" Οι ήττες μας δεν αποδεικνύουν
Τίποτα παραπάνω από το ότι
319205339 712219783586309 2265634222543469205 n  Είμαστε λίγοι αυτοί που παλεύουν ενάντια στο Κακό
Και από τους θεατές περιμένουμε
Τουλάχιστον να ντρέπονται"
                                               Μπρεχτ

Σήμερα Παρασκευή και βροχερή, πρώτη μέρα του Μάρτη, δημοσιεύουμε ένα ακόμα  διήγημα - προσφορά της Γκέλυς Τουλή. 

Σας ευχόμαστε μία απολαυστική ανάγνωση, όπως αυτή που μόνο η μικρή φόρμα και οι τεχνίτες της, μπορούν να προσφέρουν

 

Είχαμε αρκετό καιρό να δημοσιεύσουμε κάποια αξιόλογη λογοτεχνική δημιουργία και πράγματι, μας έλειψε πολύ. Έτσι απευθυνθήκαμε στη φίλη και διηγηματογράφο (ανάμεσα στα υπόλοιπα ταλέντα της) Γκέλυ Τουλή, η οποία μας πρόσφερε το διήγημα που δημοσιεύουμε με μία προσεκτική εικαστική φροντίδα η οποία έλαβε την έγκριση της δημιουργού.

Τα «Πινέλα καλλιγραφίας» της Γκέλυς Τουλή προσφέρονται σε PDF αρχείο ώστε να μπορούν να αποθηκευτούν, να κοινοποιηθούν ή να διανεμηθούν αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την Attica Voice.  

Μία ακόμα ευγενική προσφορά από την Γκέλυ Τουλή, μετά από τα "Εκείνη", "Τα τηλεφωνήματα" και το "Μικρός χώρος". Ένα διήγημα σε πολύ ιδιαίτερη μορφή, άχρονο και γι' αυτό παντοτινό. Ένα έργο που ερεθίζει την ιστορική μας μνήμη μαζί με το τρισυπόστατο της ανθρώπινης μας φύσης. Διεισδύει εξίσου στο θυμικό, το επιθυμητικό αλλά και στο λογικό, κάνοντας μας παράλληλα να επαναπροσδιορίσουμε ενδεχομένως τις ιδέες μας για τη ζωή στο τώρα, μπορεί και στο "μετά". 

Ευχαριστούμε τη συγγραφέα και για τη νέα της προσφορά, που αισθανόμαστε πως τιμά και αναβαθμίζει το συνολικό εγχείρημα της ηλεκτρονικής μας επιθεώρησης,

Attica Voice

 Banner

 

Ο φύλακας της Γέφυρας

 

20 Ιανουαρίου 2031

Αγαπητέ Αρχιστράτηγε Φον Βάιξ,

Στον συνειδησιακό κόσμο των νεκρών έψαξα για να απευθυνθώ σε κάποιον που ενεπλάκη σε εγκλήματα πολέμου και έμεινε ατιμώρητος. Η ανάγκη μου έχει δυο σκέλη. Το ένα είναι να εκθέσω τους προβληματισμούς μου. Αυτούς που υπήρχαν όσο έλιωνα στο χώμα αλλά και  εξακολουθούν να υφίστανται ακόμα. Το δεύτερο σκέλος της ανάγκης μου θα σας το εκθέσω εν καιρώ. Τώρα αν τα μόρια της υλικής μου υπόστασης βρίσκονται ακόμα στον ζωντανό κόσμο, αυτό δεν με ενδιαφέρει καθόλου πια. Η συνειδησιακή μου οντότητα όμως που δεσπόζει σαν σβωλαράκι, θα καταφέρει να βρεθεί εντός των Τειχών όταν ξεμπλέξει με όλες αυτές τις ίνες των ερωτημάτων και ίσως να λυτρωθεί.

Σας ζητώ λοιπόν, Αρχιστράτηγε Φον Βάιξ, να μου απαντήσετε στα ερωτήματα που θα σας θέσω.  Προηγουμένως όμως αφήστε με να σας συστηθώ για να γνωρίζετε με ποιον μιλάτε. Δεν θα πω πολλά, μόνο αυτά που χρειάζονται για να κατανοήσετε αν αξίζει να επικοινωνήσετε με κάποιον σαν και μένα.

