" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Ανάρτηση του Μάνου Λαμπράκη - συγγραφέα 16/5/2026

 

Το σημερινό συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν πολιτικό γεγονός. Ήταν επιμνημόσυνη δέηση μεταπολιτευτικού πολιτισμού με χορηγό led οθόνες και ψηφιακά γραφικά.

Ένα τεράστιο κλιματιζόμενο δωμάτιο όπου ο νεοέλληνας πήγε να προσκυνήσει τη νέα του θρησκεία: τη σταθερότητα.

Και στη μέση ο πρωθυπουργός, ψύχραιμος σαν ηλεκτρονικός τραπεζίτης της Ιστορίας, να μιλά για το 2030 όπως μιλάνε οι λογιστές για καινούργιο φορολογικό έτος. «Παραγωγικότητα». «Ανθεκτικότητα». «Τεχνητή νοημοσύνη». «Επενδυτική βαθμίδα».

Λέξεις που δεν άκουσαν ποτέ βλαστήμια μάνας ούτε νύχτα πολέμου ούτε άνθρωπο να σπαρταρά από απελπισία.

Λέξεις αεροδρομίου.

Λέξεις business class.

Και από κάτω το πλήθος να χειροκροτεί με εκείνο το κουρασμένο βλέμμα ανθρώπων που δεν πιστεύουν πια σε τίποτε αλλά φοβούνται μήπως χάσουν ό,τι απέμεινε από την άνεσή τους.

Γιατί αυτός είναι ο σημερινός νεοέλληνας.

Όχι ο άνθρωπος του κινδύνου.

Ο άνθρωπος του air condition. Θέλει να δουλεύει το app. Να πέφτει το pass στην ώρα του. Να κλείνει ηλεκτρονικά ραντεβού στο ΚΕΠ και να αισθάνεται πως συμμετέχει στον εκσυγχρονισμό της Δύσης.

Άμπρακατάμπρα.

Ένας λαός που κάποτε ταξίδευε με τριήρεις τώρα πανηγυρίζει επειδή δεν περιμένει στην εφορία. Και δεν ντρέπεται κιόλας.

Αυτό είναι το φοβερό.

Και η λέξη «σταθερότητα» να πέφτει από το στόμα του πρωθυπουργού σαν αγιασμός πάνω σε κουρασμένο κοπάδι μικροαστών. Σταθερότητα απέναντι στους πολέμους. Σταθερότητα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Σταθερότητα απέναντι στην ακρίβεια. Σταθερότητα απέναντι στην ίδια τη ζωή.

Μόνο που οι πολιτισμοί δεν πεθαίνουν πάντα από χάος. Πεθαίνουν κι από υπερβολική σταθερότητα.

Από τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να θέλει ύψος και ζητά μόνο άνεση. Από τη στιγμή που φοβάται τόσο πολύ τον πόνο ώστε παραδίδει αμαχητί την ψυχή του σε όποιον του υπόσχεται λίγη διοικημένη ησυχία.

Ο Μητσοτάκης δεν είναι ο δημιουργός αυτού του κόσμου. Είναι το τέλειο τέκνο του.

Ο ιδανικός άρχοντας ενός λαού που αντικατέστησε τη μοίρα με το dashboard και το δράμα με την πλατφόρμα εξυπηρέτησης. Govgr αντί για πολιτισμό. Ψηφιακή μετάβαση αντί για πνευματικό βάθος. Αξιολόγηση αντί για παιδεία. Παραγωγικότητα αντί για ζωή.

Και ο νεοέλληνας να κοιτά το κινητό του σαν γίδα το τρένο. Υπνωτισμένος. Μισοπεθαμένος. Με βλέμμα ανθρώπου που ξέχασε πότε ακριβώς άρχισε να μικραίνει τόσο πολύ.

Και κάποια στιγμή ακούστηκε εκείνη η φράση:

«Μητσοτάκης ή ο οποιοσδήποτε».

Εκεί ξεγυμνώθηκε όλη η Ύβρις της εποχής. Όχι η παλιά χοντροκομμένη αλαζονεία των επαρχιωτών πολιτευτών. Η χειρότερη. Η τεχνοκρατική Ύβρις. Εκείνη που πιστεύει πως η κοινωνία είναι software, οι άνθρωποι δεδομένα και η Ιστορία διοικητικός πίνακας ελέγχου. Εκείνη που νομίζει ότι αν κρατάς τους δείκτες ήρεμους, τότε και ο άνθρωπος παραμένει ζωντανός.

