της Μαρίας Νάτση
Πώς οι πολιτικές επιβολής στο εξωτερικό συνδέονται με το δημοκρατικό έλλειμμα στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών.
«Έχουμε περίπου το 50% του παγκόσμιου πλούτου, αλλά μόνο το 6,3% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το αληθινό μας καθήκον στο εγγύς μέλλον θα είναι να επινοήσουμε ένα μοντέλο σχέσεων το οποίο θα μας επιτρέπει να διατηρήσουμε αυτή την πλεονεκτική θέση χωρίς να πληγεί η εθνική μας ασφάλεια. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να απαλλαγούμε από κάθε συναισθηματισμό και ονειροπόληση. Δεν πρέπει να αυταπατώμεθα ότι μπορούμε να διαθέτουμε την πολυτέλεια του αλτρουισμού και της ευεργεσίας προς τον κόσμο. Πρέπει να πάψουμε να μιλάμε για αφηρημένους και εξωπραγματικούς στόχους όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και ο εκδημοκρατισμός. Δεν είναι μακριά η μέρα που θα ενεργούμε βάσει καθαρών όρων εξουσίας. Όσο λιγότερο μας εμποδίζουν τα ιδεαλιστικά συνθήματα, τόσο καλύτερα» — Τζωρτζ Κέναν, Σχεδιασμός Πολιτικής, Στέιτ Ντιπάρτμεντ ΗΠΑ, 1948
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν εξαναγκασμό και βία για να διασφαλίσουν την πρόσβασή τους σε πρώτες ύλες.
Ούτε ότι οι αυτόχθονες πληθυσμοί στερούνται το δικαίωμα να αξιοποιήσουν αυτούς τους πόρους προς όφελος της δικής τους κοινωνικής ευημερίας. Όταν μάλιστα επιχειρούν να το κάνουν —ιδίως όταν το εγχείρημα αποδεικνύεται επιτυχές— το τίμημα είναι βαρύ: το «κακό παράδειγμα» πρέπει να διορθωθεί.
Όσο μικρότερη η χώρα, τόσο πιο επικίνδυνο το παράδειγμα που δίνει στις μεγαλύτερες και τόσο πιο βίαιες οι παρεμβάσεις που κρίνονται αναγκαίες.
Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η εισβολή στο μικρό νησιωτικό κράτος της Γρενάδας με μόλις 100.000 κατοίκους ή οι μαζικοί βομβαρδισμοί των απομονωμένων χωριών του Λάος, που δέχθηκαν πάνω από δύο εκατομμύρια τόνους βομβών;
Και φυσικά, η λίστα των παρεμβάσεων σε «νεοαποικίες» που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι είναι μακρά: Παναμάς, Χιλή, Νικαράγουα και πολλές ακόμη.
Αυτές οι πρακτικές δεν είναι τυχαίες ούτε αποσπασματικές. Πρόκειται για πολιτικές δοκιμασμένες επί δεκαετίες και σχεδόν τελειοποιημένες.
Το πρώτο στάδιο είναι συνήθως το εμπάργκο: ένας οικονομικός πόλεμος που στοχεύει στην εσωτερική αποδυνάμωση, στην κοινωνική αναταραχή και στην πολιτική αποσταθεροποίηση. Συχνά, το αποτέλεσμα είναι η αναζήτηση - από πλευράς της χώρας που δέχεται τον οικονομικό πόλεμο - εναλλακτικών συμμαχιών (Ρωσία, Κίνα ή άλλες δυνάμεις)— γεγονός που λειτουργεί ως πρόσχημα από πλευράς ΗΠΑ για περαιτέρω κλιμάκωση
Εναλλακτικά, ενεργοποιούνται εσωτερικοί μηχανισμοί αποσταθεροποίησης. Αδιάφορο αν πρόκειται για εγκληματικές οργανώσεις, εξτρεμιστικά δίκτυα ή ένοπλες ομάδες: ο στόχος παραμένει ο ίδιος — ο έλεγχος, η ανατροπή ή ακόμη και η φυσική εξόντωση της ανυπάκουης, άρα και ανεπιθύμητης κυβέρνησης.
