Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διδάκτωρ Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Παρισίων και επίτιμος διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια Κρήτης και Πελοποννήσου, ερευνητής, συγγραφέας, επικεφαλής πολιτιστικών και ερευνητικών οργανισμών, για ένα σύντομο διάστημα βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ, σύμβουλος στο πρώτο μεγάλου βεληνεκούς εγχείρημα της αυτοδιαχειριζόμενης έκδοσης μιας αμιγώς δημοσιογραφικής, δημοκρατικής εφημερίδας, της «Εφημερίδας των Συντακτών». Και κυρίως ενεργός δημόσιος διανοούμενος μέχρι τέλους, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, είναι χωρίς καμία αμφιβολία από τους σημαντικότερους Ελληνες κοινωνιολόγους και στοχαστές της μεταπολεμικής περιόδου. Και όπως γράφει η (πρώην) «Εφημερίδα των Συντακτών» -και νυν Μελισσανίδη- «....ο Τσουκαλάς συνδύασε σε όλη τη διαδρομή του την κοινωνική θεωρία με την πολιτική και την ιστορική εμπειρία, διατηρώντας μέχρι το τέλος επιφυλάξεις απέναντι στις οριστικές ερμηνείες. Η αμφιβολία ήταν, άλλωστε, γι’ αυτόν προϋπόθεση της σκέψης –κι ίσως έτσι μπορούν να ερμηνευτούν και οι αντιδιαμετρικά αντίθετες πορείες που είχαν τελικά με τον έτερο ενεργό στοχαστή του δημοσίου βίου μας, τον Στέλιο Ράμφο, που πέθανε οκτώ ημέρες πριν από τον Τσουκαλά, έχοντας γίνει, στο μεταξύ, ένας θεωρητικός του νεοφιλελευθερισμού.» (Τα μεγέθη μη συγκρίσιμα και η αντιδιαστολή ανοίκεια γιατί θεωρούμε πως με τη συσχέτιση με τον Ράμφο, η εφημερίδα υποτιμά τον Τσουκαλά και τη σκέψη του)
Είναι πολύ δύσκολο να βάλει κανείς τον Τσουκαλά, το έργο του, τη σκέψη και την απώλεια του, σε μία μικρή αναφορά. Έτσι, ενώ παλεύαμε να ετοιμάσουμε μία δημοσίευση για υον θάνατο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, πέσαμε πάνω στο δημοσίευμα του "Χωρίς εφημερίδα", το οποίο αναδημοσιεύει ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενό του Τσουκαλά, από τις σελίδες του «Ιού» το 1993. Είναι η απάντηση του Τσουκαλά στο ερώτημα τι σημαίνει αυτή η επαγγελία της υποτιθέμενης άρσης του χάσματος Δεξιάς -Αριστεράς (η υποτιθέμενη μοντέρνα δεξιά άποψη που διαλαλεί πως δεν προχωρά αριστερά η δεξιά άλλα μόνο "μπροστά"). Και βέβαια το ερώτημα αφορά και τον ρόλο των ΜΜΕ σ’ αυτή την προοπτική. Είναι ένα κείμενο από την πρώτη περίοδο που επετράπη σε επιχειρηματίες να ιδρύουν ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια. Το ιδιωτικό ραδιόφωνο είχε προηγηθεί λίγο καιρό πριν.
Το "Χωρίς εφημερίδα" μας πληροφορεί πως το επίκαιρο κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά δημοσιεύτηκε στη σαββατιάτικη στήλη του «Ιού» που ονομαζόταν «Καραμέλα», στην «Ελευθεροτυπία» πριν από 33 χρόνια (17.7.1993) και μας παροτρύνει: Ας διαβαστεί αυτό το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, γιατί δίνει απάντηση στο βασικό ερώτημα της σημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης σε όλο τον κόσμο.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, η Δεξιά και η Αριστερά
Γράφει το «Χωρίς Εφημερίδα» - [18.8.2026]
(απάντηση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στο ερώτημα των δημοσιογράφων της ομάδας του Ιού για το τι σημαίνει αυτή η επαγγελία της πολιτικής «υπέρβασης», η προβολή της άρσης του χάσματος Δεξιά-Αριστερά και ο ρόλος των ΜΜΕ σ’ αυτή την προοπτική)
1. Η προσφυγή σε όρους όπως «υπέρβαση», «ήθος», «θεσμοί» κ.λπ. δεν είναι καθόλου αθώα και έχει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Χωρίς να το λέει, είναι μια πολιτική που επαγγέλλεται την αποπολιτικοποίηση μέσω της εξουδετέρωσης του παραδοσιακού περιεχομένου των πολιτικών λεξιλογίων, και της απομάκρυνσης του πολιτικού παιγνίου από οποιαδήποτε ουσιαστικά κοινωνικά διακυβεύματα. Στόχος είναι να αμβλυνθεί η εμβέλεια του νοητού ιδεολογικού άξονα Δεξιάς-Αριστεράς γύρω από τον οποίο εννοιοποιούνται τα αντιπαρατιθέμενα κοινωνικά προτάγματα. Όμως, έστω και αν οι παραδοσιακές πολιτικές κρυσταλλώσεις εμφανίζονται πιο προβληματικές απ’ ό,τι στο παρελθόν, τα καίρια ζητήματα της ανακατανομής των πόρων, της άμβλυνσης των ανισοτήτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης και επιείκειας δεν μπορεί παρά να βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών αγώνων. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που επιδιώκεται να «ξεπεραστεί» και ει δυνατόν να εκβληθεί οριστικά από το πολιτικό παιχνίδι. Η εμμονή στη συνθηματολογία της «υπέρβασης» και της «αρετής» ως βασικών αιτημάτων μιας πολιτικής κίνησης υπαινίσσεται λοιπόν ότι η πολιτική δεν «πρέπει» να έχει παρεμβατικές βλέψεις, ότι αρκεί να προστατεύει τους «θεσμούς» και ότι ο ρόλος της πρέπει να εξαντλείται σε μια απλή τίμια διαχείριση, οπότε και το ύψιστο αιτούμενο είναι η εξασφάλιση της καθαρότητας της διαχείρισης αυτής, η οποία έχει ως αντικείμενο το υφιστάμενο σύστημα των κοινωνικών και οικονομικών εξουσιών. Έτσι ακριβώς επιχειρείται η υποβάθμιση της όποιας πολιτικής λειτουργίας της πολιτικής. Μια «απλώς» ενάρετη πολιτική διαχείριση είναι συνώνυμη με μια πολιτική χωρίς πρόγραμμα και χωρίς πρόταγμα, δηλαδή με μια πολιτική που έχει ως μόνο πρόγραμμα τη συντήρηση, μια πολιτική που αυτοαναιρείται ως πολιτική.
