«Δεν έζησες για να χωρέσεις στον κόσμο, τον άλλαξες»
Αυτό έγραφε το στεφάνι που κατέθεσαν στην κηδεία της οι ανιψιές της. Γιατί η Πάολα Ρεβενιώτη, αντί να κινείται στο σκοτάδι, προτίμησε να ζήσει στο φως και να αγωνιστεί για το δικαίωμά της να διαχειριστεί όπως αυτή επιθυμεί τη σεξουαλικότητά της
Την Πάολα Ρεβενιώτη δεν την γνωρίσαμε προσωπικά. Ακόμη και τους αγώνες της από κάποια απόσταση τους παρακολουθούσαμε. Δεν μας άφηνε ο συντηρητισμός μας να πλησιάσουμε περισσότερο. Αυτός ο συντηρητισμός που, όσο και να θες να τον πετάξεις από πάνω σου, δεν φεύγει εύκολα. Είναι κολλημένος πάνω σου σαν το δέρμα, διαμορφωμένος από δεκαετίες φορτωμένες από αμέτρητα «πρέπει» και «μη»
Με το θάνατό της διαπιστώσαμε πόσο πολύ κόσμος αγάπησε αυτό τον άνθρωπο που γεννήθηκε σαν άνδρας και έζησε σαν γυναίκα. Γιατί έτσι ένιωθε. Διαβάσαμε όμως και για την έντονη κοινωνική και πολιτιστική της δράση και θα βάλουμε άλλους να μιλήσουν γι αυτήν. Όπως το “Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα” :
«Την Πάολα Ρεβενιώτη την ζήσαμε σε πολλές συγκυρίες γιατί ήταν μια μαχητική και ριζοσπαστική παρουσία με συμμετοχή στα κινηματικά δρώμενα από τη δεκαετία του 1980. Η Πάολα δεν έκανε ποτέ πίσω ακόμα και όταν την ξυλοκοπούσε άγρια η αστυνομία όπως σε πολλές στιγμές της δεκαετίας του ’80 στα Εξάρχεια. Σε πολύ δύσκολους καιρούς για τα ζητήματα της κουήρ κοινότητας αποτέλεσε πρωτοπορία. Γιατί η Πάολα δεν υποχωρούσε όταν υποστήριζε το δίκιο της και το δίκιο των κατατρεγμένων. Πάλεψε μέσα από την πολιτική και εκδοτική της διαδρομή για χώρους ελευθερίας για όλους, όλες και όλα, ξεκινώντας από την ένταξή της στο ΑΚΟΕ και εκδίδοντας το περιοδικό «το Κράξιμο» για 11 χρόνια ως το 1993, που επικέντρωνε στη δράση των κινημάτων και κυρίως των διεκδικήσεων των ομοφυλόφιλων.
[…] Ήταν η πρώτη τρανς γυναίκα που κατέβηκε υποψήφια για την ελληνική βουλή στο μακρινό 1990 με τους Οικολόγους Εναλλακτικούς και το 2023 με το ΜΕΡΑ 25.
Η Πάολα ήταν και μια σπουδαία καλλιτέχνιδα: δημιουργός ντοκιμαντέρ, παραγωγός ραδιοφώνου, ανεξάρτητη ρεπόρτερ δρόμου, φωτογράφος, ποιήτρια, εκδότρια με πολλές εκθέσεις στο ενεργητικό της.
Σπάνια προσωπικότητα, μεγάλη απώλεια»

Ιδιαίτερη αίσθηση είχε κάνει η δήλωσή της, λίγο μετά τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου:
“Οι Έλληνες δεν μισούν τις αδελφές τους gay, τους πούστηδες και όπως τους αποκαλούν. Ούτε μισούν τους κλεφτες και αυτούς που πίνουν ναρκωτικά.
Μισούν τους φτωχούς gay και τους φτωχούς κλέφτες ή εξαρτημένους.
Aν είσαι πάμπλουτος και gay που δεν το διεκδικείς, αλλά λες αστειάκια και χαριτωμένα πράματα και δήμαρχο σε βγάζουν.
Aν είσαι κοκάκιας πλούσιος και πεθάνεις, σε κλαίνε 3 μήνες.
Στην φτώχεια είναι ρατσιστές, άσχετα αν και αυτοί είναι φτωχομπινέδες”.
