Σεπτεμβρίου 13, 2026
    " Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
    Τίποτα παραπάνω από το ότι
    319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
    Και από τους θεατές περιμένουμε
    Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                                   Μπρεχτ

    Με αφορμή τη σκανδαλώδη απόφαση της FIFA να αναστείλει την τιμωρία του Αμερικανού ποδοσφαιριστή Φολαρίν Μπάλογκαν, δίνοντάς του το δικαίωμα να αγωνιστεί κανονικά στη νοκ άουτ αναμέτρηση των ΗΠΑ με το Βέλγιο για τη φάση των «16» του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μετά από ωμή τηλεφωνική παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στον πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, ο Άρης Χατζηστεφάνου από το Infowar γράφει για τα Μουντιάλ των δικτατόρων

    Από την Ιταλία του Μουσολίνι το 1934 μέχρι την Αργεντινή του Βιδέλα το 1978. Και στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ το 2026. Με διαφορετικές τεχνικές κάθε φορά οι αυταρχικές εξουσίες χρησιμοποίησαν το θεσμό του Μουντιάλ ως αθλητικό πλυντήριο προκειμένου να προβάλλουν «το μεγαλείο και τα επιτεύγματά» τους και να κρύψουν τις δολοφονικές πρακτικές τους. Όπως άλλωστε το είχε κάνει και ο Αδόλφος Χίτλερ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936

    Και, συμπληρώνοντας το συλλογισμό του Αρη Χατζηστεφάνου, αν ψάξουμε περισσότερο θα βρούμε και άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις. Και όχι μόνο αυταρχικών καθεστώτων, αλλά τυπικά δημοκρατικών που θέλησαν να εκπέμψουν μια εικόνα καθεστωτικής επιτυχίας μέσω των επιτυχιών των αθλητών τους. Επιτυχιών που προέκυψαν με διάφορους τρόπους. Όπως οι επιτυχίες της Ελλάδας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που θέλησαν να περάσουν ως πραγματικότητα το μύθο της "ισχυρής Ελλάδας" του Κώστα Σημίτη  - ένα μύθο που λίγα χρόνια μετά κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

    του Άρη Χατζηστεφάνου

    Ήταν μόλις στη δεύτερη διοργάνωση του Παγκόσμιου Κυπέλλου που η FIFA υποτάχθηκε σε ένα φασιστικό καθεστώς. Το 1934, ο Μπενίτο Μουσολίνι είδε στο Μουντιάλ την ευκαιρία να διατρανώσει σε διεθνές επίπεδο την ανωτερότητα του καθεστώτος του, συνδέοντάς το με το αθλητικό ιδεώδες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επειδή μάλιστα δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, φρόντισε να ορίσει ο ίδιος τους διαιτητές στους αγώνες της Εθνικής Ιταλίας, τους οποίους μάλιστα φρόντιζε να τραπεζώνει ακόμη και μία μέρα πριν από τους αγώνες. Η προκλητική μεροληψία αρκετών διαιτητών υπέρ της Ιταλίας ήταν τόσο εξόφθαλμη, ώστε σε ορισμένους αφαιρέθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος μόλις επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

    Το 1978, όταν ήρθε η σειρά του δικτάτορα της Αργεντινής, Χόρχε Βιδέλα, να φιλοξενήσει τον ανώτερο θεσμό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, το στήσιμο των αγώνων ήταν λιγότερο εξόφθαλμο, αλλά πολύ πιο σκοτεινό και (κυριολεκτικά) δολοφονικό. Στον κρίσιμο ημιτελικό με το Περού, η Αργεντινή έπρεπε να κερδίσει με διαφορά τεσσάρων γκολ μια χώρα που τότε βρισκόταν στο απόγειο της ποδοσφαιρικής διαδρομής της. Όπως έχει καταγγείλει ο Περουβιανός γερουσιαστής Τζενάρο Λεντέσμα, ο Βιδέλα συμφώνησε ότι θα αναλάμβανε να εξαφανίσει πολιτικούς αντιφρονούντες της δικτατορίας του Περού (πιθανότατα με την προσφιλή πρακτική του να τους πετάει ζωντανούς από αεροπλάνα στον Ατλαντικό Ωκεανό) με αντάλλαγμα να χάσει η Εθνική στον αγώνα.