Ονομάζομαι Εμβέρ Ίβιτσα κι ήμουν μουσουλμάνος από αυτούς που έζησαν το 1992 τον πόλεμο στην τωρινή Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Γεννήθηκα στο Μόσταρ το 1970. Στη μικρή μου πόλη οι Μουσουλμάνοι ζούσαν και ζουν ειρηνικά εδώ και εκατοντάδες χρόνια  με τους Χριστιανούς , Καθολικούς κι Ορθόδοξους. Ώσπου ήρθαν κάποτε οι μάχες. Εγώ ήμουν στην άκρη της Γέφυρας  όταν οι Σέρβοι την βομβάρδισαν κι έπεσα μαζί με τα  συντρίμμια της στον ποταμό Νερέτβα.

Δεν θα μακρηγορήσω λοιπόν. Εσείς Αρχιστράτηγε, που λιώσατε πια μέσα στο χώμα, αλλά παλιότερα ζήσατε έναν άλλον πόλεμο, εκεί που διατάξατε  γύρω στο 1940 την σφαγή και τον βιασμό χιλιάδων ανθρώπων, σας ερωτώ: «Πώς αισθάνεστε -ή καλύτερα πώς διαχειριζόσαστε- το δικαίωμα που αυτοβούλως υπηρετήσατε να αφαιρείτε την ζωή των άλλων;» Και σας ρωτώ ακόμα πιο απλά: «Όσο ζούσατε, πώς κοιμόσασταν τα βράδια;»

Με την ελπίδα ότι θα κάνετε τον κόπο να μου απαντήσετε

Ο νεκρός Εμβέρ Ίβιτσα

Banner page break

 

2 Φεβρουαρίου 2031

 

Κύριε Ίβιτσα,

Παραξενεύτηκα πολύ όταν έλαβα την επιστολή σας. Ομολογώ τώρα που γυρνώ κι εγώ σαν σβώλος δεν με απασχολούν καθόλου αυτά τα θέματα.

Τις πράξεις μου τις εμπεριέχω και το μόνο που συμβαίνει εδώ είναι να προσκρούω συνεχώς στα Τείχη χωρίς να γνωρίζω τίποτα αλλά και χωρίς να με απασχολεί τίποτα.

Δεν θα απαντήσω σ’ αυτά που με ρωτάτε αν δεν μου δώσετε εσείς πρώτος μερικές απαντήσεις. Γιατί επιλέξατε εμένα; Υπάρχουν τόσοι και τόσοι που διέπραξαν εγκλήματα πολέμου και δεν τιμωρήθηκαν. Γιατί δεν απευθύνεστε στους υπαίτιους του δικού σας χαμού; Γιατί όχι στους σύγχρονούς σας; Εγώ πέθανα το 1954 κι εσείς το 1993.

Με ή χωρίς εκτίμηση

Ο νεκρός Αρχιστράτηγος Μαξιμίλιαν Φον Βάιξ

ΥΓ 1:  Η έννοια της ελευθερίας που υποστηρίζουν κάποιοι ουδόλως εμπεριέχεται στο δικό μου υπαρξιακό  στερέωμα. Τα πράγματα οφείλουν να είναι  δομημένα κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο.

ΥΓ 2: Ο πόλεμος υπήρξε και θα υπάρχει. Δεν τον εφηύραμε εμείς.

Banner page break

 

12 Ιουνίου 2031

 

Αρχιστράτηγε Φον Βάιξ,

Άργησα να σας απαντήσω γιατί με κατακλύζουν πολλές σκέψεις κι είμαι υποχρεωμένος για τον στόχο που έχω  τοποθετήσει εμπρός μου, να ακολουθώ συγκεκριμένους δρόμους. Αυτό ίσως να το καταλάβετε αργότερα.

Εις απάντηση λοιπόν του ερωτήματός σας «γιατί εσάς;» θα πω ότι έχοντας μπροστά μου όλο το Αρχείο Πληροφοριών (απ’ αυτό άλλωστε δεν συλλέξατε κι εσείς πληροφορίες για μένα;) θα μπορούσα  να επιλέξω οποιονδήποτε της κατηγορίας σας. Απ’ όλους όμως που έπεσαν στην αντίληψή μου είστε ένας φοβερός κατά συρροήν δολοφόνος ανθρώπων κι εξυπηρετείτε κάλλιστα τον σκοπό μου, όσο πιο γρήγορα σας οδηγήσω στην Γέφυρα.