Οι άνθρωποι μπορεί να συνεχίζουν να δουλεύουν, να καταναλώνουν, να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ και να πεθαίνουν μέσα τους αθόρυβα επί χρόνια χωρίς να το καταλάβει κανένα υπουργείο Ανάπτυξης.

Και μέσα σ’ αυτή την επιτελική νέκυια της μεταπολίτευσης, οι απουσίες βάραιναν περισσότερο από τους παρόντες.

Γιατί κυρίως ο Αντώνης Σαμαράς, όσο κι αν ενοχλεί το σύστημα του Μαξίμου, παραμένει ένας από τους τελευταίους που μιλούν ακόμη σαν να υπάρχει Ιστορία γύρω από την Ελλάδα. Σαν να υπάρχουν σύνορα, έθνη, γεωπολιτική, κίνδυνος. Σαν να φυσά ακόμη άνεμος από Θουκυδίδη και όχι μόνο από συμβούλους επικοινωνίας.

Και αυτό χαλάει τη μεταπολιτευτική αισθητική της ήσυχης διαχείρισης. Γιατί θυμίζει ότι τα κράτη δεν επιβιώνουν μόνο με rating agencies και επενδυτικά funds αλλά και με νεύρο, αγωνία και ιστορικό ένστικτο.

Με ανθρώπους που δεν κοιμούνται ήσυχα όταν βλέπουν την Ιστορία να μετακινείται γύρω τους.

Αλλά το πιο τραγικό δεν είναι η εξουσία.

Η εξουσία κάνει πάντα αυτό που ξέρει: συντηρεί τον εαυτό της.

Το τραγικό είναι ο ίδιος ο νεοέλληνας. Αυτό το κουρασμένο ανθρωπάκι της μεταπολίτευσης που δεν θέλει πια ούτε ελευθερία ούτε ύψος ούτε αλήθεια. Θέλει απλώς να μην τρομάξει πολύ. Να περνά η μέρα. Να λειτουργεί το internet. Να έχει λίγη δόση σεζόν το καλοκαίρι, λίγη κατανάλωση τον χειμώνα και αρκετή ψυχολογική αναισθησία για να μη σκέφτεται βαθιά.

Ένας λαός που κάποτε έφτιαχνε ήρωες, τώρα παράγει χρήστες. Χρήστες εφαρμογών. Χρήστες επιδομάτων. Χρήστες κανονικότητας.

Και τότε καταλαβαίνεις το φοβερό. Ότι το συνέδριο αυτό δεν είναι υπόσχεση μέλλοντος. Είναι νέκυια.

Μια κοινωνία που ζει ήδη μαζί με το νεκρό του αύριο της. Ένα σώμα που συνεχίζει να κινείται ενώ η ψυχή αποσύρεται αργά από μέσα του. Και ο πρωθυπουργός να προσπαθεί με λέξεις, δείκτες και applications να κρατήσει ζεστό το κουφάρι ενός πολιτισμού που κουράστηκε να είναι ζωντανός.

Οι άνθρωποι κουράστηκαν.

Δεν αντέχουν άλλο ύψος.

Δεν θέλουν πια τραγικότητα. Θέλουν μόνο να περάσει ήσυχα η μέρα.

Κι αυτό είναι το τέλος των πολιτισμών.

 

πηγή

Ο Μάνος Λαμπράκης είναι θεατρικός συγγραφέας, δραματουργός και μεταφραστής με ιδιαίτερη δραστηριότητα και επιδραστικότητα στα social media. Το κείμενο αυτό άγγιξε ευαίσθητες χορδές και το αναδημοσιεύουμε

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ξέρεις πως υπάρχει μια στιγμή — πάντα την ίδια ώρα, εκείνη τη διακριτή, νυχτερινή ώρα όπου το σπίτι μοιάζει να ξεπλένει κάθε ήχο — που ο χώρος γύρω σου μετατρέπεται σε μια παράξενη αντανάκλαση. Τα πράγματα παύουν να είναι αδρανή και αποκτούν μια νεκρική επίγνωση, μια παράξενη διαφάνεια, σα να φωτίζονται από μέσα με τον φωτισμό μιας παραχώρησης: αυτό που εσύ δεν τολμάς να πεις για τον εαυτό σου, το διαφυλάσσουν εκείνα.

Τα ρούχα που κρατάς σε μικρότερα νούμερα — εκείνα που αγοράζεις χωρίς ποτέ να φορεθούν, εκείνα που υπόσχονται ένα σώμα που ίσως «θα υπάρξει» — δεν είναι ύφασμα αλλά μνήμη. Μνήμη ενός σώματος που υπήρξες κάποτε, ή που νόμισες ότι θα γίνεις.