Όταν ούτε αυτό αποδίδει, η άμεση στρατιωτική επέμβαση παραμένει η τελική λύση, πάντοτε συνοδευόμενη από ένα προσεκτικά κατασκευασμένο αφήγημα «εχθρού».
Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά αυτό το μοντέλο, απαιτείται η πειθάρχηση των κοινωνιών που επιτυγχάνεται μέσω της "κατήχησης" από τα μέσα ενημέρωσης αλλά και του ελέγχου του δημόσιου λόγου.
Αν θεωρούμε ότι αυτές οι πρακτικές περιορίζονται αποκλειστικά στις μεγάλες υπερδυνάμεις, αρκεί να αλλάξουμε την κλίμακα του χάρτη. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται αναλλοίωτο κοντά μας, δίπλα μας, μέσα στις ίδιες μας τις κοινωνίες.
Γιατί να μας απασχολεί, λοιπόν, η Βενεζουέλα; Όχι επειδή αποτελεί εξαίρεση, αλλά επειδή τείνει να καθιερωθεί ως κανόνας. Πρόκειται για ένα ακόμη βήμα μακριά από την ειρήνη, τη διεθνή νομιμότητα και την αυτοδιάθεση των λαών. Ένα βήμα προς έναν κόσμο όπου η ισχύς δεν χρειάζεται πλέον προσχήματα και οι «όροι εξουσίας» διατυπώνονται ανοιχτά.
Η ουσιαστική απειλή για αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης δεν προέρχεται από κάποια εξωτερική δύναμη, αλλά από την πολιτική αφύπνιση και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε γιατί οι ισχυροί μπορούν να δρουν χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς, οφείλουμε να αναρωτηθούμε πόσο δημοκρατικές είναι στην πράξη οι ίδιες οι δημοκρατίες μας. Με υψηλά ποσοστά αποχής, αντιπολιτεύσεις ανίκανες να ανατρέψουν κρίσιμες κυβερνητικές επιλογές, τοπικές κοινωνίες αποκομμένες από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, και κυβερνήσεις που συγκεντρώνουν στα χέρια τους νομοθετική και εκτελεστική ισχύ, μηχανισμούς ασφαλείας, μέσα ενημέρωσης και συχνά τη δικαστική εξουσία, η δημοκρατική συμμετοχή καταντά τυπική διαδικασία και όχι ουσιαστικό δικαίωμα.
Σε τέτοιες συνθήκες, τα οικονομικά συμφέροντα δεν χρειάζεται να επιβάλουν την ισχύ τους με πραξικοπήματα· αρκεί να λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα ήδη απονευρωμένο πολιτικά. Έτσι, η νεοαποικιοκρατία δεν ασκείται μόνο προς τα έξω, αλλά αναπαράγεται και στο εσωτερικό των ίδιων των δυτικών κοινωνιών.
Μήπως, λοιπόν, έχει έρθει η ώρα να μιλήσουμε σοβαρά για τον εκδημοκρατισμό των ίδιων των δημοκρατιών μας; Όχι ως αφηρημένο ιδανικό, αλλά ως πρακτική ανάγκη: με ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών, πραγματική αποκέντρωση της εξουσίας και θεσμούς που να μπορούν να ανατρέπουν αποφάσεις όταν η κοινωνική πλειοψηφία το απαιτεί.
Γιατί χωρίς ενεργούς πολίτες, χωρίς τοπική ισχύ και μηχανισμούς λαϊκής παρέμβασης, η "δημοκρατία" δεν αποτελεί ανάχωμα στην αυθαιρεσία· αποτελεί απλώς το πιο αποτελεσματικό της άλλοθι