Τα θυμάστε όλα καλά; Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην τα θυμάστε; Ήταν η ζωή σας. Διοικητής του Σώματος του Γερμανικού Στρατού στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο λάβατε μέρος στην πολιορκία της Βαρσοβίας κι ήσασταν ο εντολέας για τον βιασμό και την σφαγή εκατοντάδων ανθρώπων. Το 1940 σφάξατε στην Γαλλία πάνω από δυο χιλιάδες ως Αρχηγός της 2ης Στρατιάς  και το 1941 καταλάβατε την Γιουγκοσλαβία με αντίτιμο πάλι χιλιάδων νεκρών (καλωσήρθατε και στα μέρη μας!). Με την 6η Στρατιά φτάσατε στο Στάλιγκραντ όπου τα κατορθώματά σας σε νεκρούς ξεπέρασαν τις προσδοκίες. Τινάξατε τα ρωσικά κεφάλια στον παγετό και θάψατε χιλιάδες στους ομαδικούς τάφους. Ακόμη και το 1943 κυνηγήσατε τους  Γιουγκοσλάβους και τους Έλληνες αντάρτες  και δίκαια γίνατε  Διοικητής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης όπου ευθύνεστε για πάμπολλες αιματοχυσίες στα Βαλκάνια. Οι θάνατοι που οφείλονταν σε σας αριθμούσαν το 1945  περί τις εκατό χιλιάδες. Όταν σας αιχμαλώτισαν οι Αμερικάνοι το 1945 γλυτώσατε την Νυρεμβέργη και το 1949 ελευθερωθήκατε. Πεθάνατε το 1954, περίπου μια εικοσαετία πριν γεννηθώ.   Αυτό το νούμερο των εκατό χιλιάδων νεκρών κάνει δελεαστικό τον σκοπό μου. Γιατί όσο πιο κοντά σας  οδηγήσω στην Γέφυρα τόσο πιο εύκολα θα την περάσω εγώ. Είστε το εισιτήριό μου.   Μόνο με σας ξεμπερδεύω. Αριθμείτε εκατό χιλιάδες νεκρούς.  

Τώρα που χάσαμε αυτό το κομμάτι που ονομάσαμε Ζωή, θεωρούμε ότι δεν ήταν και τίποτα σημαντικό. Δημιούργησε όμως την δική μας συνειδησιακή κατανομή. Αν τώρα χτυπιόμαστε σαν σβώλοι πάνω στα Τείχη και δεν μπορούμε να λύσουμε τα νήματα που θα μας ελευθερώσουν για να περάσουμε στην άλλη μεριά, το οφείλουμε στις πράξεις μας και πώς τις διαχειριζόμασταν τότε και τώρα. Το έχετε καταλάβει αυτό;    Ή είστε στο στάδιο ακόμη να δεχόσαστε καρτερικά τις ισχυρές συγκρούσεις σας με τα Τείχη ως μοιραίες; Μήπως αυτή η κατάσταση δεν είναι εκείνο που ονομάζαμε Κόλαση όσο ήμασταν εν ζωή;  Τι έχετε καταλάβει κύριε Αρχιστράτηγε; Κι ήσασταν ένας καλός Χριστιανός… Εσείς κι η βαρόνη γυναίκα σας υπηρετούσατε την χριστιανική σας πίστη εξίσου καλά όσο κι εγώ προσκυνούσα τον Αλλάχ  στα τζαμιά του Μόσταρ. Γελάω, κύριε. Τόσο που να με φαντάζεστε να διπλώνομαι στα δυο.

Σας ρωτώ, κύριε,   πώς κοιμόσασταν τα βράδια; Κάτω από την λέξη καθήκον  το μαξιλάρι σας γινόταν ελαφρύ και μαλακό; 

Με την ειλικρινή ελπίδα  για  αλληλοβοήθεια

Σας χαιρετώ και αναμένω

Ο νεκρός Εμβέρ Ίβιτσα                       

Banner page break

 

3 Αυγούστου 2031

 

Αγαπητέ  Εμβέρ,

Αργοπόρησα κι εγώ να σας γράψω γιατί με την προηγούμενή σας επιστολή  ταράξατε την πορεία μου στον συνειδησιακό χώρο όπου ταξιδεύουμε. Το συμπέρασμά σας για το ότι είμαστε σβώλοι, στενά περιορισμένοι από τα νήματα των πράξεών μας , που προσκρούουν στα Τείχη, τα επεξεργάστηκα. Ενώ άρχισα να συνειδητοποιώ πως ενδεχομένως να έχουμε την δυνατότητα να μεταβούμε και σε μιαν άλλη κατάσταση, αγνοώ παντελώς το τι και το πώς. Απλοϊκά όταν ζούσαμε υπήρχαν οι έννοιες της ψυχικής συντριβής, της μετάνοιας, της συγχώρεσης.   Όλα αυτά εδώ φαντάζουν παιδαριώδη. Στην κατάσταση που ζούμε τώρα αδυνατώ να κατανοήσω  πώς θα μπορούσαμε να σπάσουμε τα νήματα που μας περιορίζουν και μας καθιστούν σβώλους που προσκρούουν στα Τείχη.