2. Είναι αλήθεια ότι τα ΜΜΕ φαίνεται ότι μπορούν να «κατασκευάζουν» πολιτικές κινήσεις με όρους διαφορετικούς απ’ ό,τι στο παρελθόν. Πράγματι, αντίθετα με τον έντυπο λόγο, η τηλεοπτική εικόνα μπορεί να δημιουργεί και να προωθεί με την απλή προβολή και δημοσιότητα. Τα ΜΜΕ δημιουργούν το υπάρχον χωρίς να χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουν και χωρίς να προσφύγουν στον λόγο.
Η σκηνική παρουσία αρκεί για την κατασκευή ειδώλων. Πράγμα που ενισχύεται με την «αντικειμενικότητα» των εικόνων που επιλέγονται χωρίς να φαίνεται η αυστηρότατη διαδικασία της επιλογής. Στο πλαίσιο αυτό, ή επίφαση της αποστασιοποίησης του λόγου-σχολίου επιτείνει τη δύναμη της εικόνας-είδησης. Χαρακτηριστική είναι η μέθοδος της τηλεοπτικής σφυγμομέτρησης του κοινού: αυστηρότατα επιλεγμένες και σκηνοθετημένες «απαντήσεις» εμφανίζονται ως ουδέτερη κοινή γνώμη, κατασκευάζοντας έτσι μια «πραγματική» κοινή γνώμη. Έτσι, όπου η πλασματική ουδετερότητα του παρουσιάζειν «αντικειμενικές» εικόνες συνοδεύεται από μιαν εξίσου πλασματική αλλά υποβολιμαία απο-πολιτικοποίηση και απο-κοινωνικοποίηση του πολιτικού διακυβεύματος, επιτείνεται το επιδιωκόμενο διαζύγιο ανάμεσα στην πολιτική πράξη και τον κοινωνικό λόγο. Αν με την επικράτηση της εικονογραφημένης πολιτικής ειδησεογραφίας δομούνται πολιτικές κινήσεις και πολιτικά κόμματα, ταυτόχρονα απο-δομείται το πολιτικό φαινόμενο.
3. Η παρέμβαση των ΜΜΕ δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική αν δεν ήταν ομόφωνη. Αντίθετα με την εφημερίδα γνώμης που αρθρώνει το δικό της λόγο, τα κατ’ επίφασιν ουδέτερα ΜΜΕ συντονίζονται ηθελημένα ή αθέλητα στην κατασκευή των ειδησεογραφικών διακυβευμάτων.
Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα ΜΜΕ δεν είναι ιδεολογικός ή πολιτικός, αλλά καθαρά εμπορικός. Αν σκεφτούμε λοιπόν ότι, τουλάχιστον στην Ελλάδα, όλα σχεδόν τα ΜΜΕ είναι συγκροτημένα σε ένα παγιωμένο ολιγοπώλιο, πίσω από το οποίο κρύβονται πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα, δεν θα πρέπει να απορούμε γιατί το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπουν είναι παραπλήσιο.
Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η οικονομική ολιγαρχία φοβάται την αναγέννηση της πολιτικής, η οποία και μόνο θα ήταν δυνατόν να ανατρέψει τα δεδομένα πλέγματα εξουσιών. Είναι προφανές ότι μόνο οι εμπεδωμένοι κυρίαρχοι του εξουσιαστικού παιχνιδιού έχουν συμφέρον να απο-πολιτικοποιήσουν και να θεατροποιήσουν τον πολιτικό λόγο, να εξουδετερώσουν τον άξονα Δεξιά-Αριστερά και να ενισχύσουν εκ του αφανούς πολιτικούς λόγους που το μόνο που επιχειρούν να «υπερβούν» είναι την ίδια την πολιτική. Όταν η πολιτική γίνει οριστικά διαχείριση και μόνον, τότε και οι πολιτικοί θα μπορούν να ελέγχονται ή να αντικαθίστανται. Είμαστε άραγε πολύ μακριά;
Πηγή κειμένου Χωρίς εφημερίδα