    Προκειμένου μάλιστα να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το μήνυμα θα έφτανε και στον τελευταίο παίκτη του Περού, ο Βιδέλα τούς επισκέφτηκε στα αποδυτήρια λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα μαζί με έναν εκλεκτό καλεσμένο – τον μάγο της αμερικανικής διπλωματίας, Χένρι Κίσινγκερ (ο ίδιος δήλωνε ότι δεν θυμάται το περιστατικό). Το να σε επισκεφτεί ο δικτάτορας της αντίπαλης χώρας, λίγο πριν ο διαιτητής σφυρίξει την έναρξη του αγώνα είναι αρκετά πιεστικό. Το να έχει μαζί του και τον σύμβουλο εθνικής ασφαλείας της χώρας που οργάνωνε τα πραξικοπήματα, τα παραστρατιωτικά τάγματα θανάτου και τα βασανιστήρια στο πλαίσιο της Eπιχείρησης Κόνδορας έδινε άλλη έννοια στη φράση «κρίσιμος αγώνας». Τελικά το Περού «κατάφερε» να ηττηθεί με 6-0 από την Αργεντινή.

     

    Το αθλητικό πλυντήριο

    Ασχέτως των τεχνικών που χρησιμοποιήθηκαν, οι διοργανώσεις Παγκόσμιων Κυπέλλων από αυταρχικά καθεστώτα ακολουθούσαν πάντα τους βασικούς κανόνες του sports-washing: η διοργανώτρια χώρα προβάλλει το μεγαλείο και τα επιτεύγματά της, ενώ με τη βοήθεια της (πάντα πρόθυμης) FIFA, κρύβει κάτω από το χαλί την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ρωσία το 2018 και το Κατάρ το 2022 ακολούθησαν την ίδια πρακτική με διαφορετικά επίπεδα επιτυχίας (κυρίως λόγω της στάσης που κράτησαν απέναντί τους τα δυτικά ΜΜΕ).

    Ανήκει όμως ο Τραμπ σε αυτή την κατηγορία των αυταρχικών ή εν δυνάμει δικτατορικών ηγετών τύπου Μουσολίνι και Βιδέλα που θα επιδοθεί σε αθλητικό ξέπλυμα; Η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής.

    Στο βιβλίο του «Red Card» ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας Τζουλς Μπόικοφ παρουσιάζει τον πολιτικό έρωτα του Αμερικανού προέδρου με τoν πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, σαν μια στροφή προς τον φασισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα: στη συγκεκριμένη διοργάνωση προβάλλει συστηματικά όλα τα στοιχεία που τον κάνουν αντιπαθή σε διεθνές επίπεδο. Ο αποκλεισμός διαιτητών και παικτών από την Αφρική, οι πολύωρες ανακρίσεις παικτών από τη Μέση Ανατολή και την Ασία, τα συνεχή καψόνια στην εθνική αποστολή του Ιράν και η απαγόρευση εισόδου σε φιλάθλους που είχαν κλείσει εισιτήρια και διαμονή εδώ και μήνες δεν δείχνουν έναν ηγέτη που θέλει να βελτιώσει την εικόνα του μέσω μιας μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης. Ακόμη και ο Βιδέλα είχε διακόψει, έστω και προς στιγμήν, τις συλλήψεις και τις εκτελέσεις αντιφρονούντων, ενώ ο Χίτλερ επέτρεψε την είσοδο μαύρων και Εβραίων αθλητών από το εξωτερικό στους Ολυμπιακούς του 1936 – ήταν μάλιστα η εθνική αποστολή των ΗΠΑ, που τελικά απομάκρυνε δύο δικούς της Εβραίους δρομείς, για να μη δυσαρεστήσει τη ναζιστική Γερμανία.

    Ίσως τελικά, η σημαντικότερη διαφορά είναι ότι όλα τα προηγούμενα αυταρχικά καθεστώτα που συνεργάστηκαν με τη FIFA βρίσκονταν στο απόγειο της ισχύος τους. Αντίθετα ο Τραμπ είναι γεωπολιτικά ηττημένος (από το Ιράν και όχι μόνο), πολιτικά ημιθανής (με τα χαμηλότερα ποσοστά δημοτικότητας στη σύγχρονη Ιστορία) και οικονομικά ανεπαρκής (με τον πληθωρισμό να καλπάζει και τη φούσκα της Τεχνητής Νοημοσύνης έτοιμη να σκάσει). Το Παγκόσμιο Κύπελλο βρίσκει την αμερικανική αυτοκρατορία σε μια περίοδο παρακμής στην οποία δεν αναζητά καν την έξωθεν καλή μαρτυρία, αλλά πιστεύει ότι μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της σε όλο τον κόσμο με συγκαλυμμένη ή ωμή βία.