Ναι, η συνείδησή μου θα ήθελε την Ελευθερία. Όμως δεν γνωρίζω τον τρόπο. Όταν ζούσα γνώριζα τον τρόπο της εξουσίας που με οδηγούσε. Εδώ; Όταν πέθανα μόνο η αδιαφορία με κράτησε στο αιώνιο χάος. Μέχρι που ήρθε η πρώτη σας επιστολή.   Τώρα τα νήματα με περιορίζουν γιατί τα νιώθω συνεχώς.    

Βοηθήστε με  και δείξτε μου έναν δρόμο. Υπάρχει άλλη μεριά;

Με εκτίμηση

Ο νεκρός Μαξιμίλιαν Φον Βάιξ

Banner page break

 

29 Αυγούστου 2031

 

Ήμουν ο Φύλακας της Γέφυρας  στην  μικρή μου πόλη το Μόσταρ. Τα τζαμιά κι οι μιναρέδες συνυπήρχαν με το μοναστήρι των Φραγκισκανών και με την ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Στεφάνου. Οι πολιτισμοί ενώνονταν στην Γέφυρα κι από κάτω έρρεε ο ποταμός Νερέτβα. Στα νερά του πλενόμουν από παιδί και στα νερά του έπεσα νεκρός  στις 9 Νοεμβρίου   1993 από τα πυρά των αεροπλάνων.

Ήμουν ο φύλακας της Γέφυρας  και τώρα γίνομαι ξανά εδώ ο φύλακας μιας άλλης Γέφυρας. Δεν θα έπρεπε να είμαι σβώλος δεμένος από τα νήματα γιατί υπήρξα θύμα πολέμου. Αλλά έφταιξα κι εγώ. Γιατί ο πόλεμος είναι πόλεμος κι όποιος τον υπηρετεί  ανθολογεί τα δεσμά του. Τα δεσμά δεν είναι τιμωρία. Είναι η φυσική εξέλιξη της πεπλεγμένης μας ενέργειας και των πράξεών μας.  «Τα πράγματα οφείλουν να είναι  δομημένα κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο»

Αν κι εσείς κι εγώ είχαμε κλάψει  μια φορά στο μαξιλάρι μας για το όπλο που πιάσαμε ή που διατάξαμε άλλους να το πιάσουν για λογαριασμό μας και να υφαρπάξουμε ζωές άλλων, αυτή η ενέργεια ίσως ήταν λυμένη. Γάζωσα μια μάνα με σφαίρες για  να αποκτήσω το όπλο μου στη Γέφυρα του Μόσταρ.  Ήταν μια μάνα που είχε σπάσει, λίγους μήνες πριν, ένα ρόδι στο κατώφλι της για καλή τύχη. Κι οι δικοί σας νεκροί ανέπνεαν και τους στερήσατε την ανάσα. Δεν τους αφήσατε να γεράσουν ή να δουν τα παιδιά τους.

Εγώ φυλάω εδώ τώρα την άλλη Γέφυρα και σας οδηγώ προς τα δω. Είσαστε το εισιτήριό μου. Είστε η εξιλέωσή μου γιατί σας υπέδειξα τι ακριβώς ζητιέται από σας. Όπως και μένα κάποιος άλλος με οδήγησε πιο πριν στον σκοπό μου. Εσείς δεν θα μπείτε τώρα στα Τείχη. Θα μπω εγώ κι έτσι θα ελευθερωθώ. « Η έννοια της ελευθερίας που υποστηρίζουν κάποιοι ουδόλως εμπεριέχεται στο δικό μου υπαρξιακό  στερέωμα» είπατε. Ισχύει ακόμη;

Σας χαιρετώ                                                           

 Ο νεκρός  Εμβέρ Ίβιτσα                      

Banner page break                                                               

3 Σεπτεμβρίου 2031

 

