«Ο καθένας μπορούσε να δει ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν καταδικασμένη, ότι μια αυτοκρατορία, που την αποτελούσε μόνο κάτι παραπάνω από μια πόλη που έφθινε, δεν μπορούσε να σωθεί στον αγώνα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διέθετε την καλύτερη στρατιωτική μηχανή της εποχής της … Σ΄ αυτή την ιστορία, πάντως, ο ελληνικός λαός είναι ο τραγικός ήρωας» ... Στίβεν Ράνσιμαν, η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Μπεργάδη
Τρίτη 29 Μαΐου 1453: Μετά από πολιορκία 53 ημερών, η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Οθωμανών. Ο Μωάμεθ ο Β', ο Πορθητής, με στρατό 150.000 ατόμων, που πολιορκούσε τη Βασιλεύουσα από τις 5 Απριλίου, καταφέρνει να την αλώσει, βάζοντας οριστικά την ταφόπλακα σε αυτό που εμείς σήμερα αποκαλούμε Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η οποία αποτελούσε συνέχεια της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
Ένα γεγονός που άφησε βαθιά ανεξίτηλα σημάδια στη συλλογική μνήμη των χριστιανικών ελληνόφωνων πληθυσμών που ακόμη δεν ήξεραν αν ήταν Έλληνες ή Ρωμιοί (δηλαδή Ρωμαίοι), δημιουργώντας ένα πλήθος λαϊκών μύθων όπως αυτόν του “Μαρμαρωμένου Βασιλιά” και της “Κόκκινης Μηλιάς”, αλλά και δημωδών ποιημάτων όπως το περίφημο «Σώπασε κυρά Δέσποινα και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα΄ ναι»
Το θέμα αυτού του άρθρου όμως δεν είναι ακριβώς ή Άλωση αυτή καθεαυτή, αλλά ερωτήματα που περιστρέφονται γύρω από αυτήν. Όπως:
Ποια ήταν η κατάσταση στο Βυζάντιο πριν από την Άλωση της Πόλης;
Ποιο ήταν το κλίμα που επικρατούσε μέσα στην Πόλη τον καιρό της πολιορκίας;
Ποιοι είναι οι μύθοι που έχουν επικρατήσει γύρω από τα γεγονότα της 29ης Μαΐου 1453;
Και το κυριότερο: Η Άλωση ήταν ένα γεγονός που, αν μπορούσε να αποφευχθεί, θα άλλαζε τη μοίρα του Βυζαντίου ή μήπως η μοίρα του Βυζαντίου είχε ήδη κριθεί ένα-δύο αιώνες πιο πριν και απλά η κάποτε κραταιά Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περίμενε τη ληξιαρχική πράξη του θανάτου της;
Η κατάσταση του Βυζαντίου λίγο πριν την Άλωση
Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε ξεκινώντας από το τελευταίο ερώτημα. Και η απάντηση, κοφτή και αμείλικτη, δίνει τέλος στο σχετικό «What if». Στο ερώτημα δηλαδή του τι θα συνέβαινε εάν η Πόλη δεν έπεφτε στα χέρια των Τούρκων. Και λέμε ότι βάζει ένα τέλος, γιατί η Πόλη θα έπεφτε ούτως ή άλλως. Αν όχι εκείνη την ημέρα, κάποια από τις επόμενες. Έστω μετά από κάποιους μήνες ή μετά από κάποια χρόνια.
Γιατί η Πόλη είχε στην πραγματικότητα πεθάνει. Αυτό που είχε απομείνει ήταν ένα φάντασμα του παλιού της εαυτού, πολύ αδύναμη για να αντισταθεί στην ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη των Οθωμανών.
Ήδη οι Τούρκοι έχουν πατήσει στην Ευρώπη 100 χρόνια πριν από την Άλωση της Πόλης. Το 1352 μπαίνουν στη Θράκη, το 1389 νικούν τους Σέρβους στο Κοσσυφοπέδιο και το 1430 κατακτούν τη Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά καταλαμβάνουν τα Γιάννενα και φτάνουν στον Ισθμό της Κορίνθου
Την ίδια στιγμή, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έχει περιοριστεί στην Κωνσταντινούπολη και σε μια στενή λωρίδα γης από την Προποντίδα προς τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την πόλη της Μεσημβρίας προς βορρά. Και μαζί με αυτές τις περιοχές, παραμένουν βυζαντινές, απομονωμένες και παλεύοντας για τη δική τους επιβίωση, ο Μυστράς και η περιοχή της Τραπεζούντας

Λίγο πριν την Άλωση, γύρω στα 1450, η Κωνσταντινούπολη είναι πλέον μία μικρή πόλη. Ζήτημα είναι να έχει 60.000 με 70.000 κατοίκους, όταν στην εποχή της μεγάλης της ακμής είχε φτάσει το ένα εκατομμύριο. Από αυτούς, οι μισοί μόνο είναι Ρωμιοί. Οι υπόλοιποι είναι Αρμένηδες, Εβραίοι, Βενετσιάνοι(Ενετοί), Γενοβέζοι(Γενουάτες), Φλωρεντινοί, Καταλανοί, Ισπανοί, Σλάβοι – ακόμη και Τούρκοι. Δίπλα στη Βυζαντινή αριστοκρατία της Πόλης στέκουν με μεγάλη δύναμη και επιρροή ο οθωμανός πρίγκιπας Ορχάν, ο Ποντεστά των Γενοβέζων και ο Βάιλος των Βενετσιάνων
Η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση του βυζαντινού κράτους είναι τραγική. Το βυζαντινό εμπόριο έχει καταρρεύσει. Ο πληθυσμός δεν είναι σε θέση να καταβάλλει φόρους και υπάρχει παντού πείνα και εξαθλίωση
Μέσα στην Πόλη υπάρχουν “ελεύθερες ζώνες” σε παράκτιες περιοχές, με αποθήκες και προκυμαίες που ανήκουν σε Βενετσιάνους και Γενοβέζους και στις οποίες δεν μπορούν να εισέλθουν Βυζαντινοί αξιωματούχοι για έλεγχο. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της δραματικής έκπτωσης του Βυζαντινού κράτους, αξίζει να αναφέρουμε πως οι τελωνειακές αρχές του κρατιδίου της Γένοβας στον Γαλατά της Πόλης εισέπρατταν 220.000 υπέρπυρα το χρόνο, όταν την ίδια στιγμή οι τελωνειακές αρχές του Βυζαντινού κράτους εισέπρατταν μόλις 30.000
[Τα υπέρπυρα ήταν χρυσά νομίσματα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και αποτελούσαν το βασικό νόμισμα της βυζαντινής οικονομίας από την εποχή των Κομνηνών (τέλη του 11ου αιώνα) και αργότερα]
Από την εποχή του Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου (1370) η Κωνσταντινούπολη είναι φόρου υποτελής στο Σουλτάνο, υποχρεωμένη να καταβάλλει σε αυτόν 100.000 υπέρπυρα το χρόνο. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, παράλληλα, είναι υποχρεωμένος να εκστρατεύει μαζί με το Σουλτάνο παρέχοντάς του στρατιωτική βοήθεια.
Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η άλωση της Φιλαδέλφειας το 1390, του τελευταίου εναπομείναντος ανεξάρτητου βυζαντινού οικισμού της δυτικής Μικράς Ασίας. Ο Οθωμανός σουλτάνος Βαγιαζήτ Α' υποχρέωσε τους Μανουήλ Β' Παλαιολόγο και Ιωάννη Ζ' Παλαιολόγο, να συνοδεύσουν και να υποστηρίξουν τις τουρκικές δυνάμεις πολιορκίας. Η βυζαντινή πόλη της Φιλαδέλφειας έπεσε το ίδιο έτος από τον οθωμανικό στρατό που πολεμούσε μαζί με βυζαντινούς στρατιώτες εναντίον βυζαντινών ομόδοξων
Η Κωνσταντινούπολη, επιπλέον, είναι αποδεκατισμένη από την πανούκλα που την χτύπησε το 1347, εξοντώνοντας τουλάχιστον το ένα τρίτο του πληθυσμού της. Οι επαρχίες της ερημώνονται από τις λεηλασίες μιας μισθοφορικής συμμορίας, της Καταλανικής Εταιρείας. Σαν να μην έφταναν αυτά, δυναστικές έριδες και εμφύλιοι πόλεμοι την κατατρώγουν.
Η Κωνσταντινούπολη είναι πλέον ανίσχυρη να αντισταθεί στην ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών Τούρκων. Ο λόγος που ακόμη οι Τούρκοι δεν επιτίθενται σε αυτήν, είναι οι διεθνείς συγκυρίες. Σύμφωνα με την Αρβελέρ: «Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων»
Το 1403, ένας Ισπανός ιππότης, ο Ρούι Γονδάλεθ ντε Κλαβίχο επισκέπτεται την Πόλη και περιγράφει τη θλιβερή παρακμή μιας πόλης που τα σημάδια όμως έδειχναν το κάποτε ένδοξο παρελθόν της: «Μέσα στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν μεγάλα κτίρια, μέγαρα, μοναστήρια και εκκλησίες, τα περισσότερα από τα οποία είναι ερειπωμένα. Αλλά φαίνεται καθαρά ότι, όταν αυτή η πόλη βρισκόταν στα νιάτα της, πρέπει να ήταν από τις πιο αξιομνημόνευτες στον κόσμο. Και λέγεται ότι και σήμερα ακόμη υπάρχουν τριακόσιες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες»
Ιδιαίτερη δε αναφορά κάνει στην εκκλησία της Αγιάς Σοφιάς που προκαλεί το θαυμασμό του και τον αναγκάζει να γράψει: «Πρόκειται για μια αίθουσα σαν στρογγυλή, την πιο μεγάλη και πιο ψηλή, και μαζί την πιο πλούσια και πιο όμορφη που υπάρχει, νομίζω, στον κόσμο»
Σε μια κοινωνία που βρισκόταν σε παρακμή, δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι δεισιδαιμονίες που επιδείνωναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κορυφαία βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ήταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ήδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά. Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν. Όπως λέει και ο Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”: “Και ήταν οι καιροί που η Πόλη/ πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε/ και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε/ και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη (...) Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει”» αναφέρει.
Στο ιστορικό μυθιστόρημα “Ο Μαύρος Άγγελος”, ο Φινλανδός συγγραφέας Μίκα Βαλτάρι προσπαθεί μέσω της φαντασίας του βέβαια αλλά και μέσω ιστορικών πηγών – και ιδιαίτερα το ημερολόγιο του Βενετού αυτόπτη μάρτυρα Niccolò Barbaro – να μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στην Κωνσταντινούπολη
Ο “Μαύρος Άγγελος” θεωρείται ένα από τα πιο ιστορικά ακριβή λογοτεχνικά έργα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης — χωρίς βέβαια να ξεχνάμε πως είναι μυθιστόρημα και έχει ενσωματώσει πολλά στοιχεία μυθοπλασίας. Το βιβλίο θεωρείται πως αποδίδει με μεγάλη ακρίβεια την ατμόσφαιρα παρακμής που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στην Πόλη, τη σύγκρουση «ενωτικών» και «ανθενωτικών» μετά τη Σύνοδο Φερράρας–Φλωρεντίας, την καχυποψία ανάμεσα σε Έλληνες και Λατίνους, τον φόβο, τη μοιρολατρία, τον μυστικισμό, τις αποκαλυπτικές προφητείες που κυκλοφορούσαν μέσα στην Πόλη, την αίσθηση ότι «ο Θεός εγκατέλειψε την Πόλη» και την ψυχολογία των ανθρώπων που ξέρουν ότι το τέλος πλησιάζει
Οι επαίτες αυτοκράτορες
Η άθλια οικονομική κατάσταση της Αυτοκρατορίας αναγκάζει τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες να καταφύγουν στη Δυτική Ευρώπη για βοήθεια. Γράφει η Αρβελέρ: «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες»
Την αρχή έκανε ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος, ο οποίος σε ένα ταξίδι από τη Βενετία στο Παρίσι χρειάστηκε να δανειστεί από τους τραπεζίτες του Αγίου Μάρκου. Όταν επέστρεψε από το Παρίσι στη Βενετία, οι Βενετοί δεν του επέτρεψαν τον απόπλου από τη Βενετία εάν προηγουμένως δεν ξεχρέωνε το χρέος του προς αυτούς. Έτσι, ο αυτοκράτορας έγραψε στο γιο του Ανδρόνικο Παλαιολόγο να «εξεύρη χρήματα από των ιερών κειμηλίων και άλλων βασιλικών κτημάτων»
Την προσπάθεια αναζήτησης βοήθειας στη Δύση ακολούθησε ο γιος του και διάδοχος στο θρόνο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, ο οποίος άφησε τη διοίκηση σε έναν ανιψιό του και περιόδευσε σε όλες σχεδόν τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, φτάνοντας μέχρι και το Λονδίνο