     

     

    Σήμερα είναι ο τελικός του Μουντιάλ. Ενός Μουντιάλ που διεξάγεται για πρώτη φορά παραμονές Χριστουγέννων, στο δυστοπικό κράτος του Κατάρ των πάσης φύσεως διακρίσεων. Ενός Μουντιάλ που γίνεται στο μέσο της ερήμου μέσα σε κλιματιζόμενα στάδια που για την κατασκευή τους βρήκαν το θάνατο χιλιάδες εργάτες. Ενός Μουντιάλ που, όπως όλοι υποπτευόμασταν και πλέον έχουμε και τις αποδείξεις, αγοράστηκε με τα πετροδολάρια των εμίρηδων.

    Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από ένα απλό επεισόδιο στο μακρύ σήριαλ του εκφυλισμού ενός αθλήματος που αποτελούσε κάποτε μέρος της λαϊκής διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Ο μεγάλος διανοητής Εντουάρντο Γκαλεάνο, εκτός από αριστερός, ήταν και Λατινοαμερικάνος, που σημαίνει ότι λάτρευε το ποδόσφαιρο. Ανάμεσα στα δεκάδες βιβλία που έγραψε, είναι και  "Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως". Γραμμένο το 1995, είναι ένα γοητευτικό και πολυδιαβασμένο βιβλίο που απευθύνεται όχι μόνο σε ποδοσφαιρόφιλους, αλλά σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, μιας και η τεράστια επιρροή του ποδοσφαίρου δεν γίνεται να μην αγγίζει πολλές πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής ζωής των ανθρώπων

    Από το βιβλίο αυτό παραθέτουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα που δείχνουν το βαθύ προβληματισμό του συγγραφέα σχετικά με τον εκφυλισμό του πάλαι ποτέ λαϊκού αθλήματος

     

    «Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιβερό ταξίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο. Καθώς το ποδόσφαιρο κατέληξε να γίνει βιομηχανία, εξορίστηκε σιγά σιγά η ομορφιά που πηγάζει από την απόλαυση να παίζεις και μόνο.

    Στον κόσμο μας σήμερα, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο καταδικάζει οτιδήποτε άχρηστο, και είναι άχρηστο οτιδήποτε δεν αποφέρει κέρδος. Κανείς δεν κερδίζει από αυτή την τρέλα που κάνει τον άντρα να γίνεται για λίγο παιδί, να παίζει δηλαδή όπως παίζει ένα πιτσιρίκι με το τόπι του ή μια γάτα με ένα κουβάρι μαλλί· μπαλαρίνα που χορεύει πετώντας στον αέρα ένα ελαφρύ μπαλόνι, μάλλινο κουβάρι που κυλά αβίαστα: να παίζει χωρίς να ξέρει καν ότι παίζει, χωρίς σκοπό, χωρίς χρονόμετρο και χωρίς διαιτητή.

    Το παιχνίδι έχει μετατραπεί σε θέαμα, σε ποδόσφαιρο προς θέαση, με λίγους πρωταγωνιστές και πολλούς θεατές, και αυτό το θέαμα έχει γίνει μια από τις πλέον κερδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες παγκοσμίως. Οργανώνεται όχι για να γίνει παιχνίδι αλλά για να εμποδιστεί να είναι παιχνίδι. Η τεχνοκρατία του επαγγελματικού αθλητισμού έχει επιβάλει ένα ποδόσφαιρο ταχύτητας και δύναμης, που απαρνείται τη χαρά, σκοτώνει τη φαντασία και απαγορεύει την τόλμη.

    Ευτυχώς, εμφανίζεται ακόμα στα γήπεδα, αν και περιστασιακά, κάποιο τολμηρό αγρίμι που ξεφεύγει από το πλάνο, και διαπράττει το σφάλμα να τα βάλει με ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα, τον διαιτητή και το κοινό στις κερκίδες, για την απόλαυση και μόνο του κορμιού, που ορμά στην απαγορευμένη περιπέτεια της ελευθερίας»

     

     

    «Έχετε μπει ποτέ σε άδειο γήπεδο; Κάντε μια δοκιμή. Σταθείτε στη μέση του σταδίου κι αφουγκραστείτε. Το γήπεδο κάθε άλλο παρά άδειο είναι. Και οι κερκίδες δεν είναι καθόλου βουβές.