Αγαπητέ,

Σας γράφω για να σας ικετέψω να συνεχίσετε να μου γράφετε. Αν έχετε έστω και την             παραμικρή πληροφορία για την διάρρηξη των νημάτων που μας συγκρατούν σαν σβώλους εδώ αιωνίως, παρακαλώ να μου την μεταφέρετε. Οι συγκρούσεις με τα Τείχη  γίνονται ολοένα ισχυρότερες επειδή τις συνειδητοποιώ και όσο σιγουρεύομαι πως μπορώ να ελευθερωθώ, όλο αυτό γίνεται αφόρητο. Πού είναι το δικό  μου πέρασμα από την Γέφυρα;

Αναμένω με αγωνία τις πληροφορίες σας

Ο φίλος σας

Ο νεκρός  Μαξιμίλιαν Φον Βάιξ

ΥΓ: Οι εκατό χιλιάδες νεκροί παίζουν ρόλο;

 

Τουλή  Γκέλυ

          

                           

Μικρός χώρος

Φεβρουαρίου 23, 2023

Αγαπάμε τη μικρή φόρμα στη λογοτεχνία, αγαπάμε εξίσου τη γραφή της Γκέλυς Τουλή και όταν αυτά τα δύο συναντιούνται δεν μπορούμε να συγκρατήσουμε τον ενθουσιασμό μας. Μπορούμε όμως να τον μοιραστούμε με τους αναγνώστες μας και να ευχαριστήσουμε τη δημιουργό για την προσφορά της

(Attica Voice)

 

Μικρός χώρος (της Γκέλυς Τουλή)

Πολλά email. Ας δω τα σημερινά. Και τι λέει αυτό; Μην ξεχάσω σήμερα τέσσερις και μισή Βιθυνίας και Αγίας Άννας. Τι λέει αυτός ο τρελάρας της παλιοπαρέας μας; Μεσημεριάτικα; Μέσα στον καύσωνα; Έτσι τα κανονίζουν αυτοί, ξαφνικά γιατί τους ήρθε η όρεξη. Οι παλιοί συμφοιτητές. Καιρό έχουμε να τα πούμε. Σχεδόν μισό χρόνο; Αλλά το τσιπουράκι δεν το ξεχνάνε. Κι ας εξηνταρίσαμε βρε.  Ο Μίμης λέει στο μήνυμα: μην ξεχάσεις.  Ξεχνάω εγώ; Ο μπαγάσας της παρέας είναι αυτός…, ο χωρατατζής. Όλοι από τους ηλεκτρολόγους του Πολυτεχνείου κι αυτός βρήκε να ανοίξει επιχείρηση με είδη υπολογιστών. Άσχετο. Όλοι οι άλλοι καλά το υπηρετήσαμε το επάγγελμα. Ειδικά ο Θέμης που συνέχισε το διδακτορικό κι έγινε καθηγηταράς.  Πιστεύω να τα καταφέρει να έρθει σήμερα κι ο Αριστείδης ο δίκαιος. Μελετητής αυτός και άξιος για το παρατσούκλι του. Κι η Μίνα η όμορφη. Αιώνιος έρωτάς μου. Ευθύνες πολλές. Διευθυντικό στέλεχος στην εταιρεία ηλεκτρισμού. Η Μίνα! Και τι δεν περάσαμε. Κυλιόμασταν στις μαξιλάρες της φοιτητικής μου γκαρσονιέρας. Μικρός χώρος, μεγάλες ελπίδες. Συζητήσεις, Μαρξ, πολλά μαλλιά. Έρωτες, σχέσεις.

Εκείνη παντρεύτηκε μετά. Εγώ πάντα γεροντοπαλίκαρο. Μαγκούφης δηλαδή. Νομίζω το έχω όρεξη αυτό το τσίπουρο σήμερα. Μα ήμουν και χαζός τότε.  Δεν ήξερα από  γυναίκες. Να την βουτήξω και να μην την αφήσω. Σάμπως ξέρω και τώρα; Γέρασα και μυαλό δεν έβαλα.

Άντε να ετοιμαστώ. Περνάει κι η ώρα. Μην πάω σαν λέτσος.

 

Πολλή ζέστη. Βιθυνίας και Αγίας Άννας. Δεν βλέπω μαγαζί. Τι είναι εδώ; Να πάρω στο κινητό τον λεχρίτη τον Μίμη.

-Ρε Μίμη. Είμαι εδώ. Βιθυνίας και Αγίας Άννας. Ένα νεκροταφείο μόνο βλέπω. Πού είστε;

-Έλα μέσα. Εδώ είμαστε. Σου έστειλα τρία email. Δεν τα είδες;

-Τι;

-Η Μίνα.

Μικρός χώρος, καμία ελπίδα.

