλα, ζητιάνοι, πόρνες, μυστική Αστυνομία, εγκληματίες και άνθρωποι που προτιμούν το σκοτάδι από το φως. [...] Αλλά ανάμεσα στους τίμιους εργάτες και αυτούς τους αποκλεισμένους ορθώνεται ένα τείχος, και σπάνια σκέφτεται κανείς την αθλιότητα που σέρνεται στη λάσπη από την άλλη μεριά. Και ξαφνικά συμβαίνει ένα γεγονός που αναστατώνει τα πάντα. Ξαφνικά, το τρομαχτικό φάντασμα της αθλιότητας τραβάει από το πρόσωπο της κοινωνίας μας την μάσκα της αξιοπρέπειας και αποκαλύπτει πως αυτή η ψευτοαξιοπρέπεια δεν είναι παρά το κοκκινάδι μιας πουτάνας. Ξαφνικά, κάτω από τα επιπόλαια και μεθυστικά προσχήματα του πολιτισμού μας ανακαλύπτουμε τη χαίνουσα άβυσσο της βαρβαρότητας και της κτηνωδίας. Ανθρώπινα πλάσματα ψάχνουν τους σκουπιδοντενεκέδες, κουλουριάζονται από τους πόνους ψυχορραγώντας, ξεψυχούν αφήνοντας την τελευταία μολυσμένη πνοή τους.

Ποιοι είναι αυτοί οι τρόφιμοι του ασύλου, τα θύματα της χαλασμένης ρέγκας; Ένας υπάλληλος, ένας οικοδόμος, ένας μηχανικός: εργάτες, εργάτες, μόνον εργάτες. Δεν υπάρχει εργάτης ασφαλής απέναντι στο ενδεχόμενο του ασύλου, της χαλασμένης ρέγκας, της νοθευμένης ρακής.

Έτσι κλείνει ο κύκλος της ύπαρξης του προλετάριου μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία. Ο προλετάριος είναι αρχικά ένας εργάτης ικανός και ευσυνείδητος, που, από τα παιδικά του χρόνια, κοπιάζει υπομονετικά για να καταβάλλει την καθημερινή του συνεισφορά στο κεφάλαιο. Οι εργάτες, γκρίζα, σιωπηλή, σκοτεινή μάζα, βγαίνουν κάθε βράδυ από τα εργοστάσια όπως ακριβώς μπήκαν το χάραμα: αιωνίως άθλιοι, κουβαλώντας αιωνίως κάθε πρωί στην αγορά το μόνο αγαθό που κατέχουν: το σώμα τους.

Πότε-πότε ένα ατύχημα, μια έκρηξη, τους θερίζει ανά δεκάδες ή εκατοντάδες στα βάθη ενός ορυχείου — ένα άρθρο στις εφημερίδες, ένα αριθμός που δηλώνει την καταστροφή. Σε λίγες μέρες έχουν ξεχαστεί, σε λίγες μέρες δεκάδες ή εκατοντάδες εργάτες έχουν πάρει τη θέση τους κάτω από τον ζυγό του κεφαλαίου.

Πότε-πότε έρχεται μια κρίση: βδομάδες και μήνες ανεργίας, απελπισμένου αγώνα ενάντια στην πείνα. Κι ύστερα, ο εργάτης καταφέρνει να ξαναχωθεί στα γρανάζια, ευτυχισμένος που μπορεί πάλι να τεντώσει τους μυς και τα νεύρα του για το κεφάλαιο.

Αλλά σιγά-σιγά οι δυνάμεις του τον προδίδουν. Μια μεγαλύτερη περίοδος ανεργίας, ένα ατύχημα, τα γεράματα — κι αναγκάζεται να αρπάξει όποια δουλειά του τύχει. Η ύπαρξη του προλετάριου εξαρτάται πια από την τύχη. Ο αυτοσεβασμός του φθίνει — και να τον μπροστά στην πόρτα του νυχτερινού ασύλου ή της φυλακής.

Έτσι, κάθε χρόνο, χιλιάδες υπάρξεις γλιστράνε έξω από τις κανονικές συνθήκες ζωής του προλεταριάτου για να πέσουν στη νύχτα της αθλιότητας. Πέφτουν σιωπηλά, σαν λάσπη που κατακάθεται στα βάθη της κοινωνίας: στοιχεία φθαρμένα, άχρηστα, από τα οποία το κεφάλαιο δεν έχει πια ούτε σταγόνα να στραγγίξει, ανθρώπινα απορρίματα που τα σαρώνει μια σιδερένια σκούπα.