Το 1393 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος επισκέπτεται τη Βενετία για βοήθεια. Το 1400 επισκέπτεται το Παρίσι, όπου μένει τριάμιση χρόνια, μακριά από τη διοίκηση της Πόλης, φιλοξενούμενος και συντηρούμενος από τον Κάρολο ΣΤ’. Παντού τον δέχονταν με τιμές και συμπάθεια, αλλά το μόνο που αποσπούσε ήταν αόριστες υποσχέσεις

Ο Μανουήλ Παλαιολόγος συναντά τον Ερρίκο της Αγγλίας
Γράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν: «Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1400, ο βασιλιάς Ερρίκος Δ’ της Αγγλίας έδωσε ένα συμπόσιο στο ανάκτορό του, του Έλθαμ. Σκοπός του δεν ήταν μόνο να γιορτάσει την Αγία επέτειο, ήθελε επίσης να τιμήσει και ένα διακεκριμένο ξένο. Αυτός ήταν ο Μανουήλ Β’ ο Παλαιολόγος. Αυτοκράτορας των Ελλήνων, όπως τον αποκαλούσαν οι περισσότεροι Δυτικοί και μερικοί μόνο θυμόντουσαν ότι ήταν αυτοκράτορας των Ρωμαίων. Είχε ταξιδέψει μέσω Ιταλίας και είχε σταματήσει στο Παρίσι όπου ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος ΣΤ’ είχε διακοσμήσει εκ νέου μία πτέρυγα του Λούβρου για να τον εγκαταστήσει και όπου οι καθηγητές της Σορβόνης είχαν ενθουσιαστεί που θα συναντούσαν έναν μονάρχη ικανό να συζητήσει μαζί τους με όση μάθηση και λεπτολογία διέθεταν οι ίδιοι. Στην Αγγλία έκανε εντύπωση σε όλους η αξιοπρέπεια της στάσεώς του και οι άσπιλες λευκές ενδυμασίες που φορούσαν αυτός και η ακολουθία του. Αλλά παρ’ όλους τους υψηλούς τίτλους του, οι οικοδεσπότες του τον λυπήθηκαν, γιατί είχε έρθει σαν ικέτης, σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση βοήθειας εναντίον του άπιστου που καταπατούσε την αυτοκρατορία του»
Μετά το θάνατο του Μανουήλ Β’ του Παλαιολόγου, τη σκυτάλη στην αναζήτηση βοήθειας από τη Δύση πήρε ο γιος του και διάδοχος Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος ο οποίος διέβλεπε πως μόνο εάν προχωρούσε στην Ένωση των δύο Εκκλησιών θα μπορούσε να προσβλέπει σε βοήθεια από τη Δύση. Και ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει μέχρι τέλους, παραβλέποντας την αντίδραση που θα προκαλούσε η ενέργεια αυτή, καθώς ήδη από την πρώτη Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204 τα αντιλατινικά αισθήματα στο λαό του Βυζαντίου ήταν ιδιαίτερα έντονα.
Από τη μία το αντιλατινικό αίσθημα και από την άλλη η επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης βοήθειας απέναντι στον Οθωμανικό κίνδυνο οδήγησαν σε διχασμό καθώς ο λαός της Πόλης χωρίστηκε σε “Ενωτικούς” και “Ανθενωτικούς”, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα έντονο εμφυλιακό κλίμα που θα παρέμενε δυστυχώς έως τις ημέρες της Άλωσης, συνεισφέροντας με τον τρόπο του στη διάλυση
Ενωτικοί και ανθενωτικοί
Όπως αναφέρει Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ σε παλαιότερη συνέντευξη που είχε δώσει στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ : «Υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ένωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ένωση συμμαχούσαν και με τους Τούρκους και ήταν οι λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ένωσης διακήρυσσαν: “Όταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες, διαφεντεύαμε τον κόσμο. Όταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία”. Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φεράρας. Εκεί, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ένωσης αλλά, ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω»
Το θέμα της Ένωσης είχε κυριεύσει το νου των κατοίκων της Πόλης και τα κύρια θέματα που φαίνεται πως τους απασχολούσαν δεν ήταν το πώς θα διασωθούν από τον επερχόμενο Οθωμανικό κίνδυνο, αλλά η πρωτοκαθεδρία του Πάπα, η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και για το αν ο άρτος της Θείας Ευχαριστίας πρέπει να παρασκευάζεται με ζύμη ή χωρίς ζύμη όπως έκαναν οι Καθολικοί
«Την γαρ των Λατίνων ούτε βοήθειαν, ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφήμών η των αζυμιτών λατρεία», διακήρυσσε ο μοναχός Γεννάδιος. Ο άνθρωπος που με το όνομα Γεώργιος Σχολάριος είχε διοριστεί από τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η' Παλαιολόγο “Καθολικός Κριτής των Ρωμαίων” (δικαστικό αξίωμα) και “Καθολικός Σεκρετάριος του Βασιλέως” (γραμματέας και μυστικοσύμβουλος, ο εξ απορρήτων). Μετά τη σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας που αποφάσισε την Ένωση των δύο Εκκλησιών, ο Σχολάριος γίνεται μοναχός, παίρνει το όνομα Γεννάδιος και τίθεται επικεφαλής του κινήματος των Ανθενωτικών. Είναι αυτός που, αμέσως μετά την Άλωση της Πόλης, τοποθετείται στο θρόνο του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης από τον κατακτητή Μωάμεθ Β’
Το δεύτερο σημαντικό πρόσωπο των Ανθενωτικών ήταν ο Λουκάς Νοταράς, που κατείχε μέσα στην πολιορκούμενη Πόλη το ύπατο αξίωμα αμέσως μετά τον αυτοκράτορα. Σε αυτόν φέρεται να ανήκει η φράση: «Κρειττότερον εστί ιδέναι εν μέσει τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν» που έχει διασωθεί σε χρονικά της Άλωσης και η οποία έχει επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας ως «Καλύτερα σαρίκι τούρκικο, παρά τιάρα παπική». Μια φράση που εκ των υστέρων ακούγεται τραγικά ειρωνική, καθώς αυτός, σε αντίθεση με το Γεννάδιο, δεν είχε καλό τέλος. Μετά την Άλωση, ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής δήμευσε την περιουσία του και αποκεφάλισε τον ίδιο και τα παιδιά του. Αντίθετα με τον Γεννάδιο, ο Λουκάς Νοταράς δεν του φαινόταν χρήσιμος