 

 

Εκείνη

Φεβρουαρίου 04, 2023

Άλλη μία λογοτεχνική προσφορά, της Γκέλυς Τουλή συτή τη φορά. Μία προσφορά τέχνης στους αναγνώστες της Attica Voice για το Σαββατοκύριακο.

Εκείνη. Εκείνη που μπορεί να ρυθμίζει χωρίς να ξέρει ή να διαλύσει με πλήρη επίγνωση του εγκλήματος. Τη ζωή της ή τη ζωή των άλλων. Και οι άλλοι ξέρουν το δικαίωμα που έχει πάνω τους εκείνη. Όπως και κάθε μία, μοναδική "εκείνη" της ζωής μας.

 

Εκείνη

 Γκέλυ Τουλή

«Πριν τη γνωρίσω ήμουν σαν και σας. Αυτή πριν με γνωρίσει αισθανόταν σίγουρα μισή. Οι άλλοι την έβλεπαν χωρίς να την καταλαβαίνουν πλήρως. Περνούσαν από δίπλα της και την κοιτούσαν από αριστερά προς τα δεξιά και πότε από τα δεξιά προς τα αριστερά».

Εκείνη την ημέρα ήμουν αποφασισμένος  να μιλήσω μπροστά στο ακροατήριο και στους κριτές μου χωρίς φόβο. Αν  τους έπειθα ή όχι, αυτό ήταν δικό τους θέμα στην πραγματικότητα. Αυτοί θα έβγαιναν ζημιωμένοι ή κερδισμένοι. Εγώ  θα πιστεύω σ' αυτήν ότι κι αν της κάνουν.

 Μπήκα στην αίθουσα και όλοι ήταν έτοιμοι να με δικάσουν. Η αίθουσα ήταν μια μη αμφιθεατρική τάξη του Κεντρικού Πανεπιστήμιου. Μετά από όλα τα προκαταρκτικά ανέβηκα στο βήμα για να απολογηθώ. Η κατηγορία ήταν πώς της είχα φερθεί άπρεπα και δευτερευόντως ότι άλλαξα την πορεία και τη δική μου και τη δική της, σκορπώντας ψευδοεπιστήμη γι΄ αυτήν που ήταν γνωστή και διάσημη, αγαπημένη πολλών.

«Πριν την γνωρίσω ήμουν σαν και σας και πριν εκείνη με γνωρίσει είμαι σίγουρος ότι ήταν μισή». Κάπως έτσι ξεκίνησα.

Στην αίθουσα μπροστά μου υπήρχε μία μακριά έδρα και καθισμένοι σ’ αυτήν  ήταν τρεις σοβαροί άνθρωποι. Κοίταξα  επίμονα τον μεσαίο. Στρογγυλό  κεφάλι, καραφλός, τα γυαλιά του μυωπικά ή μάλλον διπλοεστιακά, αν κρίνω από την ηλικία του. Χοντρά  και ολοστρόγγυλα σαν το κεφάλι του. Είχα μάθει το όνομά του. Ήταν  ο Δόκτωρ Πενσέογλου. Μπροστά  και στους τρεις υπήρχαν στοίβες χαρτιά.

-Αν μέσα σε αυτή την αίθουσα  με δικάσετε σαν τον Γαλιλαίο, θα σας πω και εγώ: «Κι όμως γυρίζει!» και θα σας το πω μπροστά σας.

-Ας αφήσουμε τις πολλές εισαγωγές, αγαπητέ, μου απηύθυνε  τον λόγο ο Πενσέογλου και τα γυαλιά του ανεβοκατέβηκαν γιατί καθώς μιλούσε όλο το πρόσωπό του έκανε μορφασμούς.

Πίσω  μου υπήρχε ένας πίνακας στημένος σε ένα τρίποδο, όπως το είχα ζητήσει. Κοίταξα  το ακροατήριο. Στα  καθαρά έδρανα διέκρινα μερικούς φοιτητές μου, σε μία άκρη την αδελφή μου- δεν ήθελα να έρθει - και μερικούς φοιτητές από άλλα τμήματα. Ξαναγύρισα  στους τρεις κριτές μου. Είχα διακρίνει στα πρόσωπά τους τη σφραγίδα που τους πάτησαν με τη λέξη «κύρος». Σχεδόν αντίκρυσα μέσα από τα κρανία τους τα τακτοποιημένα μυαλά τους και σίγουρα είδα τις δύο γραβάτες των δύο ανδρών και το κλασικό ταγιέρ της μιας γυναίκας που ήταν στα δεξιά του στρογγυλού. Το φουλάρι στο λαιμό μου θα ήταν σίγουρα κατά μου.