Στην πραγματικότητα, δεν αγοράζεις ρούχα. Αγοράζεις μια πιθανή εκδοχή του εαυτού σου. Και κάθε φορά που σπρώχνεις αυτά τα ρούχα βαθύτερα στη ντουλάπα, αυτό που θάβεις δεν είναι το ρούχο αλλά η αλήθεια ότι αυτή η εκδοχή σου δεν κατοικήθηκε ποτέ.

Ακόμη πιο σκοτεινά είναι τα παλιά νούμερα που κρατάς — αυτά που πλέον δεν σε χωρούν. Τα υφάσματα που αγκαλιάζουν ένα σώμα που δεν υπάρχει, τα σημάδια ενός παρελθόντος που εξακολουθεί να διεκδικεί παρουσία, όχι επειδή ισχύει, αλλά επειδή δεν αντέχεις την απουσία του.

Αυτά τα ρούχα λειτουργούν σαν άγραφες επιτύμβιες στήλες: αποδίδουν τιμές σε μια παλιά μορφή, όχι επειδή την τιμάς αλλά επειδή τη φοβάσαι. Σου είναι αδύνατο να αποχωριστείς τη σκιά του εαυτού σου κι έτσι κρατάς το περίβλημα, σαν να μπορεί να επαναφέρει αυτό που έχει ήδη χαθεί.

Δεν είναι ρούχα: είναι μια μορφή αναβολής του πένθους — όχι για έναν άλλον, αλλά για εσένα.

Και έπειτα υπάρχουν τα βιβλία. Η στοίβα των αδιάβαστων — που δεν είναι ποτέ «λίγα», ποτέ «ελέγξιμα» — δεν είναι απλώς απόδειξη έλλειψης χρόνου. Είναι η πιο ήσυχη μορφή μιας βαθιάς διανοητικής ενοχής: ότι ήθελες να γίνεις κάποιος που δεν έγινα ποτέ. Κάθε αδιάβαστο βιβλίο είναι μια υπόμνηση της σκέψης που δεν έφτασε να ωριμάσει.

Και όσο το βιβλίο παραμένει κλειστό, τόσο διασώζεται η φαντασίωση ότι «κάποτε» θα το ανοίξεις. Αυτό το κάποτε δεν έχει ημερομηνία· είναι ο χρόνος της αναβολής, ο χρόνος της μη-ζωής. Δεν τρέμεις τη δυσκολία της ανάγνωσης, τρέμεις το ενδεχόμενο να αποδειχθεί ότι δεν έχεις το βάθος που κάποτε πίστεψες ότι θα αποκτήσεις.

Οι συσκευές — εκείνες οι μικρές, κλειστές δυνατότητες — μιλούν ακόμη πιο καθαρά. Είναι τα αντικείμενα του «θα ενεργοποιηθώ», «θα τακτοποιήσω», «θα ρυθμίσω». Στην πραγματικότητα, είναι τα αποτυπώματα της δικής σου αναστολής. Τις φυλάς στο κουτί τους, όπως φυλάσσει κανείς μια μυστική νίκη που δεν συνέβη ποτέ.

Είναι το απόθεμα της πράξης που δεν έκανες. Μια μηχανική έκδοση της επιθυμίας, αποθηκευμένη, αχρησιμοποίητη, αλλά πάντα εκεί — σαν μια υπόμνηση ότι αν επιχειρήσεις, μπορεί να καταρρεύσει ό,τι θεωρούσες δεδομένο για εσένα.

Όμως το βαθύτερο σκοτάδι — η υπαρξιακή πυκνότητα που δεν αντέχεις να φωτίσεις — βρίσκεται στο εξής: ότι χωρίς αυτά τα αντικείμενα φοβάσαι πως δεν έχεις περιγράψιμη μορφή.

Η συσσώρευση δεν σε προστατεύει μόνο από την πράξη, σε προστατεύει από την ίδια σου την απουσία. Κάθε φορά που συσσωρεύεις, αυτό που κάνεις είναι να προσπαθείς να προσδέσεις το είναι σου σε κάτι υλικό, ώστε να μην χρειαστεί να διακινδυνεύσεις την άβυσσο της εσωτερικής σιωπής.

Τα πράγματα λειτουργούν σαν ένα περίτεχνο προσωπικό περιβάλλον, ένα οικοσύστημα φτιαγμένο για να καλύπτει το κενό της ταυτότητάς σου.