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το τραύμα που είχε προκαλέσει η πρώτη Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους και η λεηλασία και οι καταστροφές που επέφερε αυτή, είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο ρήγμα μεταξύ των Καθολικών και των Ορθοδόξων καθώς και ένα έντονο αντιλατινικό αίσθημα που περνούσε από γενιά σε γενιά

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. Μεταγενέστερη γαλλική μικρογραφία
Σχετικά με τις καταστροφές που προκάλεσε η Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους, ο Στίβεν Ράνσιμαν γράφει: «Είναι δύσκολο να υπερβάλλει κανείς το κακό που έγινε στον ευρωπαϊκό πολιτισμό με την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι θησαυροί της Πόλης, τα βιβλία και τα έργα τέχνης, που είχαν διατηρηθεί τόσους αιώνες, διασκορπίστηκαν και πολλά από αυτά καταστράφηκαν. Η Αυτοκρατορία, το μεγάλο αυτό φρούριο της χριστιανοσύνης στην Ανατολή, εκμηδενίστηκε σαν δύναμη. Η ιδιαίτερα συγκεντρωτική οργάνωσή της καταστράφηκε. Πολλές επαρχίες για να σωθούν, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η δυνατότητα για τις κατακτήσεις των Οθωμανών οφείλεται στο έγκλημα των Σταυροφόρων»
Αλλά δεν ήταν μόνο οι μνήμες από το παρελθόν. Ήταν και το ζοφερό παρόν. Η καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί και η οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένοβας που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας
Παρόλα αυτά, το Βυζάντιο, μετά την επανάκτηση της Πόλης, αντιλαμβανόμενο τον τεράστιο κίνδυνο που διέτρεχε από τους Οθωμανούς, επιδίωξε από την αρχή μία προσέγγιση με τη Δύση
Η πρώτη επίσημη προσέγγιση των δύο Εκκλησιών έγινε το 1274 στη Λιόν της Γαλλίας, οπότε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος υπέγραψε την Ένωση Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας μετά το Μεγάλο Σχίσμα του 1054. Στη σύνοδο της Λιόν στάλθηκαν Βυζαντινοί αντιπρόσωποι, οι οποίοι αποδέχθηκαν το παπικό πρωτείο, το δόγμα του Filioque (δηλαδή τη λατινική προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως ότι το Άγιο Πνεύμα «εκπορεύεται και εκ του Υιού») και ορισμένες λατινικές θεολογικές διατυπώσεις.

Ο καρδινάλιος Μποναβεντούρα, ενώ δέχεται τους Έλληνες απεσταλμένους στη Σύνοδο της Λυών, σε πίνακα του Ισπανού ζωγράφου Francisco de Zurbaran (Παρίσι, Μουσείο Λούβρου)
Στις 6 Ιουλίου του 1274 ανακηρύχθηκε επίσημα η Ένωση των δύο Εκκλησιών. Ωστόσο, η Ένωση αποδείχθηκε βραχύβια, καθώς συνάντησε ισχυρή αντίδραση από τον ορθόδοξο κλήρο και τον βυζαντινό λαό και τελικά ακυρώθηκε μετά τον θάνατο του Μιχαήλ Η΄
Παρά την αποτυχία όμως της προσέγγισης με τη Δύση, με τη σύνοδο αυτή ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η’ κέρδισε χρόνο καταφέρνοντας να αποτρέψει μία νέα προγραμματιζόμενη επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης από τον Γάλλο πρίγκιπα Κάρολο του Ανζού, βασιλιά της Σικελίας εκείνη την εποχή
Αρκετές δεκαετίες αργότερα και μετά τον εμφύλιο πόλεμο στο Βυζάντιο (1341-1347) ο Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός επιχείρησε μία νέα προσπάθεια προσέγγισης με τη δυτική εκκλησία μέσω επιστολών, αποστολών πρεσβειών και θεολογικών διαπραγματεύσεων. Στις επιστολές αυτές ο Ιωάννης ΣΤ΄ εμφανιζόταν διατεθειμένος να συζητήσει το παπικό πρωτείο, την Ένωση των Εκκλησιών καθώς και θεολογικούς συμβιβασμούς. Οι συζητήσεις αυτές όμως δεν προχώρησαν, καθώς ούτε η βυζαντινή κοινωνία ούτε η Ανατολική Εκκλησία φαινόταν διατεθειμένες να αποδεχθούν τη υποταγή στον πάπα
Στο ίδιο πλαίσιο επαφών ανήκε και η αποτυχημένη επίσκεψη του Ιωάννη του Ε’ Παλαιολόγου στη Δύση το 1369-1370 όπου βρέθηκε να κρατείται τελικά για χρέη προς τη Βενετία
Ώσπου φτάνουμε τελικά στην περίφημη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, η οποία ξεκίνησε στη Φερράρα της Ιταλίας το 1438 και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη Φλωρεντία το 1439 λόγω επιδημίας πανώλης και είχε ως βασικό της στόχο την Ένωση της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας
Η Σύνοδος κατέληξε τελικά σε συμφωνία με υποχώρηση των Βυζαντινών απέναντι στα παπικά αιτήματα, όπως το Filioque («και εκ του Υιού») στο Σύμβολο της Πίστεως και τα πρωτεία του Πάπα. Έτσι, τον Ιούλιο του 1439 υπογράφηκε το διάταγμα της Ένωσης που πήρε το όνομα “Laetentur Caeli” από τα πρώτα λατινικά λόγια του κειμένου: «Laetentur Caeli et exsultet terra» που σημαίνει «Ας ευφρανθούν οι ουρανοί και ας αγαλλιάσει η γη»”. Όλοι οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υπέγραψαν το διάταγμα — εκτός από τον Μητροπολίτη Εφέσου Μάρκο Ευγενικό.