- Το συμπέρασμα είναι διασκεδαστικό και δελεαστικό. Μπορεί  όμως κάλλιστα ο παντοδύναμος Θεός να γελά με όλο το θέμα και απλώς να με τραβάει από τη μύτη. Αυτό  είχε πει ο Άλμπερτ. Το  ίδιο λέω κι εγώ. Ερωτεύτηκα  κύριοι  και κυρίες! Αυτό είναι όλο κι όλο.  Κάποια  γελάκια ακούστηκαν από το ακροατήριο.

- Σας επαναλαμβάνω: Ας αφήσουμε τους αστεϊσμούς. Στο  προκείμενο, παρακαλώ, με διέκοψε ο στρογγυλός. Η  διαδικασία είναι απλή. Δώστε  μας τις εξηγήσεις σας. Θα σας κάνουμε έπειτα μερικές ερωτήσεις και τέλος. Έχουμε  στη διάθεση μας είκοσι λεπτά ακριβώς ακόμη.

-Ωραία λοιπόν, όπως το ζητάτε, ξεκινώ. Την  έπλασε ένας μικρός θεός ονόματι  Άλμπερτ. Η  μορφή της είναι κομψή και απλή. Αποτελείται  ακριβώς από τέσσερα στοιχεία.   Γύρισα  στον πίνακα Και έγραψα Ε = m×c2

-Δεν είμαστε φοιτητές ξέρετε, με διέκοψαν πάλι τα στρογγυλά γυαλιά.

-Θα σας παρακαλέσω να μην με διακόψετε άλλο, είπα.

Εκείνος  πήρε το στυλό στα χέρια του και το χτυπούσε νευρικά στην παλάμη του. Ακριβώς  δίπλα του είδα την αξιότιμη κυρία Σαββίδου. Σταμάτησα  να κοιτώ τον Πενσέογλου και στράφηκα αποκλειστικά σε αυτήν. Είχε  πρόσωπο παγωμένο. Μόνο  τα μάτια της ανοιγόκλεινε πότε πότε. Μου φάνηκε σαν μία μηχανή που είχε προγραμματιστεί για περιοδικό άνοιγμα και κλείσιμο του διακόπτη. «Ηλίθιοι  πανέξυπνοι άνθρωποι» σκέφτηκα. Η  ακινησία της Σαββίδου με προκαλούσε. Έτσι λοιπόν συνέχισα:

 -Όπως κάθε άνδρας που τον ξετρελαίνει κάποια, θέλει να τη ρίξει στο κρεβάτι, να την δει όχι μόνο όρθια αλλά ξαπλωτή κι ανάποδα, έτσι κι εγώ ήθελα  τα μάτια μου στα πόδια της και  το κεφάλι της στα δικά μου πόδια. Να την έχω. Έτσι την επιθυμούσα  εγώ. Ανάποδα.

 Ούτε με αυτά τα λόγια η Σαββίδου  έκανε κάποια σύσπαση του προσώπου  της. Ήθελα  να δω κάτι σε αυτήν. Μίαν  ενόχληση, ένα πιο γρήγορο πετάρισμα των βλεφάρων. Έστω   έναν εκνευρισμό στο στόμα.

-Αυτό, αγαπητοί μου, θέλησα κι εγώ και το πέτυχα. Την  αντέστρεψα. Την  έριξα στο κρεβάτι.

Ακούστηκαν  μερικά δειλά χειροκροτήματα στο ακροατήριο άλλα ο στρογγυλός έριξε βλοσυρά βλέμματα και απέπνευσαν γρήγορα οι ήχοι. Ήξερα  πως μερικοί από τους φοιτητές μου ήταν φανατικοί για μένα. Ήταν  όμως και κάποιοι εχθροί.

-Θα γίνω πιο σαφής. Ο  Αϊνστάιν απέδειξε ότι μπορούμε την ύλη να την κάνουμε ενέργεια. Δεν το  πίστευε και ο ίδιος και απορούσε με αυτό που είχε ανακαλύψει. Κι  εγώ απορώ, κύριοι και κυρίες, γιατί μπορούμε την ενέργειά μας να την κάνουμε ύλη,  να την κάνουμε μία πραγματικότητα όπως εμείς την επιθυμούμε. Την αντέστρεψα, σας λέω. Τι πιο λογικό;

-Χρειαζόμαστε πειράματα, πετάχτηκε επιτέλους η Σαββίδου. Και  αποδείξεις παρακαλώ.