    Στο Ουέμπλεϊ ακούγονται ακόμα οι φωνές από το Μουντιάλ του ’66, όταν κέρδισε η Αγγλία, όμως αν αφουγκραστείτε καλύτερα, θα μπορέσετε να ακούσετε το απαρηγόρητο κλάμα του ’53, όταν οι Ούγγροι νίκησαν την αγγλική ομάδα.

    Το Στάδιο Σεντενάριο του Μοντεβιδέο αναστενάζει νοσταλγικά για τις ένδοξες μέρες του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης.

    Το Μαρακανά εξακολουθεί να θρηνεί τη βραζιλιάνικη ήττα στο Μουντιάλ του ’50. Στo Μπομπονέρα του Μπουένος Άιρες ηχούν τα τύμπανα που χτυπούσαν μισό αιώνα νωρίτερα.

    Από τα βάθη του Σταδίου Αζτέκα ακούς την ηχώ των τελετουργικών ύμνων του αρχαίου μεξικανικού παιχνιδιού με την μπάλα.

    Το τσιμέντο του Καμπ Νου της Βαρκελώνης μιλά καταλανικά, και οι κερκίδες του Σαν Μαμές στο Μπιλμπάο μιλούν βασκικά.

    Στο Μιλάνο, το φάντασμα του Τζουζέπε Μεάτσα βάζει γκολ, και το στάδιο που φέρει το όνομά του δονείται.

    Ο τελικός του Μουντιάλ του ’74, όπου κέρδισε η Γερμανία, επαναλαμβάνεται νύχτα μέρα στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου.

    Το στάδιο του βασιλιά Φαχντ στη Σαουδική Αραβία έχει θεωρείο από μάρμαρο και χρυσάφι και οι κερκίδες είναι στρωμένες με μοκέτα, αλλά δεν έχει μνήμη, ούτε τίποτα ιδιαίτερο να πει».

     

    Εντουάρντο Γκαλεάνο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως»

    Ο βασιλιάς Eric

    Ιανουαρίου 13, 2022

    Ο Eric Cantona είναι ίσως ένας από τους τελευταίους ποδοσφαιριστές που υπηρέτησαν την παλιά σχολή του ποδοσφαίρου. Αυτή την πλευρά που πέρα και πάνω από οικονομικούς και καριερίστικους υπολογισμούς, έβαζε την αγάπη για το άθλημα και το πάθος για τη διάκριση. Ο Cantona πρόσφερε θέαμα και πάθος, αν και πολλές φορές έκανε κακό στην καριέρα του από τον εκρηκτικό παρορμητισμό του, όπως συνέβη στην περίπτωση που ανέβηκε στις εξέδρες του γηπέδου και χτύπησε έναν ρατσιστή φίλαθλο που τον έβριζε. Είναι αλήθεια πως ήταν παρορμητικός,απρόβλεπτος και ασυμβίβαστος. Κάποιοι τον αποκάλεσαν κακό παιδί, κάποιοι άλλοι τρομερό παιδί.  Οι οπαδοί της Manchester United όμως, τον αποκαλούν ακόμη και σήμερα βασιλιά. Γιατί ο βασιλιάς Eric ήταν αυτός που συνέβαλε όσο κανένας άλλος στην αναγέννηση της Manchester τη δεκαετία του ’90 και ένας από τους πιο μεγάλους παίκτες που έχουν φορέσει τη φανέλα του μεγάλου συλλόγου. Είναι χαρακτηριστικό πως οι οπαδοί της Manchester, σε μεγάλη ψηφοφορία, τον ανέδειξαν ως τον κορυφαίο ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε ποτέ με τα χρώματα του συλλόγου τους, βάζοντάς τον πάνω και από τους Βobby Charlton και George Best

    Ο Cantona όμως, ήταν ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Ακολουθώντας τους ρυθμούς της καρδιάς του, σε αντίθεση με τις σύγχρονες μηχανές παραγωγής χρήματος τύπου Κριστιάνο Ρονάλντο, αποσύρθηκε νωρίς από την ενεργό δράση γιατί, όπως δήλωσε αρκετά χρόνια αργότερα: "Αγαπούσα το παιχνίδι αλλά δεν είχα πλέον τη διάθεση και το πάθος να πηγαίνω νωρίς για ύπνο, να μη βγαίνω με τους φίλους μου, να μην πίνω όσο θέλω και να μην κάνω όλα τα υπόλοιπα πράγματα που μου αρέσει να κάνω σ’ αυτή τη ζωή".