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος εισέρχεται στη Φλωρεντία για τη Σύνοδο της Ένωσης των Εκκλησιών το 1439. Πίνακας του B.Gozzoli
Στο άκουσμα της είδησης ξέσπασαν στην Ανατολή μεγάλες αντιδράσεις. Ο σπουδαιότερος υποστηρικτής του ενωτικού κινήματος, επίσκοπος και φιλόσοφος Βησσαρίων, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ιταλία, όπου αργότερα έγινε καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και μία από τις σημαντικότερες μορφές της Αναγέννησης
Ο εκπρόσωπος της Ρωσίας στη Σύνοδο, ο ελληνικής καταγωγής μητροπολίτης Κιέβου Ισίδωρος, μετά την επιστροφή του στη Ρωσία εκδιώχθηκε και αναγκάστηκε να καταφύγει και αυτός στη Δύση. Εκεί συνέχισε τη δράση του ως καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ συνδέθηκε με τις τελευταίες προσπάθειες υποστήριξης της Κωνσταντινούπολης
Οι Πατριάρχες της Ανατολής επίσης, αρνήθηκαν να επικυρώσουν την υπογραφή των απεσταλμένων τους
Όσο για το Γεώργιο Σχολάριο που συμμετείχε και αυτός στη Σύνοδο, ενώ στη Σύνοδο υπέγραψε την Ένωση, όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη δήλωσε πως η υπογραφή του ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού και τέθηκε επικεφαλής του κινήματος των Ανθενωτικών προσπαθώντας να ακυρώσει την Ένωση στην πράξη
Στις 26 Οκτωβρίου του 1452 φτάνει στην Πόλη παπική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον καρδινάλιο Ισίδωρο με βασικό σκοπό να συζητηθούν οι λεπτομέρειες για την Ένωση των δύο Εκκλησιών. Μαζί τους έρχονται και 200 πολεμιστές για να βοηθήσουν στην άμυνα της Πόλης. Πολύ λίγοι βέβαια σε σχέση με τη βοήθεια που είχε υποσχεθεί ο Πάπας μετά τη Σύνοδο της Φερράρα-Φλωρεντίας
Στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 γίνεται κοινή λειτουργία Ορθόδοξων και Καθολικών στην Αγιά Σοφιά, κατά την οποία ανακηρύσσεται η Ένωση των Εκκλησιών
Γράφει ο Μίκα Βαλτάρι στον «Μαύρο Άγγελο»:
«… ο καρδινάλιος Ισίδωρος, μέσα σε παγερή σιωπή, διακήρυξε σε λατινική και ελληνική γλώσσα την ένωση των Εκκλησιών. Κατά τη διάρκεια της λαμπρής τελετουργίας που επακολούθησε, απάγγειλε το Πιστεύω και, όταν έφτασε στη φράση “και εκ του Υιού”, πολλοί σκέπασαν τα πρόσωπά τους, ενώ απ’ το γυναικωνίτη ακούγονταν λυγμοί. Στεκόμουν ανάμεσα στο πλήθος, σε μια πλαϊνή πτέρυγα, πίσω από μια γκρίζα κολόνα. Την άγγιξα και είδα πως ήταν υγρή, σαν να ίδρωναν από την αγωνία ακόμα και οι κρύες πέτρες του ναού»
Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στους Τούρκους
Όπως είδαμε παραπάνω, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση την υποταγή της στην παπική εξουσία. Οι εκπρόσωποί της θεωρούσαν τους εαυτούς τους πάνω από όλα Χριστιανούς Ορθόδοξους και στη συνέχεια ο,τιδήποτε άλλο. Αυτή ήταν η ταυτότητά τους. Δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες, ούτε καν Ρωμαίους. Ήταν επόμενο λοιπόν να επιλέξουν μεταξύ των κατακτητών τους, εκείνον που θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν αυτή την ταυτότητα αναλλοίωτη
Είναι χαρακτηριστικά τα λεγόμενα του Γεννάδιου στο ερώτημα περί ταυτότητας:
«Αν και είμαι Έλληνας στη γλώσσα, δεν θα έλεγα ποτέ ότι είμαι Έλληνας, επειδή δεν σκέφτομαι όπως οι Έλληνες• ούτε θεωρώ τους Έλληνες δώρο (ή πρότυπο), αλλά θέλω να ονομάζομαι σύμφωνα με τη δική μου πίστη/δοξασία. Και αν κάποιος με ρωτούσε ποιος είμαι, θα απαντούσα: είμαι χριστιανός»
Στο δίλημμα του τι έπρεπε να σωθεί, η Αυτοκρατορία ή η Ορθοδοξία, ο Γεννάδιος , αντίθετα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, προέκρινε τη δεύτερη, θυσιάζοντας την πρώτη. Ο Γεννάδιος γνώριζε πολύ καλά ότι στις λατινοκρατούμενες περιοχές, η Καθολική Εκκλησία, εκτός ελάχιστον εξαιρέσεων, δεν επέτρεπε τη δράση και παρουσία μελών του Ανώτατου Ορθόδοξου κλήρου. Αντίθετα, στις Οθωμανοκρατούμενες περιοχές υπήρχαν έδρες Μητροπόλεων και Επισκοπών που λειτουργούσαν από ιεράρχες που χειροτονούνταν από τη Βυζαντινή ακόμη Κωνσταντινούπολη.