Επιτέλους είχα πάρει αυτό που ήθελα. Την  αντίδραση της. Χοροπηδούσα μέσα μου. Πάνω σε αυτήν την αντίδρασή της, αλληλοεπίδρασα. Ακαριαία  καβάλησα το ενεργειακό της σώμα με όλη μου τη ζωντάνια, όλη μου την βεβαιότητα με την οποία είχα ξυπνήσει από το πρωί. Η  ενέργειά μου έσφυζε μέσα μου και την  εκσφενδόνισα εστιασμένη προς την κυρία Σαββίδου. Την  πλησίασα, την κοίταξα στα μάτια. Ξαφνιάστηκε  και απλά  ανοιγόκλεισε τρεις φορές συνεχόμενες τα βλέφαρά της. Καμία  άλλη αντίδραση. Τα  κάστανα ολόισια καρέ μαλλιά της αυστηρά έφταναν στους ώμους της. Αυτοί  οι ώμοι έγερναν ελαφρά προς τα εμπρός από το βάρος των εξήντα χρόνων της.

 «Καταλαβαίνεις. Είσαι η ατράνταχτη απόδειξή μου» της είπα από μέσα μου και το πίστεψα χωρίς καμιά αμφιβολία. Έκανα  μεταβολή και γύρισα μπροστά στον πίνακα.

-Έτσι λοιπόν αποδεικνύεται ότι η ενέργειά μας θα δημιουργήσει εν τέλει την πραγματικότητα μας αν την εστιάσουμε ώστε να καμπυλώσει τον χωροχρόνο.  Και  σας έχω καταθέσει την αποδεικτική μου διαδικασία. Αν  έχετε αντιρρήσεις θα έπρεπε κανονικά να μιλήσουμε πάνω σε αυτές και όχι να μου ζητάτε μία απολογία με βάση τη φτηνή σας κατηγορία για αντιεπιστημονική συμπεριφορά.

 Αν  ένας ψήφιζε από τους τρεις τους υπέρ μου, θα παρέμενα. Η απόφαση της αποπομπής μου από το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν να είναι ομόφωνη.

-Ο Θεός με τραβά από την μύτη αλλά τον τραβάω κι εγώ. Γιατί μπορούμε να κατευθύνουμε τα πράγματα, γύρισα προς το ακροατήριο. Γεννηθήτω το θέλημά του, αναφώνησα. Είμαστε κατ’ εικόνα και ομοίωση.

Κάποιοι  χειροκρότησαν πάλι με περισσότερο θάρρος. Στράφηκα χορευτικά προς την έδρα. Πλησίασα  τη Σαββίδου  αδιάφορα αλλά  κοιτούσα επίμονα τον στρογγυλό.

-Μη με παρεξηγήσετε, συνέχισα.

Στερέωσα το ένα χέρι μου όρθιος καθώς ήμουν στην έδρα ακριβώς μπροστά από τη Σαββίδου κοιτώντας αλλού. Το  χέρι μου έβγαζε φλόγες που κατευθύνονταν κάτω από τα καστανά μαλλιά της. Παρότι  την συναντούσα από κοντά για πρώτη φορά, είχα μάθει και για αυτήν. Ήταν διαπρεπής  φυσικός με σπουδές στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και  διδακτορικό στο Στάνφορντ. Είχε ζήσει στην Αμερική για οκτώ συναπτά έτη και  πριν μία πενταετία ήταν διδάκτωρ της θεωρητικής φυσικής στην πατρίδα μας πια. Ελεύθερη,  μόνη και αυστηρή. Αξιοσέβαστη  στην επιστημονική κοινότητα.

Κρακ  άκουσα μέσα στο μυαλό μου κι είδα το καβούκι της να σπάζει. Όπως ακριβώς το είχα αποδείξει: m=E/c2. Μάζα,  ύλη, πραγματικότητα από την ενέργειά μου.

Μα φυσικά παρέμεινα στο Πανεπιστήμιο. Ήξερα  ν’ αναποδογυρίζω αυτήν που ερωτευόμουν.

 

© Γκέλυ Τουλή 27/1/2023

 

 

Το κείμενο προσφέρεται και σε PDF για ανάγνωση είτε σε χαρτί είτε ως e-book

 

 

Σελίδα 1 από 2

Youtube Playlists

youtube logo new

youtube logo new

© 2022 Atticavoice All Rights Reserved.