" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν Τίποτα παραπάνω από το ότι Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό Και από τους θεατές περιμένουμε Τουλάχιστον να ντρέπονται"
«Στην πραγματικότητα τα λίγα που ξέρω για την ανθρώπινη ηθική, τα έμαθα σε γήπεδα ποδοσφαίρου και σε θεατρικές σκηνές» είχε πει ο σπουδαίος Γαλλος διαννοούμενος Αλμπέρ Καμύ. Ορφανός από πατέρα, έπαιζε ξυπόλυτος ποδόσφαιρο στις αλάνες του Αλγερίου και έπειτα σε ποδοσφαιρικό σύλλογο στη θέση του τερματοφύλακα καθώς, όπως έλεγε, ήταν η μόνη θέση στην οποία τα παπούτσια φθείρονταν πιο αργά.
Ο Καμύ αναγκάστηκε να φύγει από την Αλγερία καθώς η κυβέρνηση φρόντισε να μην μπορεί να βρει πουθενά δουλειά λόγω της συγγραφικής δράσης του. «Το ποδόσφαιρο- είχε πει- μου έμαθε κάτι σπουδαίο για τη ζωή ,ότι η μπάλα δεν πηγαίνει πάντα εκεί που την περιμένεις»
Έτσι ο Καμύ βρέθηκε στη Γαλλία ως pied-Noir δηλαδή ¨Μαυροπόδαρος¨ καθώς αυτόν τον μειωτικό χαρακτηρισμό χρησιμοποιούσαν οι Γάλλοι για τους ¨προγόνους¨ του Ζινεντίν Ζιντάν που προέρχονταν από τη Βόρεια Αφρική. Όσο ο Καμύ βρισκόταν στη Γαλλία, στα πλαίσια του πολέμου ανεξαρτησίας της Αλγερίας από την Γαλλία, συνέβη ένα από τα πιο συγκλονιστικά ιστορικά αθλητικά γεγονότα. Την άνοιξη του 1958 ενώ η Γαλλία ετοιμαζόταν για το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου στη Σουηδία αρκετοί κορυφαίοι ποδοσφαιριστές αλγερινής καταγωγής που έπαιζαν στο Γαλλικό πρωτάθλημα …¨εξαφανίστηκαν¨. 11 σπουδαίοι Αλγερινοί ποδοσφαιριστές εγκατέλειψαν κρυφά τις ομάδες τους και διέφυγαν στην Τυνησία όπου είχε την έδρα της η εθνικοαπελευθερωτική ομάδα FLN. Η ποδοσφαιρική ομάδα FLN της Αλγερίας έδωσε 80 αγώνες σε 4 χρόνια και λειτούργησε ως ανεπίσημη εθνική ομάδα ενός κράτους που ακόμα δεν υπήρχε. Η ¨εξαφάνιση¨ ποδοσφαιριστών όπως ο Ρασίντ Μεκλούφι και ο Μουσταφά Ζιτούνια ήταν πολιτική πράξη. Οι αθλητές εγκατέλειψαν καριέρα, χρήματα και πιθανή συμμετοχή στο FIFA World Cup 1958. To ποδόσφαιρο χρησιμοποιήθηκε ως όπλο πολιτικής διπλωματίας, εθνικής ταυτότητας και αντιαποικιακού αγώνα.
To ποδόσφαιρο επίσης κατάφερε να βγάλει ολόκληρες χώρες από την αφάνεια του χάρτη, όπως για παράδειγμα την, άγνωστη στους περισσότερους, Ουρουγουάη. Ο σπουδαίος συγγραφέας της, Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του ¨Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου¨, αναρωτιέται
«Σε τι μοιάζουν ο θεός και το ποδόσφαιρο;»
και απαντάει:
«Στην αφοσίωση που επιδεικνύουν οι οπαδοί τους και στη δυσπιστία πολλών διαννοούμενων απέναντί τους»
Και πράγματι πολλοί διανοούμενοι αποστρέφονταν το ποδόσφαιρο, συχνά με την αιτιολογία ότι αποκοιμίζει τις μάζες και αναστέλλει τη δημιουργικότητα και τον επαναστατισμό τους
Το 1880 ο πολυγραφότατος Βρετανός Κίπλινγκ - συγγραφέας του " Βιβλίου της Ζούγκλας"- ειρωνευόταν τις… φτωχές ψυχές που γοητεύονται από τους… λασπωμένους που παίζουν ποδόσφαιρο.