Μετά την Άλωση της Πόλης, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής αποφάσισε τη διατήρηση του θεσμού του Πατριαρχείου και επέλεξε για τη θέση αυτή τον Γεννάδιο. Λίγο μετά την ενθρόνισή του που έγινε τον Ιανουάριο του 1454, ο νέος Πατριάρχης, μέσα από μια σειρά κειμένων και επιστολών, επιχείρησε να προσδώσει στην Άλωση έναν υπερβατικό, υπερφυσικό χαρακτήρα υποστηρίζοντας πως ήταν αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των Βυζαντινών από τον Θεό γιατί είχαν αμαρτήσει. Η Άλωση δηλαδή, σύμφωνα με τον Γεννάδιο, ήταν ένα προϊόν Θείας καταδίκης, η οποία είχε εξοπλίσει για το σκοπό αυτό τους Οθωμανούς με στρατιωτική ισχύ και τέχνη

Ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής παραχωρεί τα προνόμια του Πατριαρχείου στον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο (ψηφιδωτό Σωτηρίου Βάρβογλη)
Ο Θεός ωστόσο, ως φιλεύσπλαχνος, σύμφωνα πάντα με τον Γεννάδιο, και μη θέλοντας να χαθεί κάθε ελπίδα σωτηρίας των Ορθοδόξων, επέτρεψε τη διατήρηση της ορθής πίστης εμπνέοντας τον Μωάμεθ τον Β’ να αποφασίσει την επανίδρυση του Οικουμενικού θρόνου. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γεννάδιος:
«Και το ότι οργανώθηκε ξανά η Εκκλησία το προκάλεσε πρώτα το θείο έλεος που κινήθηκε υπέρ αυτής, και έπειτα η φιλανθρωπία εκείνου (δηλαδή του Σουλτάνου), αφού τότε η Εκκλησία κατέστη ελεύθερη μέσω ημών»
Τις παραπάνω απόψεις του Γενναδίου ακολούθησαν όλοι σχεδόν οι σύγχρονοί του λόγιοι, κληρικοί και λαϊκοί που ζούσαν στην οθωμανική επικράτεια. Είναι ευνόητο ότι οι απόψεις αυτές είχαν πολύ σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις και διαστάσεις, καθώς η υιοθέτησή τους αφενός καθιστούσε μάταιη κάθε αντίσταση στα οθωμανικά στρατεύματα, αφετέρου υποχρέωνε το εκκλησιαστικό ποίμνιο της εκκλησίας να υπακούει χωρίς αντίρρηση στην οθωμανική εξουσία. Εφόσον η Άλωση ήταν θέλημα Θεού, ποιος βλάσφημος θα μπορούσε να πάει κόντρα στο θέλημά Του;
Αλλά ποιο ήταν κατά το Γεννάδιο και το περιβάλλον του το κύριο αμάρτημα των Βυζαντινών, αυτό που προκάλεσε τη Θεία εγκατάλειψη και οργή οδηγώντας στην πτώση της Βασιλεύουσας;
Σύμφωνα με το στενό συνεργάτη του Πατριάρχη Θεόδωρο Αγαλλιανό, το αμάρτημα αυτό ήταν η Ένωση των Εκκλησιών που είχε συμφωνηθεί στη σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας. Τότε, όπως ο Αγαλλιανός γράφει σε λόγο του που συντάχθηκε στα 1463, «όλοι ακολούθησαν το ρεύμα εκτός από εμάς, δηλαδή τα μέλη της συνάξεως [σ.σ εννοεί την ομάδα των Ανθενωτικών], είτε θεωρώντας εσφαλμένα τα άγια δόγματά μας, είτε από άγνοια, είτε αναστατωμένοι από το φόβο, είτε συρόμενοι από τη βία. Αλλά γι' αυτό το λόγο ήρθε η οργή του Θεού επάνω στους υιούς της απωλείας και ανέτρεψε τα πάντα»
Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο Μωάμεθ ο Β’ δεν γνώριζε τα τεκταινόμενα μέσα στην πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη και δεν είχε προβεί σε κάποιες προσυνεννοήσεις με τους Ανθενωτικούς. Ο Σουλτάνος θέλοντας να διασφαλίσει τα νώτα του και να αποτρέψει τους Ορθόδοξους από το να συμπράξουν με τους Δυτικούς είχε κάθε συμφέρον να ενισχύσει τους Ανθενωτικούς.
Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στον Οθωμανικό κίνδυνο, αλλά και η μετέπειτα στάση των Οθωμανών απέναντι στην Εκκλησία δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες για επαφές και συναλλαγή της Εκκλησίας με τους μετέπειτα κατακτητές. Όπως σημειώνει δηκτικά η Αρβελέρ: «Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλιέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων. Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε. Κάπως έτσι φτάσαμε και στα βατοπεδινά βακούφια»
Η πολιτική γραμμή του Γενναδίου διατηρήθηκε από την ηγεσία της Εκκλησίας για αιώνες. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Πατριάρχης Ιερεμίας Α’ το 1543: « παρεδόθημεν εν οις παρεδόθημεν κρίσει Θεού δικαία». Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η περιβόητη Πατριαρχική Διδασκαλία, ένα κείμενο που τυπώθηκε στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο το 1798 και καταδίκαζε τις επαναστατικές ιδέες του Ρήγα Φεραίου και της Γαλλικής Επανάστασης καλώντας τους υπόδουλους Ορθόδοξους να παραμένουν πιστοί στην πίστη τους και υπάκουοι στην οθωμανική εξουσία, μία εξουσία που είχε επιτρέψει ο Θεός και προειδοποιούσε ότι οι ευρωπαϊκές “νεωτερικές” ιδέες οδηγούν σε αθεΐα και χάος.
Η στάση της Δύσης
Πολύς λόγος γίνεται για το μέγεθος της βοήθειας που η Δύση πρόσφερε στο πολιορκούμενο Βυζάντιο. Η αλήθεια είναι ότι η βοήθεια ήταν μετρημένη και υπήρχαν πολλοί λόγοι γι αυτό.
Από τη μία πλευρά η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και οι δυτικοί ηγεμόνες είχαν τα δικά τους προβλήματα και πολέμους. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι ήταν απασχολημένοι με τον Εκατονταετή τους πόλεμο (1337-1453), ενώ ο τεράστιος ανταγωνισμός και τα αντικρουόμενα συμφέροντα Βενετών και Γενοβέζων δεν άφηναν περιθώρια για συνεργασία μεταξύ τους που θα οδηγούσε σε πραγματική βοήθεια προς το Βυζάντιο
Από την άλλη πλευρά, η Κωνσταντινούπολη θεωρούνταν ήδη πολύ αδύναμη για να σωθεί, η μεγάλη απόσταση έκανε δύσκολη μια άμεση εκστρατεία ενώ δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί και το αίσθημα απαξίωσης που είχε καλλιεργηθεί στη Δύση για τους “σχισματικούς Έλληνες” .