“Τόσο οι άνεργοι όσο και οι εργαζόμενοι εργάτες”, λέει ο Καρλ Μαρξ στο Κεφάλαιο, “είναι εξίσου απαραίτητοι, αυτές οι δύο κατηγορίες ρυθμίζουν την ύπαρξη της καπιταλιστικής παραγωγής και την ανάπτυξη του πλούτου. [...] Αλλά όσο περισσότερο αυτό το απόθεμα των ανέργων αυξάνεται συγκριτικά με τον ενεργό στρατό της εργασίας τόσο αυξάνεται ο υπερπληθυσμός των φτωχών. Να ο γενικός απόλυτος νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης”.

Ο Λούσιαν Στσυπτιερόβσκι, που τελείωσε τη ζωή του στον δρόμο, δηλητηριασμένος από μια σάπια ρέγκα, είναι μέρος του προλεταριάτου ακριβώς όπως και οποιοσδήποτε ειδικευμένος εργάτης που αμείβεται τόσο καλά ώστε να αγοράζει ευχετήριες κάρτες για τη νέα χρονιά και μία επίχρυση αλυσίδα για το ρολόι του. Το νυχτερινό άσυλο για τους άστεγους και οι έλεγχοι της αστυνομίας είναι στύλοι της σημερινής κοινωνίας, όπως ακριβώς η Καγκελαρία του Ράιχ και η Ντόυτσε Μπανκ. Οι κύριοι ιατρικοί σύμβουλοι μπορούν να ψάχνουν όσο θέλουν στο μικροσκόπιο το θανατηφόρο μικρόβιο μέσα στα σπλάχνα των δηλητηριασμένων: ο πραγματικός βάκιλος που προκάλεσε τον θάνατο των τροφίμων του βερολινέζικου ασύλου είναι η καπιταλιστική κοινωνική τάξη.

Κάθε μέρα, άστεγοι καταρρέουν, νικημένοι από την πείνα και το κρύο. Κανείς δεν συγκινείται, το μόνο που τους μνημονεύει είναι το βιβλίο συμβάντων της Αστυνομίας. Αυτό που έκανε αίσθηση τούτη τη φορά στο Βερολίνο ήταν ο μαζικός χαρακτήρας του φαινομένου. Ο προλετάριος δεν μπορεί να τραβήξει πάνω του την προσοχή της κοινωνίας παρά ως μάζα που σέρνει το βάρος της αθλιότητάς της.

Την επομένη των οδοφραγμάτων της 18ης Μαρτίου 1848, οι βερολινέζοι εργάτες σήκωσαν τα πτώματα των νεκρών της εξέγερσης και τα μετέφεραν μπροστά στα Ανάκτορα, εξαναγκάζοντας τον δεσποτισμό να δείξει τον σεβασμό του στα θύματα. Σήμερα πρέπει να υψώσουμε τα δηλητηριασμένα πτώματα των άστεγων του Βερολίνου, που είναι σάρκα από τη σάρκα και αίμα από το αίμα μας, πάνω σε χιλιάδες χέρια προλεταρίων, και να τα μεταφέρουμε σ’ αυτή την νέα χρονιά αγώνων φωνάζοντας: Κάτω το αισχρό κοινωνικό καθεστώς που γεννά τέτοια φρίκη!

(Ενθέματα Κυριακάτικης Αυγής, 18/01/2009, μετάφραση: Έλενα Πατρικίου)

Ο μάχιμος δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης έκανε αργά τη νύχτα χθες μία ανάρτηση στο προφίλ του στο facebook την οποία αναδημοσιεύουμε σήμερα στην Attica Voice 

  Big Ears

 

Γράφει ο πολύπειρος δικηγόρος (στο συνημμένο screenshot)

Την Τετάρτη 5 Μαρτίου 2025 δικάζονται ενώπιον του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών τέσσερις ιδιώτες για παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνικών επικοινωνιών (πλημμέλημα) με τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator και με θύματα το μισό υπουργικό συμβούλιο, στρατηγούς, αρχηγούς κομμάτων, βουλευτές κλπ.
Στο ίδιο πινάκιο δικάζονται: κλοπή ύδατος κατ’ εξακολούθηση, παραβίαση ΚΟΚ λόγω οδηγησης υπό την επήρεια αλκοόλ, απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, παράνομη κατοχή φωτοβολίδας, παράνομη κατοχή κυνηγετικού όπλου και κάτι κλοπές.
Αν μετά από αυτό εσείς “εμπιστεύεστε τη δικαιοσύνη”, δικαίωμά σας.
Εμείς που τη ζούμε κάθε μέρα από μέσα, τέτοιες δηλώσεις δεν διαθέτουμε.