    Ο Cantona είχε δει πως το ποδόσφαιρο, από παιχνίδι, είχε εξελιχθεί σε μια τεράστια μπίζνα. Και δεν είχε καμία όρεξη να γίνει μέρος αυτής. Την πλούσια ενεργητικότητά του, θα τη διοχέτευε αλλού. Και πράγματι, ανέπτυξε πλούσια καλλιτεχνική, πολιτική και φιλανθρωπική στάση. Τον Οκτώβριο του 2018, σε ένα κείμενό του στο The Player’ς Tribune τοποθετήθηκε με ένα μοναδικό τρόπο πάνω στο θέμα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, εξιστορώντας την πορεία της δικής του οικογένειας. Εκεί, μίλησε για την ιστορία του παππού του που, μαζί με άλλους 100.000 Ισπανούς του Δημοκρατικού Στρατού, κυνηγημένους από τον νικητή του Ισπανικού Εμφύλιου και μετέπειτα δικτάτορα της Ισπανίας για σαράντα χρόνια Φράνκο, βρήκαν ασφαλές καταφύγιο στη Γαλλία, η οποία τους υποδέχτηκε και τους υιοθέτησε. Και αναρωτήθηκε τι θα είχε συμβεί αν η Γαλλία έιχε κλείσει τα σύνορα γι αυτούς, όπως κάνουν τώρα οι ευρωπαϊκές χώρες στους σύγχρονους πρόσφυγες

    Παράλληλα, ασχολήθηκε με την υποκριτική. Το 2009 μάλιστα, πρωταγωνίστησε στην ταινία "Looking for Eric" του ταγμένου στο κοινωνικό σινεμά Κen Loach. Στην ταινία αυτή, ο Cantona υποδύεται τον εαυτό του, ο οποίος με ένα σκηνοθετικό εύρημα εμφανίζεται στη ζωή ενός ανθρώπου που τον έχει ίνδαλμα και του οποίου η ζωή έχει πάρει την κατηφόρα. Εκεί, ο Cantona, σε ρόλο πνεύματος παραδίδει στον ήρωα της ταινίας μαθήματα ζωής

    Δε θα μπορούσε λοιπόν ο Eric Cantona να μην τοποθετηθεί πάνω στην ανάληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου από το Κατάρ. Και αυτό το έκανε από πολύς νωρίς, σπάζοντας την ομερτά που έχει εξαπλωθεί εδώ και δεκαετίες στο χώρο του ποδοσφαίρου. Μια ομερτά που κηρύσσει υποκριτικά τo “No politica” , εννοώντας όμως ως politica μόνο την πολιτική που απειλεί τα κέρδη των αφεντικών του ποδοσφαίρου. Και τα αφεντικά του ποδοσφαίρου είχαν αποφασίσει για τους δικούς τους λόγους να δώσουν στο Κατάρ τη διοργάνωση του Μουντιάλ του 2022

    Ενώ όλοι υποψιάζονται τη μέθοδο με την οποία το Κατάρ κατόρθωσε να εξασφαλίσει τη διοργάνωση των αγώνων, μόνο ο Eric Cantona τόλμησε, από το 2014 ήδη, να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα αυτό.

    «Όταν ανατέθηκε το Μουντιάλ το 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες, όλοι λέγανε πως δίνεται μια ευκαιρία για την ανάπτυξη του αθλήματος στη Βόρεια Αμερική και μπορεί να είχαν δίκιο. Στο Κατάρ, όμως, γιατί δόθηκε η διοργάνωση; Η μόνη λογική εξήγηση είναι επειδή έχει μεγάλο πλούτο … Το Κατάρ είναι μια πλούσια χώρα και αγόρασε ένα Μουντιάλ. Αυτό συνέβη και είναι πολύ μεγάλο λάθος, καθώς οι κλιματολογικές συνθήκες μόνο για ποδόσφαιρο δεν είναι».