Σχετικά με τη βοήθεια που ήρθε ή δεν ήρθε τελικά από τη Δύση, η Αρβελέρ αναφέρει:
«Κάτι που συνήθως οι Έλληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Άλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς
Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Όταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος- ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου. Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν. Όταν ανέλαβε Πάπας ο Ένιο Σίβλιο Πικολομίνι, δηλαδή ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Άλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα. “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”, έλεγαν»
Παρόλα αυτά, δεν έλειψαν οι στρατιωτικές εκστρατείες των Δυτικών εναντίον των Οθωμανών. Η πιο σημαντική δυτική ενέργεια πριν την Άλωση της Πόλης ήταν η σταυροφορία που κατέληξε στη μάχη της Βάρνας το 1444. Εκεί, ένας συνασπισμός Ούγγρων, Πολωνών και άλλων χριστιανικών δυνάμεων προσπάθησε να ανακόψει τους Οθωμανούς, αλλά ηττήθηκε από τον Μουράτ τον Β’. Η ήττα αυτή ουσιαστικά κατέστρεψε την πιθανότητα μελλοντικής μεγαλύτερης δυτικής επέμβασης
Στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης βέβαια, το 1453, υπήρχαν μέσα στην πόλη 2.000 δυτικοί μαχητές, κυρίως Γενοβέζοι υπό τον Ιωάννη Ιουστινιάνη (Giovanni Giustiniani). Ο συνολικός αριθμός τους όμως ήταν πολύ μικρός απέναντι στον τεράστιο στρατό του Μωάμεθ του Β’
Στην πραγματικότητα δηλαδή, η Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας έδωσε περισσότερο ελπίδες παρά πραγματική στρατιωτική σωτηρία. Και ίσως ο διχασμός που προκάλεσε, να έκανε τα πράγματα χειρότερα
Η Ρωσία και η Τρίτη Ρώμη
Αν για τους Νεοέλληνες η Άλωση της Πόλης σημαίνει το τραγικό τέλος, για τους Ρώσους αντίθετα είναι η μέρα που με Θεία βούληση συντελείται η μετατόπιση της αυτοκρατορικής εξουσίας από την Κωνσταντινούπολη στη Μόσχα, στην Τρίτη Ρώμη όπως γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε.
Η ιδεολογία της Τρίτης Ρώμης διατυπώνεται για πρώτη φορά από ένα μοναχό από την πόλη του Pskov, τον Θεόφιλο, και προβάλλει την αντίληψη πως το κράτος της Μόσχας είναι το τρίτο κατά σειρά ευλογημένο χριστιανικό βασίλειο: η πρώτη Ρώμη, εκείνη του Αποστόλου Πέτρου, καταλύθηκε από τους ειδωλολάτρες βαρβάρους και η νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, υπέστη τη Θεία Τιμωρία της Άλωσης από τους απίστους επειδή απαρνήθηκε την ορθή πίστη στη Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας. Από εδώ και στο εξής, η Μόσχα θα είναι η τρίτη Ρώμη, αυτή που θα διασώσει την Ορθόδοξη πίστη και το αυτοκρατορικό μεγαλείο
Το δόγμα της Τρίτης Ρώμης θα γίνει επίσημο κρατικό δόγμα της Ρωσίας και θα περιβάλλει τον Ρώσο ηγεμόνα με ένα υπερβατικό κύρος, καθώς η εξουσία του έχει Θεία προέλευση. Τα δε σύμβολα εξουσίας του προέρχονται από τη Δεύτερη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη - όπως ο δικέφαλος αετός που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε κρατικές σφραγίδες της Μόσχας το 1497 και σταδιακά μετατρέπεται στο επίσημο αυτοκρατορικό έμβλημα της Ρωσίας

Ρωσικός θυρεός του 1577
Είναι πολύ χαρακτηριστικά αυτά που γράφει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο «Ημερολόγιο ενός συγγραφέα» τον Ιούνιο του 1876: «Σήμερα έχει η Ρωσία συνειδητοποιήσει ότι η Κωνσταντινούπολη μας ανήκει … Σήμερα είναι αδύνατο να θεωρούνται οι Ρωμιοί ως οι αποκλειστικοί κληρονόμοι του Βυζαντίου: θα τους έπεφτε πολύ, αν τους επιτρέπαμε να κληρονομήσουν ένα τόσο σπουδαίο σημείο της Υδρογείου…»
Η Κερκόπορτα και οι λαϊκοί θρύλοι
Σχετικά με την Κερκόπορτα και το ρόλο που φέρεται να έπαιξε κατά την Άλωση, η Αρβελέρ είναι κατηγορηματική και ξεκαθαρίζει πως πρέπει να την αντιμετωπίζουμε μόνο ως κάτι συμβολικό και σε καμία περίπτωση ως την πραγματική αιτία της πτώσης της Πόλης. «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. Ήταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν», αναφέρει.
Αμέσως μετά την Άλωση γεννιούνται οι πυρήνες των θρύλων του “Μαρμαρωμένου Βασιλιά” και της “Κόκκινης Μηλιάς” που εκφράζουν το τραύμα αλλά και τη μεσσιανική ελπίδα που αναπτύσσεται στους υπόδουλους Ορθόδοξους που δεν αποδέχθηκαν ότι η Άλωση ήταν Θεία θέληση
Οι πρώτες σαφείς καταγραφές των θρύλων εμφανίζονται κυρίως τον 16ο αιώνα και η πλήρης λαϊκή μορφή τους διαμορφώνεται σταδιακά μέσα στην εποχή της Τουρκοκρατίας.
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν πέθανε πραγματικά στην Άλωση, αλλά ένας άγγελος τον άρπαξε την ώρα της μάχης, τον “μαρμάρωσε” και τον έκρυψε κάπου κοντά στη Χρυσή Πύλη. Εκεί, μαρμαρωμένος, περιμένει την ώρα για να ξυπνήσει και να ξαναπάρει την Πόλη.
Τον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλιά περιγράφει παραστατικά ο μεγάλος Έλληνας λαογράφος Νικόλαος Πολίτης στο βιβλίο του «Παραδόσεις»: «Όταν ήρθε η ώρα να τουρκέψει η Πόλη και μπήκαν μέσα οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλα στ’ άλογό του να τους εμποδίσει. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μέση, κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε σκοτώθη τ’ άλογό του κι έπεσε κι αυτός. Κι εκεί που ένας αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήσει το βασιλιά, ήρθε άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά, βαθιά στη γη κάτω, κοντά στη Χρυσόπορτα. Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς, και καρτερεί την ώρα να ’ρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει. Οι Τούρκοι το ξεύρουν αυτό, μα δεν μπορούν να βρουν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς. Γι’ αυτό έχτισαν την πόρτα, που ξεύρουν πως απ’ αυτή θα έμπει ο βασιλιάς για να τους πάρει πίσω την Πόλη. Μα όταν είναι το θέλημα του Θεού, θα κατεβεί ο άγγελος στη σπηλιά και θα τον ξεμαρμαρώσει, και θα του δώσει στο χέρι πάλι το σπαθί που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη από τη Χρυσόπορτα, και κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως την Κόκκινη Μηλιά. Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός, που θα κολυμπήσει το μουσκάρι στο αίμα»
Η “Κόκκινη Μηλιά” είναι ένας μυθικός τόπος της λαϊκής παράδοσης που τοποθετείται κάπου βαθιά στην επικράτεια των Τούρκων, όπου τελικά θα φτάσουν οι Έλληνες νικητές συντρίβοντας τους Τούρκους.