Για την Πάολα Ρεβενιώτη και το περιοδικό που ταυτίστηκε με αυτήν έγραψε ο δημοσιογράφος Ανδρέας Ρουμελιώτης:
Τo 1981, η Πάολα Ρεβενιώτη έγραφε : «Επί πέντε χρόνια εκδίδομαι κάθε βράδυ στη λεωφόρο Συγγρού, στη λεωφόρο όπου αισθάνομαι τόσο έντονα την αγριότητα, τη μοναξιά και τη φρίκη αυτής της κοινωνίας».
Η Πάολα συστήθηκε στον κόσμο με ειλικρίνεια στο κείμενο “Εγώ η πόρνη’, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού που η ίδια εξέδιδε. Στο “Κράξιμο”
«Εμείς της συντακτικής επιτροπής θα θέλαμε το “Κράξιμο” να διαβαστεί απ’ όσους έχουν κοινές ανησυχίες με μάς, απ’ όλους όσους θέλουν να μάθουν και να πουν για την ομοφυλοφιλία, αλλά και για τις φυλακές, την καθημερινή αποξένωση και την καταπίεση στην οικογένεια, στη δουλειά, στο σχολείο».
Το “Κράξιμο” υπήρξε ένα από τα πρώτα και πιο ριζοσπαστικά έντυπα για την «ομοφυλόφιλη έκφραση». Ήταν ερωτικό και επαναστατικό. Φιλοξένησε κείμενα του Κώστα Ταχτσή, του Ηλία Πετρόπουλου και του Φελίξ Γκουαταρί. Δημοσίευσε ποιήματα της Κατερίνας Γώγου και συνεντεύξεις της Μαλβίνας Κάραλη, του Ντίνου Χριστιανόπουλου και του Χρόνη Μίσσιου. Συγκέντρωσε μαρτυρίες ομοφυλόφιλων και τρανς ατόμων. Σόκαρε με τις (ημι)γυμνές φωτογραφίες νέων αγοριών. Μίλησε για την ομοφυλοφιλία, την οροθετικότητα και την επιθυμία.
Εμφανίστηκε σε ια εποχή που η πολιτική σκηνή της χώρας βροντοφώναζε για «Αλλαγή», που όμως δεν αφορούσε ούτε στο ελάχιστο την περιθωριοποίηση των ομοφυλόφιλων / τρανς ατόμων, που συνέχιζαν να ζουν υπό την απειλή ξυλοδαρμών, «παρεμβάσεων» της Αστυνομίας (που οδηγούσαν σε προφυλακίσεις) και πλήρους κοινωνικού αποκλεισμού.
Για περίπου δώδεκα χρόνια κυκλοφορούσε σε περίπτερα και βιβλιοπωλεία της Αθήνας, προκαλώντας την περιέργεια και τον καθωσπρεπισμό των περαστικών. Το 1983, η Πάολα μηνύεται από πρώην διοικητή της Ασφάλειας και τελικά καταδικάζεται σε φυλάκιση.
[…] Νομίζω ότι, σε σχέση με μάς, η σημερινή γενιά είναι μια πολύ αντιερωτική γενιά. Δεν υπάρχει ερωτικός λόγος. Εμείς είχαμε την πολιτική της επιθυμίας. Πούστηδες μας λέτε; Όσο γεννάτε θα υπάρχουμε. Θα σας πάρουμε όλους. Κι αυτό κάναμε.
Σταμάτησα το περιοδικό όταν έκανε τον κύκλο του. Για να συνεχίσει θα έπρεπε να βάζω διαφημίσεις, να τα έχω καλά με όλους και δεν μπορώ να τα έχω καλά με όλους.
Εγώ όσο περνούσα καλά το έβγαζα αυτό το περιοδικό. Αν δεν περνούσα καλά, δεν θα ασχολούμουν. Όταν περνάς καλά, έχεις και περίσσευμα ψυχής. Και γι’ αυτό το έβγαζα. Δεν θα δεις σε κανένα τεύχος να κλαίω τη μοίρα μου κι ούτε την έκλαψα ποτέ».

Η Πάολα Ρεβενιώτη απέδειξε με τη δράση της πως η διεκδίκηση της αξιοπρέπειας και της ισότητας μπορεί να αλλάξει την κοινωνία. Γιατί, όσο κι αν ο αγώνας αυτός συνάντησε και συναντά ακόμη έντονες αντιδράσεις, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι έχουν γίνει μεγάλα βήματα προς την αποδοχή της διαφορετικότητας
Και όπως τραγουδούν οι Social Waste : « Κι όμως αλλάζει , Κεμάλ … κι όμως αλλάζει»