" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν Τίποτα παραπάνω από το ότι Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό Και από τους θεατές περιμένουμε Τουλάχιστον να ντρέπονται"
Το “Wag the dog” ή όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά “Ο πρόεδρος, ένα ροζ σκάνδλο και ένας πόλεμος” είναι μια εξαιρετικά εμπνευσμένη ταινία του 1997. Μια ταινία του σημαντικού σκηνοθέτη Μπάρι Λέβινσον με πρωταγωνιστές δύο ιερά τέρατα του Χόλυγουντ, τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο και τον Ντάστιν Χόφμαν. Αξίζει δε να σημειώσουμε πως στο σενάριο της ταινίας συμπράττει ο Ντέιβιντ Μάμετ, ο πιο σημαντικός σήμερα Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας.
Το αποτέλεσμα αυτής της φιλόδοξης σύμπραξης είναι μια μαύρη κωμωδία, που όταν της αφαιρέσεις το χιούμορ, γίνεται αυτομάτως ένα πολιτικό θρίλερ μιας και οι καταστάσεις που περιγράφει μπορεί να φαίνονται τραβηγμένες και υπερβολικές για τον μέσο νου, αλλά στον υποψιασμένο πολίτη δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως πολλές από αυτές τις καταστάσεις έχουν ήδη συμβεί στο παρελθόν και θα ξανασυμβούν στο μέλλον.
Η ιστορία ξεκινά δύο εβδομάδες πριν από τις αμερικανικές εκλογές. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ βρίσκεται αγκαλιά με μια ανήλικη μέσα στο Οβάλ Γραφείο (αξίζει να σημειώσουμε πως η ταινία γυρίστηκε πριν από το ροζ σκάνδαλο του Μπιλ Κλίντον με τη Μόνικα Λεβίνσκι και φυσικά τριάντα σχεδόν χρόνια πριν από το άνοιγμα των φακέλων του Επστάιν).
Τα κανάλια δε χάνουν την ευκαιρία – βλέπεις, αν δεν τους πληρώσεις κάποιος, πρέπει μόνα τους να βρουν τρόπο να βγάλουν το φαΐ τους. Το θέμα του προέδρου παίζει παντού και το ροζ σκάνδαλο που ξεσπά μηδενίζει τις πιθανότητες επανεκλογής του προέδρου.
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά κρίσιμη και έτσι, άρον-άρον επιστρατεύεται από το Λευκό Οίκο ένας ειδικός που θα επιχειρήσει να σώσει την κατάσταση, προσπαθώντας να στρέψει αλλού την προσοχή του κόσμου. Ο ειδικός αυτός (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) έχει στο νου του ένα τρελό σχέδιο και ζητά για την πραγματοποίησή του τη βοήθεια ενός χολυγουντιανού κινηματογραφικού παραγωγού (Ντάστιν Χόφμαν).
Το τρελό σχέδιο που συλλαμβάνει ο ειδικός και καλείται να φέρει εις πέρας ο κινηματογραφικός παραγωγός είναι η σκηνοθεσία ενός ανύπαρκτου πολέμου. Ως πεδίο του πολέμου και απειλή για τις ΗΠΑ επιλέγεται η Αλβανία(!), μια χώρα που εκείνη την εποχή είναι παντελώς άγνωστη στο αμερικανικό κοινό.
Ένα ολόκληρο σκηνικό πολέμου στήνεται στα κινηματογραφικά πλατό. Εκεί οι Αμερικανοί στρατιώτες θα “σώσουν” μια αθώα χωριατοπούλα σε μια σπαρταριστή σκηνή που μας κάνει παράλληλα να αναρωτιόμαστε πόσες φορές έχουμε πέσει κι εμείς θύματα τέτοιων κατασκευασμένων ειδήσεων
Όμως, η φαντασία των σεναριογράφων της ταινίας δεν εξαντλείται σε αυτή τη σκηνή. Η χειραγώγηση της μάζας των τηλεθεατών-πολιτών θα απαιτήσει και άλλες ιδέες. Το σήριαλ πρέπει να δώσει και άλλα επεισόδια για να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού αμείωτο
Έτσι, θα δούμε την επινόηση ενός φανταστικού αμερικανού ήρωα στρατιώτη, ο οποίος βρίσκεται αιχμάλωτος στα εχθρικά χώματα της Αλβανίας από Αλβανούς τρομοκράτες και πρέπει να απελευθερωθεί. Του βρίσκουν μάλιστα και παρατσούκλι. «Old shoe» τον φωνάζουν, παλιό παπούτσι, δηλαδή. Κάθε Αμερικανός πολίτης που θέλει να δείξει πως νοιάζεται για τον ήρωα που δεν υπάρχει, νιώθει τώρα υποχρεωμένος να πετάξει ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια ψηλά στον αέρα. Έτσι, χιλιάδες ζευγάρια παλιών παπουτσιών καταλήγουν κρεμασμένα από τα δέντρα, από τους στύλους και από τα καλώδια του ρεύματος, για να θυμίζουν παντού τον ήρωα που πρέπει να απελευθερωθεί. Έναν ήρωα που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, υπάρχει όμως στο μυαλό του κοινού. Και αυτό είναι που μετράει
Μια σειρά από άλλα επεισόδια –σπαρταριστά και ανατριχιαστικά ταυτόχρονα για την προβολή τους στην σημερινή πραγματικότητα - θα κάνουν να ξεχαστεί το ροζ σκάνδαλο και ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα πάει στις εκλογές όχι μόνο άσπιλος, αλλά και ήρωας
Η ταινία είναι σκηνοθετημένη με μαεστρία από τον Μπάρι Λέβινσον και το φοβερό δίδυμο των πρωταγωνιστών είναι σε μεγάλα κέφια. Με πολύ έξυπνο χιούμορ και απίστευτα καυστικά σχόλια για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, προτείνεται ανεπιφύλακτα και ως ένα μάθημα για τη χειραγώγηση του κόσμου και την προβολή κατασκευασμένων ειδήσεων από τα ΜΜΕ. Η πικρή αίσθηση βέβαια που αφήνει στο τέλος είναι πως αυτός ο κόσμος δεν πρόκειται ν’ αλλάξει ποτέ