 

Ένας άλλος δικηγόρος με προϋπηρεσία 41 χρόνια όπως λέει ο ίδιος, αλλά και με μακρά θητεία βουλευτή της ΝΔ, πρόσφατα αναφέρθηκε στη "δικαιοσύνη" (η δικαστική εξουσία με καλλιτεχνικό ψευδώνυμο) και παρουσίασε το απόσταγμα της εμπειρίας του στο παρακάτω βίντεο - απόσπασμα τηλεοπτικήε εκπομπής

 

 

Εμπιστεύεστε λοιπόν την ελληνική δικαιοσύνη; Πιστεύετε πως δεν έχει ταξικό χαρακτήρα; Πιστεύετε πως όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο; Πιστεύετε πως υπάρχουν τα "μεγάλα ψάρια" (πολιτικοί, πλούσιοι επιχειρηματίες και λοιπά μέρη του συστήματος) που σχίζουν το δίχτυ και ξεφεύγουν ενώ τα αδύναμα και φτωχά ψαράκια την πληρώνουν πάντα;

Ό,τι και να πιστεύετε, δικαίωμα σας που λέει και ο κ. Καμπαγιάννης. Εμείς πάλι δεν μπορούμε να μην ακούμε σε loop ξανά και ξανά, το γέλιο του Κ. Τζαβάρα στο παραπάνω βίντεο, που προηγείται (αλλά και την ακολοουθεί) της ρητορικής του ερώτησης "Πιστεύετε πως η δικαιοσύνη στην Ελλάδα είναι ανεξάρτητη;"

Όπως όλα δείχνουν, ο 43χρονος κρατούμενος Βασίλης Δημάκης, που έχει περάσει ολόκληρη σχεδόν την ενήλικη ζωή του στις φυλακές καταδικασμένος σε ποινή 44 χρονών για ληστείες και παράνομη οπλοφορία, απενεργοποίησε το ηλεκτρονικό βραχιόλι και παραβίασε την εκπαιδευτική του άδεια.

Η κίνηση αυτή ενεργοποίησε όλα τα αντιδραστικά αντανακλαστικά αυτών που θεωρούν πως πρέπει να καταργηθεί το δικαίωμα της άδειας στους κρατουμένους, κάτι βέβαια που εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή τους πως ένας κρατούμενος δεν πρέπει να έχει δικαιώματα και πως ο εγκλεισμός από μόνος του δεν είναι αρκετή τιμωρία.

Με αφορμή όλο αυτό το θόρυβο που έχει ξεσπάσει, ο γνωστός δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, σε ανάρτησή του στο fb, θέτει τον δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων και κάνει ορισμένες πολύ ουσιαστικές παρατηρήσεις για την κατάσταση που επικρατεί στις ελληνικές φυλακές

Ακολουθεί η ανάρτηση του Θανάση Καμπαγιάννη

 

Με αφορμή τον Βασίλη Δημάκη: Ας μιλήσουμε για τις φυλακές και τις ευθύνες μας

 

1. Πριν κάποιες μέρες ο Έλληνας δικαστής στο ΕΔΔΑ Γιάννης Κτιστάκις παρουσίασε στην Επιτροπή της Βουλής (9/3/2022) τα στοιχεία για τις ελληνικές καταδίκες στο Στρασβούργο. Συγκριτικά με αντίστοιχες δυτικοευρωπαϊκές χώρες (η σύγκριση έγινε με το Βέλγιο που έχει αντίστοιχα χαρακτηριστικά ως χώρα), η Ελλάδα έχει πολλαπλάσιες καταδίκες και το ελληνικό κράτος πληρώνει πολλαπλάσια ποσά σε αποζημιώσεις. Ο δικαστής παρουσίασε τα έξι ζητήματα στα οποία υπάρχουν διαρκώς νέες καταδίκες χωρίς να παρατηρείται συμμόρφωση της ελληνικής διοίκησης. Αυτά είναι: οι συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά καταστήματα, η συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων, τα μειονοτικά σωματεία, η ελευθερία έκφρασης, η (μη) εκτέλεση αποφάσεων εθνικών διοικητικών δικαστηρίων και οι συνθήκες κράτησης των μεταναστών. Όπως προέκυψε από την συζήτηση που ακολούθησε, το πλέον σημαντικό ζήτημα για το οποίο οι καταδίκες επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά, είναι οι συνθήκες κράτησης. Η Ελλάδα έχει συστημικό πρόβλημα με τις φυλακές της, ιδιαίτερο και αυξημένο σε σχέση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης με τις οποίες διεκδικεί να συγκρίνεται.