Έτσι μπορούμε να υποθέσουμε ότι θα ένιωθε σίγουρα ανακούφιση, εάν μάθαινε ότι στίχοι από το γνωστό ποίημά του "Αν" έχουν χαραχτεί στην είσοδο του γηπέδου Γουίμπλεντον και όχι σε κάποιο.... λασπωμένο γήπεδο ποδοσφαίρου. Την ίδια γνώμη φαίνεται να είχε και ο Αργεντίνος συγγραφέας Μπόρχες ο οποίος φέρεται να είπε
«το ποδόσφαιρο είναι δημοφιλές γιατί η ηλιθιότητα είναι δημοφιλής»
Όμως δεν συμμερίζονταν όλοι αυτές τις απόψεις. Ένας άλλος Αργεντίνος, ο νεαρός Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, παίκτης σε ομάδα, πριν γίνει ο γνωστός μας Τσε, είπε:
«το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα ακόμη άθλημα , αλλά ένα όπλο της επανάστασης»
Και ίσως να συμφωνούσε με αυτό ο Μακιαβέλι που υπήρξε υποστηρικτής του αθλήματος και παίκτης, ενώ ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι είναι πιο πιθανό να έκλινε προς την ρομαντική και αθώα ματιά του Ισπανού συγγραφέα Χαβιέρ Μαρίας όταν έλεγε
«το ποδόσφαιρο είναι η εβδομαδιαία αναβίωση της παιδικότητας»
Από όποια οπτική κι αν δει κανείς το ποδόσφαιρο , ένα πράγμα δεν μπορεί να αγνοήσει ....κι αυτό είναι η τεράστια δύναμή του.
Ο αγαπημένος μας Γκαλεάνο γράφει: «όσο κι αν οι τεχνοκράτες προσπαθούν να το προγραμματίσουν μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια όσο κι αν οι ισχυροί προσπαθούν να το ελέγξουν, το ποδόσφαιρο θα είναι πάντα η τέχνη του Απρόβλεπτου»
Και αφού μιλάμε για ισχυρούς που προσπαθούν να το ελέγξουν, πώς μπορούμε να ξεχάσουμε το “Ματς του Θανάτου” που έγινε σύμβολο αντίστασης στον ναζισμό. Η ποδοσφαιρική συνάντηση διεξήχθη στο γερμανοκρατούμενο Κίεβο μεταξύ Γερμανών στρατιωτών και μιας ομάδας Ουκρανών. Οι Ουκρανοί νίκησαν, αλλά μετά τον αγώνα αντιμετώπισαν το μένος των Γερμανών.
Έτσι στηn ιστορία του ποδοσφαίρου κάποιοι αγώνες που φαίνονται αθλητικοί, μετατρέπονται σε συγκρούσεις εθνών, ιδεολογιών ή κοινωνιών όπως ο “Πόλεμος του Ποδοσφαίρου” –το 1969 όταν οι προκριματικοί αγώνες παγκόσμιου κυπέλλου μεταξύ Ελ Σαλβαδόρ και Ονδούρας, πυροδότησαν έναν πραγματικό πόλεμο τεσσάρων ημερών με τα βαθύτερα αίτια του να είναι κοινωνικά και οικονομικά.
Δεν είναι όμως μόνο οι αγώνες, αλλά και οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές μπορούν να γίνουν σύμβολα αντίστασης. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα, πέρα από το ασύλληπτο ταλέντο του, ήταν από τους πιο πολιτικοποιημένους αθλητές στην ιστορία του ποδοσφαίρου και έγινε η φωνή των καταπιεσμένων, φωνή αντίστασης και κοινωνικής αλλαγής.