Και μέσα σε αυτό το κενό γεννιέται η αναβλητικότητα: όχι ως τεμπελιά, ούτε ως αδυναμία, αλλά ως βαθιά υπαρξιακή στρατηγική. Η αναβολή δεν αναστέλλει την πράξη… αναστέλλει την κατάρρευση. Γιατί αν αφαιρέσεις τα πράγματα, θα πρέπει να σταθείς απέναντι σε εσένα χωρίς τις προφάσεις που σε κρατούν όρθιο.

Η συσσώρευση λειτουργεί σαν προστατευτικό στρώμα ενάντια στην αποκάλυψη. Και γι’ αυτό μένει εκεί, και γι’ αυτό διογκώνεται, και γι’ αυτό κουράζει περισσότερο απ’ όσο ό,τι άλλο στη ζωή σου: γιατί δεν είναι ακαταστασία· είναι εσώτερη άρνηση.

Η κοινωνία γύρω σου σε ωθεί ακόμη περισσότερο προς αυτήν τη διάλυση. Σου μαθαίνει ότι πρέπει να είσαι εξοπλισμένος για κάθε ενδεχόμενο, να διαθέτεις τα πάντα, να έχεις πρόσβαση σε όλα. Η υπερπληθώρα νομιμοποιείται ως δείκτης «ετοιμότητας». Αλλά στην πραγματικότητα, όσο περισσότερα έχεις, τόσο λιγότερα μπορείς.

Η συσσώρευση δεν σε κάνει επαρκή.

Σε κάνει άκαμπτο.

Δεν σε ενδυναμώνει.

Σε θρυμματίζει.

Σου παίρνει την ικανότητα να επιλέγεις, γιατί όταν έχεις τα πάντα, κανένα δεν μπορεί να γίνει δικό σου.

Στο τέλος, αυτό που συσσωρεύεις δεν είναι αντικείμενα. Είναι ανεκπλήρωτες βιογραφίες.

Μισο-ζωές. Μισές αποφάσεις. Μισά σώματα. Μισές σκέψεις. Η συσσώρευση είναι το μαυσωλείο της ζωής που δεν έζησες — όχι επειδή δεν μπορούσες, αλλά επειδή δεν άντεξες να εκτεθείς στη δυνατότητά της.

Τι κάνεις τώρα;

Η πρώτη πράξη δεν είναι το πέταγμα. Είναι η θέαση.

Να σταθείς μπροστά στα πράγματα όχι ως ιδιοκτήτης αλλά ως μάρτυρας.

Να δεις τα ρούχα που δεν σε χωρούν και να αναγνωρίσεις ότι δεν είναι πια δικά σου.

Να δεις τα μικρότερα νούμερα και να καταλάβεις ότι δεν είναι μελλοντικό σώμα… είναι παγίδα μελλοντικότητας.

Να δεις τα βιβλία και να πεις: «Δεν θα τα διαβάσω όλα, αλλά θα διαβάσω αυτό που μπορώ τώρα»

Η πράξη που χρειάζεται να κάνεις είναι να αφαιρέσεις το μέλλον από την εξίσωση και να μείνεις με το παρόν. Η αλλαγή ξεκινά όταν αποδέχεσαι ότι δεν υπάρχει «κάποτε». Υπάρχει μόνο τώρα — και το τώρα μπορεί να χωρέσει μόνο ό,τι μπορείς να αγγίξεις χωρίς να καταρρεύσεις.

Η δεύτερη πράξη είναι πιο δύσκολη: να αφήσεις χώρο όχι για πράγματα αλλά για εσένα. Να επιτρέψεις στο κενό να υπάρξει, χωρίς να προσπαθήσεις να το γεμίσεις αμέσως. Το κενό δεν είναι απειλή. Είναι πρόσκληση. Είναι το σημείο όπου το παρελθόν παύει να σε δεσμεύει και όπου το μέλλον σταματά να σε τρομοκρατεί.

Να μάθεις να ζεις χωρίς τα υποκατάστατα.

Να δεχθείς ότι το σώμα σου είναι αυτό που είναι σήμερα.

Ότι η σκέψη σου είναι αυτή που μπορείς να έχεις τώρα.

Ότι η ζωή σου, με τις μικρές και ατελείς της δυνατότητες, είναι ακριβώς η δική σου.

Η δράση δεν είναι απόφαση να «καθαρίσεις».

Είναι απόφαση να υπάρξεις.

Youtube Playlists

youtube logo new

atticavoicepodcasts

atticavoiceyoutube

rafnews

rafdoumentaries

Χρήσιμα

farmakia

HOSPITAL

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.