 

2. Οι ελληνικές φυλακές είναι ο τόπος στον οποίο σαπίζουν, αντί να σωφρονίζονται, τα μυαλά και τα σώματα χιλιάδων κρατουμένων. Οι συνθήκες είναι άθλιες, οι κρατούμενοι στερούνται βασικά δικαιώματα (το στοιχειώδες είναι η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, με διαρκείς αιφνίδιους θανάτους που η αιτία τους είναι η ίδια η φυλακή), τη στιγμή που το σωφρονιστικό δίκαιο λέει ότι ο κρατούμενος συνεχίζει να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων, στερείται δε μόνο την ελευθερία του. Στην διάρκεια της πανδημίας, η ελληνική πολιτεία όχι μόνο δεν αποσυμφόρησε τις φυλακές, όπως το έπραξαν πολλά κράτη στον κόσμο για να σώσουν ανθρώπινες ζωές, αλλά δημιούργησε ένα καθεστώς φυλακής μέσα στη φυλακή, μια διπλή καραντίνα που στέρησε από τους κρατούμενους τις άδειες, τα επισκεπτήρια, τις δραστηριότητες και ούτω καθεξής. Κρατούμενοι πέθαναν από covid-19, χωρίς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη να νιώθει καν την ανάγκη να ενημερώσει την κοινή γνώμη, ενώ ταυτόχρονα κάθε έφοδος στις φυλακές με έπαθλο κάποια γραμμάρια κάναβης ή ένα κινητό διαφημίζονταν από την κακόφημη (πρώην πλέον) γενική γραμματέα αντεγκληματικής πολιτικής. Στο ίδιο διάστημα, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας κατέφυγε ξανά και ξανά στον ποινικό λαϊκισμό, αυστηροποιώντας τις ποινές και δημιουργώντας στην κοινή γνώμη την πεποίθηση ότι τα κοινωνικά προβλήματα λύνονται, γενικά και αόριστα, με περισσότερη φυλακή, χωρίς ίχνος αναγνώρισης του συστημικού προβλήματος του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος που οι διεθνείς φορείς αναγνωρίζουν επίσημα.

 

3. Μέσα σε αυτή τη μαυρίλα, υπήρξαν αχτίδες φωτός. Κάποιοι φωτισμένοι δάσκαλοι που προσπαθούν να δουλέψουν μέσα στις φυλακές και να επηρεάσουν μυαλά και συνειδήσεις. Κάποιοι δικαστές που τόλμησαν να κρίνουν ότι ακόμα και η απόδραση από ένα άθλιο αστυνομικό κρατητήριο είναι θεμιτή και όχι αξιόποινη. Κάποιοι δικηγόροι που έδωσαν αθόρυβα τη μάχη για κρατούμενους εντολείς τους. Η απεργία πείνας του κρατούμενου φοιτητή Βασίλη Δημάκη που συμπύκνωσε το αίτημα των κρατούμενων για μόρφωση, σε συνδυασμό με το κύμα αλληλεγγύης που αυτή γέννησε. Κάποιες, λίγες συλλογικότητες που επιμένουν σε παρεμβάσεις, ανακινώντας το ζήτημα των φυλακών και των δικαιωμάτων των κρατουμένων.

 

4. Για το κράτος και τους ανθρωποφύλακες δεν θα μιλήσω. Δεν με αφορούν. Γι’ αυτούς ο δρόμος είναι το κλείδωμα των φυλακών και το σάπισμα των κρατουμένων. Μόλις προχτές η κυβέρνηση ψήφισε άλλη μια τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, με αλλαγή του άρθρου 187 για την εγκληματική οργάνωση, με σκοπό την μεγαλύτερη εφαρμογή του ακόμα και για πλημμελήματα και την απαγόρευση οποιασδήποτε τύπου αναστολής της ποινής (με επικαλούμενη αιτία την οπαδική βία). Η στρατηγική είναι φανερή: η φυλακή ως χωματερή, όπου θα πετάξουμε τα κοινωνικά “απόβλητα” που δημιουργούν οι κυρίαρχες πολιτικές.