Έλεγε για τον πόλεμο στο Ιράκ και τις ΗΠΑ
«Ο George W. Bush είναι εγκληματίας πολέμου. Πρέπει να δικαστεί»
Ενώ για τον καπιταλισμό και την φτώχια
«Πάντα θα είμαι στο πλευρό των φτωχών. Οι πλούσιοι έχουν ήδη αρκετή δύναμη»
«Οι φτωχοί πληρώνουν πάντα τα λάθη των πλουσίων»
«Το ποδόσφαιρο ανήκει στο λαό. Όχι στους πλούσιους»
Δε δίστασε να μιλήσει για τη FΙFA λίγο πριν την αποκάλυψη ενός μεγάλου σκανδάλου
«Η FIFA είναι μια μαφία»
Όταν οι Αμερικανοί θέλησαν να τον βραβεύσουν αυτός αρνήθηκε : «Μου έδωσαν ένα και στην Κούβα. Είπα στους Αμερικανούς: Κρατήστε το για τον εαυτό σας!»
Ο Μαραντόνα δεν ήταν απλώς ποδοσφαιριστής· αλλά πολιτικό σύμβολο .
Εκτός από τον Μαραντόνα και ο Βραζιλιάνος Σώκρατες δεν ήταν απλά ένας ταλαντούχος ποδοσφαιριστής, αλλά μια εμβληματική μορφή του ποδοσφαίρου.
Γιατρός, διανοούμενος και αρχηγός της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας με ριζοσπαστικές δημοκρατικές ιδέες, έλεγε χαρακτηριστικά:
«Το ποδόσφαιρο είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας. Αν θέλουμε δημοκρατία στη χώρα, πρέπει να τη ζούμε και μέσα στο ποδόσφαιρο»
Την ίδια διάσταση βλέπουμε και στον Ερίκ Καντονά, έναν από τους πιο χαρισματικούς και αντισυμβατικούς ποδοσφαιριστές της σύγχρονης εποχής, Πέρα από τις ποιητικές και συχνά παράξενες δηλώσεις του, είχε προτείνει μια ειρηνική επανάσταση απέναντι στις τράπεζες:
«Η επανάσταση μπορεί να γίνει πολύ εύκολα. Το σύστημα βασίζεται στις τράπεζες. Αν οι άνθρωποι αποσύρουν τα χρήματά τους, οι τράπεζες καταρρέουν. Χωρίς όπλα, χωρίς βία»
Ενώ σε άλλη δήλωσή του
«Ο ρατσισμός δεν έχει θέση στο ποδόσφαιρο, ούτε στην κοινωνία. Το ποδόσφαιρο πρέπει να ενώνει τους ανθρώπους, όχι να τους χωρίζει»
Και από τους μεγάλους και ταλαντούχους της ιστορίας του ποδοσφαίρου ας πάμε σε έναν ταλαντούχο, αλλά αμφιβόλου αναστήματος ποδοσφαιριστή, τον Μέσι.
Πριν λίγο καιρό τον παρακολουθήσαμε στο Λευκό Οίκο να χειροκροτεί τον Τραμπ όταν περιέγραφε με το γνωστό χυδαίο τρόπο του τους βομβαρδισμούς στο Ιράν , γεγονός που πυροδότησε αντιδράσεις.
Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί ένας κορυφαίος αθλητής πρέπει να πάρει θέση και να έχει πολιτική άποψη ;
Η απάντηση έρχεται από τον διανοούμενο του ποδοσφαίρου Σώκρατες
«Δεν αρκεί να είσαι καλός ποδοσφαιριστής. Πρέπει να είσαι και πολίτης»
Και ο Καντονά σε μια από τις μαγικές στιγμές του, συμπληρώνει
«Τι είναι το ποδόσφαιρο αν δεν είναι ελευθερία;
Τι είναι η ζωή αν δεν είναι ελευθερία;
Ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Νομίζω ότι μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε ότι μπορούμε να κάνουμε περισσότερα για την ανθρωπότητα»
Με αφορμή τη σημερινή ημέρα της γυναίκας και με τη βαθιά πεποίθηση πως, αν δεν γκρεμιστεί η εξουσιαστική πυραμίδα που έχουμε οικοδομήσει, δεν θα πάψουν να υπάρχουν άνθρωποι δεύτερης και τρίτης κατηγορίας, θυμηθήκαμε το παρακάτω απόσπασμα από την Πτώση του Αλμπέρ Καμύ, όπου ο ήρωας μιλάει με σαρκασμό για την ανάγκη του ανθρώπου να κυριαρχεί πάνω στους άλλους (εκδόσεις Ατραπός, μετάφραση Λίνα Ιγνατιάδου)
Ξέρω καλά ότι δε μπορεί εύκολα να παραιτηθεί κανείς από το να κυριαρχεί πάνω στον άλλον, να εξυπηρετείται απ΄ αυτόν. Ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται τους σκλάβους όπως και τον καθαρό αέρα. Το να κυριαρχείς σημαίνει ν’ ανασαίνεις, δε νομίζετε; Ακόμα κι οι πιο κακότυχοι καταφέρνουν ν’ ανασαίνουν. Ακόμη κι ο τελευταίος στην κοινωνική κλίμακα έχει κάποιον που απάνω του κυριαρχεί: τη σύζυγο, το παιδί του. Αν είναι εργένης, έχει το σκύλο του.
Το βασικό είναι να μπορείς να θυμώνεις χωρίς ο άλλος να έχει δικαίωμα ν‘ αντιμιλάει. Γνωρίζετε τον κανόνα: “Στον πατέρα, δεν αντιμιλάνε». Από μια άποψη είναι περίεργος. Γιατί σε ποιον θα έφερνε κανείς αντίρρηση αν όχι σ’ αυτόν που αγαπάει; Από μιαν άλλη άποψη, είναι πειστικός. Κάποιος πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο. Αλλιώς, σε κάθε λογική αντιτίθεται μια άλλη και δε θα τελειώναμε ποτέ. Αντίθετα, η ισχύς, θέτει σ‘ όλα τέλος. Μας πήρε καιρό, αλλά το καταλάβαμε.
Για παράδειγμα, πρέπει να το έχετε αντιληφθεί, η γηραιά μας Ευρώπη φιλοσοφεί σωστά. Δε λέμε πια όπως στους αφελείς καιρούς: «Εγώ νομίζω έτσι. Ποιες είναι οι αντιρρήσεις σας;». Γίναμε πιο σαφείς. Αντικαταστήσαμε το διάλογο με το ανακοινωθέν. Λέμε: «Αυτή είναι η αλήθεια. Μπορεί να την αμφισβητείτε, αυτό δε μας ενδιαφέρει. Σε λίγα χρόνια, η αστυνομία θα σας δείξει ότι έχουμε δίκιο»
Η «Πανούκλα» του Αλμπέρ Καμύ, κυκλοφόρησε το 1947 και περιγράφει την αγωνία των κατοίκων μιας πόλης που προσβάλλεται από μια φονική επιδημία. Το έργο αυτό του Καμύ θεωρήθηκε ως μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και το ναζισμό. Με απόσπασμα, άλλωστε, από την «Πανούκλα» έκλεισε την αγόρευσή του στη δίκη της Χρυσής Αυγής ο συνήγορος του ΠΑΜΕ Θ. Θεοδωρόπουλος. Από μόνη της, όμως, η αγωνιώδης προσπάθεια των κατοίκων της πόλης, συγκλονίζει και δίνει την ευκαιρία στον Καμύ να μιλήσει για πράγματα που τον απασχολούν και που διατρέχουν όλο το έργο του. Για το πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ζωή, για το πόσο εύκολα μπορούν να ανατραπούν τα ανθρώπινα σχέδια όπως και για το αν υπάρχει κάποιο νόημα σε αυτή τη ζωή. Μια ζωή που φαίνεται τόσο παράλογη με δεδομένο το βέβαιο τέλος της. Μια ζωή στην οποία ο άνθρωπος γνωρίζει πως θα συναντήσει πολλές δυστυχίες, αλλά παρόλα αυτά δεν παύει να κάνει φίλους, να ερωτεύεται, να δημιουργεί, να γελά, να ονειρεύεται και να ελπίζει
Μια άνοιξη της δεκαετίας του 1940, στο Οράν, μια παραλιακή πόλη της Αλγερίας που τότε ήταν γαλλική επαρχία, εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα μιας ασθένειας που όλοι θεωρούσαν πως είχε εκλείψει εδώ και αιώνες · της βουβωνικής πανώλης ή αλλιώς πανούκλας, του “Μαύρου θανάτου” όπως την αποκαλούσαν το Μεσαίωνα. Ο αριθμός των θανάτων μέρα με τη μέρα μεγάλωνε και η πόλη μπαίνει σε καραντίνα. Οι άνθρωποι της πόλης αποκλείονται από τον έξω κόσμο και ο καθένας από κει και πέρα αντιδρά με το δικό του τρόπο απέναντι την απομόνωση και τον φόβο του θανάτου.