Είναι βέβαιο πως οι θρύλοι αυτοί κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα της απελευθέρωσης, συνέδεαν το ζοφερό παρόν με το ένδοξο βυζαντινό παρελθόν και ενίσχυαν τη συλλογική ταυτότητα των υπόδουλων Ελλήνων.
Όπως γράφει ο Νικόλαος Πολίτης: «Αμέσως μετά την άλωση, η απόγνωση έδωσε σχεδόν ακαριαία τη θέση της στην ελπίδα, και η ελπίδα για την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης συνδέθηκε άμεσα με την «ανάσταση» ή την «επιστροφή» του τελευταίου αυτοκράτορα. Στον θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν είχε θελήσει να πιστέψει κανείς, και από την ίδια εκείνη ημέρα, την αποφράδα 29η Μαΐου, είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν οι πρώτες διαδόσεις: «και τινές μεν ελθόντες έλεγον ότι έφυγεν, άλλοι δε εν τη πόλει είναι έλεγον κεκρυμμένον, άλλοι δε τεθνάναι μαχόμενον» γράφει ο Γεώργιος Φραντζής («Χρονικόν μέγα»).
Οι τελευταίες ημέρες
Στις 26 Οκτωβρίου του 1452 φτάνει στην Πόλη παπική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον καρδινάλιο Ισίδωρο με βασικό σκοπό να συζητηθούν οι οριστικές λεπτομέρειες για την Ένωση των δύο Εκκλησιών. Μαζί τους έρχονται και 200 πολεμιστές για να βοηθήσουν στην άμυνα της Πόλης
Στις 12 Δεκεμβρίου γίνεται η κοινή λειτουργία στην Αγιά Σοφιά, κατά την οποία ανακηρύσσεται η Ένωση των Εκκλησιών
Στις 26 Ιανουαρίου του 1453 φτάνουν δύο γενοβέζικα πλοία με εφτακόσιους πολεμιστές. Ο επικεφαλής τους Ιωάννης Ιουστινιάνης λαμβάνει από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο τον τίτλο του Πρωτοστάτορος (αρχιστράτηγος) και αναλαμβάνει την άμυνα της Πόλης
Τον ίδιο μήνα, οι Τούρκοι στήνουν τα κανόνια τους απέναντι από τα τείχη της Πόλης και παρατάσσουν 150.000 πολεμιστές. Πίσω από τα τείχη υπάρχουν μόνο 5.000 Βυζαντινοί πολεμιστές και 2.000 Γενοβέζοι και Βενετοί
Γράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν: «Ο Τζουστινιάνι στη Χαρίσια Πύλη με τους Γενουάτες του … Κάτω από τον Ιππόδρομο οι Καταλανοί με τον Περέ Χούλια ..,. Ο Ενετός βάιλος Μινότο και το επιτελείο του στα ανάκτορα των Βλαχερνών … Κοντά στο λιμάνι του Ελευθερίου ο πρίγκιπας Ορχάν και οι Τούρκοι του …»

Τα πρώτα χτυπήματα ξεκινούν στις 5 Απριλίου. Στις 29 Μαΐου του 1453, μετά από 53 ημέρες πολιορκίας και ανελέητου σφυροκοπήματος, η Πόλη πέφτει στα χέρια των Τούρκων
Η έλλειψη ουσιαστικής βοήθειας από τη Δύση, τα μεγάλο κανόνια που είχαν στη διάθεσή του οι Τούρκοι –με πρώτο και καλύτερο το γιγάντιο κανόνι που κατασκεύασε ο Ούγγρος μηχανικός Ούρμπαν και το οποίο μπορούσε να εκτοξεύει οβίδες εκατοντάδων κιλών – αλλά και ο εντυπωσιακός ελιγμός με τον οποίο οι Τούρκοι κατάφεραν δια ξηράς να περάσουν πλοία στον Κεράτιο κόλπο, παρακάμπτοντας την τεράστια αλυσίδα την οποία οι Βυζαντινοί είχαν τοποθετήσει στην είσοδό του, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για την πτώση
Μα και να είχε αποκρουστεί η επίθεση των Τούρκων, ποια υπόσταση θα είχε η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία; Με τις χιλιάδες δυτικών πολεμιστών μέσα στην πόλη και τις ελεύθερες εμπορικές ζώνες Βενετών και Γενοβέζων, ουσιαστικά θα ήταν παραδομένη σε αυτούς. Μια λατινική βάση θα ήταν με τον αυτοκράτορα ανδρείκελό τους. Και γύρω-γύρω όλα τα Βαλκάνια θα ήταν κατακτημένα από τους Τούρκους
Κάπως έτσι έκλεισε ο κύκλος μιας χιλιόχρονης αυτοκρατορίας, επιβεβαιώνοντας το γεγονός πως ό,τι μένει στατικό και κλειστό, είναι καταδικασμένο σε θάνατο. Και δυστυχώς για το Βυζάντιο και τα Βαλκάνια, βρέθηκαν στο δρόμο της καθυστέρησης, την ίδια στιγμή που η Δύση έβγαινε από το Μεσαίωνα και θα έμπαινε στο δρόμο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού
Πηγές:
Η Άλωση της Πόλης, τεύχος 32, Ε-Ιστορικά
Η Άλωση με τα μάτια των ξένων, τεύχος 84, Ε-Ιστορικά
Το Βυζάντιο πριν από την Άλωση, τεύχος 187, Ε-Ιστορικά
https://www.ethnos.gr/history/article/315332/poioshtanomarmaromenosbasiliasenashdyoaytokratorespisoapotonthrylotilenehistoriakaitathrhskeytika
https://tvxs.gr/istoria/dialyontas-toys-mythoys-gia-tin-alosi/
Ο Μαύρος Άγγελος, Μίκα Βαλτάρι