 

Θα μιλήσω όμως για εμάς. Για τις δικές μας αποτυχίες. Γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν καταφέραμε να χτίσουμε ένα κίνημα που να ανοίξει έστω αυτά τα ζητήματα (δεν λέω να τα λύσει!), να βάλει πίεση, να δυσκολέψει την κυβέρνηση στο κρεσέντο του ποινικού λαϊκισμού της. Οι φυλακές, οι συνθήκες κράτησης, τα δικαιώματα των κρατουμένων δεν είναι στην ατζέντα των κινημάτων και της αριστεράς, ή - όταν είναι - είναι πολύ χαμηλά. Αλίμονο, μην μπερδέψουμε την έκφραση στιγμιαίας αλληλεγγύης σε έναν κρατούμενο που πάλεψε με την οικοδόμηση ενός τέτοιου κινήματος. Μην πούμε τέτοια ψέματα στους εαυτούς μας. Όπως λέει ο ποιητής, “να πούμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη”.

 

5. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ενός συστήματος που σαπίζει σώματα και ψυχές και με την απουσία μιας συλλογικής προοπτικής, δεν είναι ακατανόητη η επιλογή ενός ατομικού δρόμου, μιας απόδρασης, ακόμα και εκμεταλλευόμενος κάποιος το δικαίωμα μιας άδειας εν γνώσει τού πώς αυτό θα τύχει αξιοποίησης από το κράτος για τη φαλκίδευση του δικαιώματος ως τέτοιου. Και δεν είναι αξιοκατάκριτη, όχι πάντως από την ασφάλεια της σχετικής ελευθερίας του σπιτιού του γράφοντος, μια Κυριακή μεσημέρι.

Θα το πω και δεν θα κρυφτώ: αν το έπαθλο μιας απόδρασης ακόμα και με αυτούς τους υπονομευμένους όρους ήταν μια - έστω σχετική - ελευθερία, θα κραύγαζα από τα βάθη των πνευμόνων μου τον Ύμνο της: “Χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά!”. Και αυτή ήταν αντανακλαστικά η αντίδρασή μου.

Αλλά ο σκεπτικισμός και – δεν θα το κρύψω – η λύπη μου για τον άνθρωπο που γνώρισα και εκπροσώπησα δεν σχετίζεται με το τι θα απογίνουν οι πίσω ή τι θα απογίνει το δικαίωμα της άδειας: αυτό εξάλλου θα το υπερασπιστούμε και στο μέλλον, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, οποιοσδήποτε και αν το επικαλεστεί. Και το κράτος δεν χρειάζεται δα προσχήματα για να το καταπατήσει.

Η λύπη μου είναι γιατί η ελευθερία του καταδιωκόμενου και του παράνομου, αυτού που κατόρθωσε να αλλάξει τον εαυτό του ώστε να μην είναι πλέον επικίνδυνος για τους γύρω του αλλά που πολύ πιθανόν οι μηχανισμοί της καταστολής θα κατορθώσουν ξανά να τον αλυσοδέσουν, είναι κούφια. Και σ’ αυτό το καθεστώς της κατ’ επίφαση ελευθερίας είναι δυνατό να ανθίσουν ξανά εκείνα τα ζιζάνια που ο κρατούμενος με πολύ κόπο κατόρθωσε να ξεριζώσει. Ο θρίαμβος των διωκτών του Βασίλη θα είναι να τον μετατρέψουν ξανά σε αυτό που πάλεψε με πολύ κόπο να μην είναι, στην καρικατούρα “του ληστή με τα καλάσνικοφ” όπως τον θέλει ο κιτρινισμός των ΜΜΕ και η μισανθρωπία της κυρίας γραμματέως.

 

6. Η πραγματικότητα δεν είναι ταινία με happy end. Δεν υπάρχουν ευκολίες. Δεν υπάρχει διέξοδος μέσα από τον λαβύρινθο του “σωφρονιστικού συστήματος”. Όπως δεν υπάρχει και δρόμος για μια ελευθερία άξια του ονόματός της μέσα από ατομικές στάσεις και επιλογές.

Ας δούμε κατάματα τις ευθύνες μας. Ας μιλήσουμε για τα κολαστήρια που είναι οι ελληνικές φυλακές. Ας χτίσουμε ένα κίνημα για τα δικαιώματα των κρατουμένων.

Αν ήτανε ο αδελφός σου πεσμένος κάτω, χτυπημένος από τους φονιάδες, θα έκανες τον αδιάφορο, κυρ Παντελή; Κι εσύ, κύριε πρόεδρε του δικαστηρίου, καλείσαι να αποφασίσεις. Είσαι με τις μέλισσες ή με τους λύκους; 

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.