Γράφει ο Καμύ: «Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρόλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δεν θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δεν σκέφτονταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτή την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα - πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς· πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πως θα μπορούσαν να σκεφτούν τη πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δεν θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες»
Όταν η επιδημία σταμάτησε, ο γιατρός Ριέ θα βρεθεί ανάμεσα στο πλήθος των ανθρώπων που γιόρταζαν στους δρόμους: «Μέσα στο ωραίο κι απαλό φως που ξεχύνονταν πάνω από την πόλη, έπλεαν οι παμπάλαιες μυρωδιές, κρέας ψητό και ποτά με γλυκάνισο. Γύρω του πρόσωπα εκστατικά σηκώνονταν να κοιτάξουν προς τον ουρανό. Άνδρες και γυναίκες αρπάζονταν ο ένας τον άλλο, με πρόσωπα φλογισμένα, με κραυγές πόθου. Ναι, η πανούκλα είχε τελειώσει, και μαζί της ο τρόμος, και τα σφιχτοπλεγμένα χέρια βεβαίωναν ότι κάποτε είχε υπάρξει στ’ αλήθεια εξορία και χωρισμός, με τη βαθύτερη έννοια του όρου … κι ανάμεσα στις εκατόμβες των νεκρών, τις σειρήνες των ασθενοφόρων, τις εξαγγελίες αυτού που συνήθως ονομάζουμε πεπρωμένο, το πεισματικό ποδοβολητό του φόβου και την τρομερή επανάσταση της καρδιάς τους, δεν είχε πάψει να περνά μια πελώρια βουή, που ξυπνούσε τα τρομαγμένα πλάσματα, που τους έλεγε πως πρέπει να ξαναβρούν την αληθινή τους πατρίδα. Και θα ήταν ευτυχισμένοι, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Και πια ήξεραν πως υπάρχει κάτι που πάντοτε μπορείς να λαχταράς και καμιά φορά να το κερδίζεις: η ανθρώπινη τρυφερότητα…»
Ο γιατρός Ριέ, όμως, δεν μπορούσε να συμμετάσχει στη γενική ευφορία γιατί γνώριζε … «...γνώριζε κάτι που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος, κι ας μπορεί κανείς να το βρει στα βιβλία, πως ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε χάνεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια ναρκωμένος στα έπιπλα και στα ρούχα, περιμένοντας υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, τα υπόγεια, τα σεντούκια, τα μαντίλια, τα χαρτιά, και πως θα ερχόταν ίσως μια μέρα που η πανούκλα, για να βασανίσει ή για να διδάξει τους ανθρώπους, θα ξυπνούσε και πάλι τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν μέσα σε μια ευτυχισμένη πόλη»
Έτσι τελείωσε και την αγόρευσή του στη δίκη της Χρυσής Αυγής ο δικηγόρος του ΠΑΜΕ δείχνοντας το φασισμό ως το βάκιλο της πανούκλας που δεν πεθαίνει ποτέ. Είναι και μια ευκαιρία όμως για τον Καμύ να μιλήσει για τη βέβαιη ήττα του ανθρώπου πέρα και άσχετα από τις μεμονωμένες και πρόσκαιρες νίκες του. Μια διαπίστωση, όμως, που δεν πρέπει να την αφήσουμε να καταστρέψει τη ζωή μας.