    Σύμφωνα με τον Guardian, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, περισσότεροι από 6.500 μετανάστες-εργάτες είχαν χάσει τη ζωή τους στο Κατάρ από το 2010, όταν και ανατέθηκε στη χώρα το Μουντιάλ. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν μεταναστεύσει στο Κατάρ από φτωχότερες γειτονικές χώρες, δουλεύοντας για την ανέγερση των εγκαταστάσεων που θα φιλοξενούσαν τους αγώνες ποδοσφαίρου κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Σύμφωνα μάλιστα με το γερμανικό δίκτυο ZDF, το νούμερο αυτό μπορεί να αγγίζει σήμερα ακόμη και τους 15.000.  

    Μιλώντας στην Daily Mail, o Eric Cantona μίλησε και γι αυτό : «Για να πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει καθόλου αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν είναι πραγματικό Μουντιάλ για εμένα. Το Κατάρ δεν είναι ποδοσφαιρική χώρα. Δεν είμαι εναντίον της ιδέας να φιλοξενηθεί η διοργάνωση σε μια χώρα που μπορεί να προωθηθεί και να αναπτυχθεί το ποδόσφαιρο, όπως συνέβη σε προηγούμενες δεκαετίες με τις ΗΠΑ και με τη Νότια Αφρική. Όμως στο Κατάρ δεν υπάρχει τίποτα, μόνο το χρήμα. Όλα γίνονται για το χρήμα και μόνο για αυτό. Ο τρόπος που συμπεριφέρθηκαν και συμπεριφέρονται στους ανθρώπους που συμμετείχαν στην κατασκευή των γηπέδων είναι φρικτός. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Χιλιάδες. Και εμείς θα πάμε να γιορτάσουμε το Παγκόσμιο Κύπελλο; Λυπάμαι αλλά εγώ δεν θα το παρακολουθήσω. Καταλαβαίνω ότι το ποδόσφαιρο είναι και μπίζνες, αλλά πιστεύω ότι στο συγκεκριμένο μέρος δεν θα έπρεπε να δοθεί αυτή η ευκαιρία».

    Εμείς για επίλογο, επιλέξαμε να σας παρουσιάσουμε μερικές από τις πιο μαγικές στιγμές του Eric Cantona όταν έπαιζε ποδόσφαιρο. Και ήταν πολλές αυτές. Αλλά και τον μαγικό επίλογο του κειμένου του στο The Player’ς Tribune.

    «Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να κάνω την ίδια απλή ερώτηση σε όσους διευθύνουν το παγκόσμιο παιχνίδι – τους ποδοσφαιριστές, τους πράκτορες, τους χορηγούς και τις επιτροπές.…

    Τι είναι το ποδόσφαιρο αν δεν είναι ελευθερία;

    Τι είναι η ζωή αν δεν είναι ελευθερία;

    Ποιο είναι το νόημα της ζωής;

    Νομίζω ότι μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε ότι μπορούμε να κάνουμε περισσότερα για την ανθρωπότητα.

    Τώρα ξέρετε την ιστορία μου. Προέρχομαι από οικογένεια μεταναστών, ανταρτών, στρατιωτών και εργατών. Όταν ήμουν παιδί δεν είχαμε πολλά, αλλά για μένα η αλήθεια της ζωής είναι ότι μπορούμε να βρούμε την ικανοποίηση  στις μικρές στιγμές.

    Ίσως ένα απλό πικνίκ με την οικογένειά μας. Τρία ζευγάρια κάλτσες τυλιγμένα σε μια μπάλα και δεμένα με ένα κορδόνι παπουτσιού. Να παίζουμε ποδόσφαιρο στον ήλιο. Μετά να ξαπλώνουμε στο γρασίδι. Να θαυμάζουμε τα πάντα και το τίποτα.

    Όταν έφυγα από το ποδόσφαιρο όταν ήμουν 30 ετών, ξέρετε τι έκανα; Ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο για μένα. Πήγα να ζήσω στην πόλη από την οποία έπρεπε να φύγουν οι παππούδες μου το 1939. Πήγα να ζήσω στη Βαρκελώνη»

     

    Youtube Playlists

    youtube logo new

    atticavoicepodcasts

    atticavoiceyoutube

    rafnews

    rafdoumentaries

    Χρήσιμα

    farmakia

    HOSPITAL

    youtube logo new

    © 2022 Atticavoice All Rights Reserved.